Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την Θεοτόκο

«Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ το όνομα άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»


Η περί Παναγίας Θεοτόκου αναφορά υπάρχει μόνον εντός της Χριστολογίας και όχι ως μία αυτόνομος «Μαριολογία» ή ως μία «ανθρωπολογία» με κέντρο την αγία Παρθένο. 

Η ορθόδοξος θεολογία δεν είναι ανθρωπολογία ούτε «Μαριολογία», αλλά η Χριστολογία στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η ανθρωπολογία και η περί Θεοτόκου αναφορά. Διότι ο Χριστός είναι ο αληθινός και τέλειος Θεός και ο πρώτος αληθινός και τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως Εις Χριστός, και για το λόγο αυτό η Παναγία η οποία Τον εγέννησε είναι αληθώς Θεοτόκος. 
Μόνον το όνομα και το αξίωμα του Χριστού, «Θεός σεσαρκωμένος και ενανθρωπήσας», προσδίδει στην κατά σάρκα Μητέρα Του το όνομα Θεοτόκος· και αντιστρόφως το όνομα Θεοτόκος «άπαν το μυστήριον της οικονομίας (της ενανθρωπήσεως) συνίστησιν», διότι επιβεβαιώνει ότι Εκείνος ο οποίος εξ Αυτής εγεννήθη ήταν Θεός και άνθρωπος: «Ει γαρ Θεοτόκος η γεννήσασα, πάντως Θεός ο εξ αυτής γεννηθείς, πάντως δε και άνθρωπος».
Πιστοί λοιπόν στην Παράδοση των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, των υπερμάχων της αγίας Θεοτόκου, αναφέρουμε απεριφράστως την Παναγίαν ως κυρίως και αληθώς Θεοτόκον «Ει τις ου Θεοτόκον ομολογεί την Αγίαν Παρθένον, χωρίς έστι της Θεότητος». Ημίν «Θεός έστιν αληθής το λατρευόμενον», την δέ «μητέρα Θεού τιμώμεν και σέβομεν... Θεού μητέρα την Παρθένον ταύτην γινώσκοντες, ου θεάν ταύτην φημίζομεν, άπαγε· της ελληνικής τερθρείας τα τοιαύτα μυθεύματα· επεί και θάνατον αυτής καταγγέλομεν· αλλά Θεού σαρκωθέντος Θεού μητέρα γινώσκομεν».
 
Διότι η Παναγία Θεοτόκος δεν είναι αυτοσκοπός:
«Έζης γαρ ου σεαυτή Θεοτόκε· ου γαρ σεαυτής ένεκα γεγέννησαι· όθεν «έζης Θεώ, δι΄ον εις τον βίον ελήλυθας· όπως τη παγκοσμίω εξυπηρετήσης σωτηρία, όπως η αρχαία βουλή του Θεού, της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών θεώσεως, δια σου πληρωθή».

Η περί Παναγίας Θεοτόκου αναφορά γίνεται σ’ αυτήν την «αρχαίαν και αληθινήν» του Θεού Βουλήν «της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών θεώσεως». Στα «ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας» Της η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότητα, «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι», έχει αποφασίσει προ πάντων των αιώνων την σάρκωση και ενανθρώπιση του Θεού Λόγου και την θέωση του ανθρώπου. 

Η προαιώνιος αυτή «προωρισμένη βουλή»  του Θεού φανερώνει  σε μάς «το άπλετον και αχανές της αυτού αγαθότητος πέλαγος»  και η φανέρωση αυτή γίνεται δια της Παναγίας Θεοτόκου: «Αύτη την άφατον της του Θεού προς ανθρώπους αγάπης εδημοσίευσεν άβυσσον». Ο Θεός Πατήρ, «ο ευδοκήσας» εν τη Παναγία και εξ Αυτής «τελεσθήναι ο προώρισε προ αιώνων μυστήριον», έχει προγνωστικώς προορίσει αυτήν ως Μητέρα του Μονογενούς Υιού Του, ο οποίος «σαρκούται, ων ανάρχως ασώματος, δι΄ ημάς και την ημετέραν σωτηρίαν».
 
Ο θείος αυτός «προορισμός» της Παναγίας είναι ασφαλώς ακατανόητος για μάς, «ουχ ήττον όμως συμπίπτει εν τω Θεώ με την προαιώνιόν Του πρόγνωσιν της ελευθέρας προαιρέσεως και της αξίας και της προσωπικής αγιότητος της Παναγίας» «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν ηγάπησε, και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων εις το είναι παρήγαγε, και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε».
 
Η λέξη «παρήγαγε» (δια των γονέων) σημαίνει εδώ ότι προγνώρισε ο Θεός όχι μόνον της Παναγίας την αξία και αρετή και την «άχραντον παρθενίαν», αλλά και τη δικαιοσύνη και σωφροσύνη και θεάρεστο πολιτεία των γονέων της, δια να δώσει σ’ αυτούς ένα τόσο μεγάλο δώρο, την Κόρη η οποία θα γεννήσει τον Θεό και κτα' αυτόν τον τρόπον θα γίνουν οι ίδιοι θεοπάτορες. «Όντως εύρες χάριν, η αξία της χάριτος, Θεοτόκε». Οι λόγοι αυτοί καθιστούν αυτόδηλον την αρχή της συνεργασίας του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου σ’ όλη την ιστορία της σωτηρίου οικονομίας. 

Όταν «της ψευδούς ορεχθέντες θεώσεως» έπεσαν οι προπάτορές μας δια της παρακοής και τους «δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως» και της θνητότητος και παχύτητος ενεδύθησαν και υπέπεσαν στον θάνατο και την φθορά και μείς όλοι, οι απόγονοί τους, «ώσπερ γεννηθέντες εκ του Αδάμ ωμοιώθημεν αυτώ κληρονομήσαντες την κατάραν και την φθοράν» και βρεθήκαμε έξω του Παραδείσου γυμνοί της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, ο φιλάνθρωπος Θεός ήδη από τότε άρχισε να «οικονομή» και «παιδαγωγή» την οικονομία της σωτηρίας μας. 

Αλλά επειδή έχουμε πέσει εκούσια και ελεύθερα και «δια το αβίαστον είναι το καλόν» -«ουκ αρετή γαρ το βία γινόμενον»- έπρεπε και να δεχθούμε ελεύθερα την υπό του Θεού οικονομούμονη θεραπεία και σωτηρία και να συνεργαστούμε εκούσια σ’ αυτή. Η έκφραση να «συνεργασθώμεν» σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατόν να «εργασθούν» και να δημιουργήσουν μόνοι τους οι άνθρωποι την σωτηρία των, διότι «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν».
 
Την σωτηρία των ανθρώπων μπορούσε να εργαστεί και ενεργήσει μόνον ο Θεός, η «παντός αγαθού αρχή και αιτία» και ο «ενεργών τα πάντα εν πάσι» Ο άνθρωπος όμως έπρεπε να συνεργαστεί με τον εργαζόμενο Θεό δια την σωτηρία του: «Βουλομένων γαρ η σωτηρία, ουκ αναγκαζομένων», κατά την έκφραση των Πατέρων. Και αυτό ακριβώς είναι το νόημα όλης της δια της ιστορίας οικονομίας της σωτηρίας, στην οποία ο Θεός καλεί. Στην κλήση Του αυτήν υπακούουν και απαντούν ελεύθερα λίγοι ίσως άνθρωποι, οι οποίοι όμως γίνονται έτσι «εκλογή» του Θεού δια της οποίας προετοιμάζει ο Θεός και την σωτηρία των άλλων. 

Η ακατάπαυστος σωστική πρόνοια του Θεού, και η ακούραστη σώζουσα χάρις Του εύρισκε έτσι πάντοτε στην ιστορία της πεπτωκυίας ανθρωπότητος «σημεία στηρίξεως» - «σκεύη ελέους», κατά τον Απ. Παύλο - δια των οποίων οικονομείτο, βάσει πάντοτε της ελεύθερης συνεργασίας, η ιερή ιστορία της σωτηρίας.

Η οικονομία αυτή κορυφώθηκε και συντελέστηκε στην Παναγία, η οποία ως κατ΄εξοχήν «εκλελεγμένη»  και «υπήκοος» στον Θεό, υπηρέτησε και «ελειτούργησε τη Τριάδι» και συνείργησε στην οικονομία της σωτηρίας ως «ουδείς άλλος απ΄αιώνος». Κατ΄ αυτόν τον τρόπο βλέπουμε όλη τη Παλαιά Διαθήκη, ως μία συνεχιζόμενη δια των γενεών προετοιμαστική «κλήσιν» και «εκλογήν» του Θεού, ως μία δηλαδή γενεαλογία της Παναγίας, εκ της οποίας θα γεννηθεί ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός. Σωτήρ ασφαλώς πρώτον αυτών των «στελεχών» της γενεαλογίας και της ιδίας της κορυφής της, της Παναγίας, και δι΄ αυτής και όλων των ανθρώπων.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον  η Παναγία, κατά την Ορθόδοξον Πίστη, είναι η κορυφή και το τέλος όλης της Π. Διαθήκης, και σ’ αυτήν αναφέρονται όλαι αι προεικονίσεις και προτυπώσεις και προφητείες της Π. Διαθήκης . 

Είναι η αποκορύφωση και ο καρπός όλης της παλαιοδιαθηκικής «παιδαγωγικής» προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Θεού Σωτήρος, και γι’ αυτό είναι αδύνατο να γίνει ο χωρισμός της από το ανθρώπινο γένος του Αδάμ. Γι’ αυτό ονομάζεται από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό  «θυγατέρα του Αδάμ» ενώ τον Δαβίδ ονομάζει «προπάτορα και θεοπάτορα» , από την ρίζαν του οποίου «κατ΄ επαγγελίαν» εγεννήθη η Παναγία, «συνενούσα εν εαυτή την ιερατικήν και την βασιλικήν ρίζαν».

Η γέννησις αυτή της Παναγίας εκ της «ρίζης του Ιεσσαί» και παρά την θαυμαστήν δια της χάριτος του Θεού λύση της στείρωσης της Άννης, δεν αποτελεί μία υπερφυσική εξαίρεση της Παναγίας από το γένος της, από τους προπάτορας και θεοπάτορας («θυγάτηρ του Δαβίδ») και από τον γενάρχη Αδάμ («θυγάτηρ Αδάμ»). 

Η Παναγία, είναι «θυγάτηρ του πάλαι Αδάμ» και βρίσκεται υπό «τας πατρικάς ευθύνας» και ως προς την σύλληψή της και γέννηση από τους γονείς και ως προς τον θάνατό της. Συνελήφθη εκ του σπέρματος του Ιωακείμ εν τη μήτρα της Άννης, δηλαδή εκ της φυσικής συναφείας του γάμου Ιωακείμ και Άννης και «εκ γης έχει την γένεσιν» «φθαρτόν εκ του Αδάμ σώμα κληρονομήσασα» Απέθανε επίσης θάνατο ανθρώπινο και ως «θυγάτηρ Αδάμ... δι΄ Αδάμ το σώμα παραπέμπει τη γη» και «φυσικώς χωρίζεται» η πανίερος και μακαρία της ψυχή του πανολβίου και ακηράτου της σώματος και το σώμα «τη νομίμω ταφή παραδίδοται».

Επομένως η αγία Παρθένος ήταν, όπως και όλοι οι άνθρωποι, κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος του Αδάμ, ούτως ώστε οι πατέρες της εκκλησίας να μιλάνε συγκεκριμένως περί κάθαρσης και εξαγνισμού και εξαγιάσής της από το Άγιο Πνεύμα κατά την στιγμήν της εν αυτή σύλληψης του Θεού Λόγου: «Ταύτην ο Πατήρ μεν προώρισε, προφήται δε δια του Πνεύματος προεκήρυξαν, η δε του Πνεύματος αγιαστική δύναμις επιφοιτήσασα εκάθηρέ τε και ηγίασε και οιονεί προήρδευσε».
Αυτά όλα όμως καθόλου δεν σημαίνουν ότι οι πατέρες της εκκλησίας δεν παραδέχονται και δεν ομιλούν δια την αγιότητα της Παναγίας Θεοτόκου. Τουναντίον μαζί με όλη την Ορθόδοξο Εκκλησία εξαίρουν και δοξάζουν πολύ την προσωπική αγιότητα της Παναγίας, αλλά δεικνύουν μόνον το πόσο μακριά είναι ο ορθόδοξος ιερός Πατήρ από την νεώτερη αιρετική δοξασία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Παναγίας και της γεννησής της άνευ του προπατορικού αμαρτήματος. Η καινοτομία αυτή, προϊόν του «αλαθήτου» πάπα του Βατικανού, όχι μόνον αποχωρίζει την Παναγία από τους προγόνους της, τους προπάτορας, και από την υπόλοιπο ανθρωπότητα κατά τρόπον τόσον αυθαίρετο, ώστε να αρνείται όλο το νόημα της προετοιμαστικής οικονομίας της ιστορίας της Π. Διαθήκης, αλλά και μειώνει την πραγματική αξία και προσωπική αγιότητα της Παναγίας Παρθένου. Και όχι μόνον αυτό, αλλά το «δόγμα» αυτό υπονομεύει και ολόκληρο την πραγματικότητα και την αλήθεια της σωτηρίας μας, διότι αρνείται την ενότητα της φύσης του ανθρωπίνου γένους και θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματικά σωτήριο σάρκωση του Χριστού από ένα γνήσιο αντιπρόσωπο της ανθρωπότητος.

Ο αναμάρτητος Λόγος του Θεού, ο Χριστός, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, ολόκληρο τον άνθρωπο, δια να τον σώσει, να τον ενώσει με τον Εαυτό του και έτσι να τον θεώσει: «Όλον γαρ όλος ανέλαβέ με και όλος όλω ηνώθη, ίνα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται· το γαρ απρόσληπτον αθεράπευτον» Η «πρόσληψις» αυτή του ανθρώπου εις την Υπόστασιν του Θεού Λόγου (η ασύγχυτος - αδιαίρετος ένωσις και ενυποστασίασις,) εξασφαλίζει την μόνιμον και αδιάσπαστον «δευτέραν κοινωνίαν». Η «δευτέρα κοινωνία» ήλθε μετά την διάπαση της «πρώτης προς Θεόν κοινωνίας» του πρώτου Αδάμ, και επομένως ο Χριστός βρήκε τον άνθρωπο πεπτωκότα και τον προσέλαβε όλον (διότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον», χωρίς όμως της αμαρτίας. Ο Κύριος προσέλαβε «όλον τον Αδάμ, τον προ της παραβάσεως, τον αμαρτίας ελεύθερον», την «πρώτην του Αδάμ γένεσιν», δηλαδή την χωρίς αμαρτίας φύση του.
Οι χριστιανοί ομολογούμε τα «αδιάβλητα πάθη» του Κυρίου: «Ομολογούμε ότι (ο Κύριος) πάντα τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη του ανθρώπου ανέλαβε· όλον γαρ τον άρθρωπον και πάντα τα του ανθρώπου ανέλαβε, πλην της αμαρτίας... Φυσικά δε και αδιάβλητα πάθη εισί τα ουκ εφ΄ ημίν, όσα εκ της επί τη παραβάσει κατακρίσεως εις τον ανθρώπινον εισήλθε βίον, οίον πείνα, δίψα, κόπος, πόνος, το δάκρυον, η φθορά... Πάντα τοίνυν ανέλαβεν, ίνα πάντα αγιάση». 
Αυτή την φύση, την μετά των αδυναμιών και ασθενειών και της φθοράς, χωρίς όμως της αμαρτίας - διότι η αμαρτία ως «εν τη ημετέρα αυτεξουσίω προαιρέσει εκουσίως συνισταμένη» δεν ανήκει στην φύση - προσέλαβε ο Κύριος εκουσίως και «οικονομίας λόγω» από την Παρθένον Μαρίαν, «ην τη φύσει δούλην υπάρχουσαν, φιλανθρωπίας ανεξιχνιάστοις πελάγεσιν οικονομικώς μητέρα εποιήσατο, αληθεία σαρκωθείς, ου φενακίσας την ανθρώπησιν».

Επομένως ο Λόγος του Θεού «αναλαμβάνει όλον τον άνθρωπον και το τούτου κάλλιστον, υπό αρρωστίαν πεσόν, ίνα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται». Η αρρωστία αυτή, οι ασθένειες και αδυναμίες, τα «φυσικά πάθη και αδιάβλητα της εμής κράσεως» δεν είναι αμαρτία, αλλά επειδή μπήκαν στην ανθρώπινη φύση μετά την αμαρτία ως αποτελέσματά της, ως επισυμβάντα τη φύσει κατόπιν της αμαρτίας της προαίρεσης του Αδάμ, γιαυτό λέγεται και για τον Κύριο ότι έγινε «αμαρτία» και «κατάρα» για μάς. 

Ο Χριστός είναι αναμάρτητος αλλά και Σωτήρ των ανθρώπων, και ως Σωτήρ, «το ημέτερον αναδεχόμενος και οικειούμενος πρόσωπον» εδέχθη την ανθρώπινη φύση και τα ανθρώπινα πάθη και την αμαρτία και την κατάρα γενόμενος άνθρωπος και «την του θανάτου πείραν ουκ απηνήνατο· θνήσκει γαρ σαρκί και θανάτω λύει τον θάνατον και φθορά την αφθαρσίαν χαρίζεται και την νέκρωσιν ποιεί πηγήν αναστάσεως» οικονομών έτσι την σωτηρία μας: «ίνα το ομοίω το όμοιον ανασώσηται». Η εν τη Παναγία και εξ αυτής ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, «δια τούτο γέγονεν, ίνα αυτή η αμαρτήσασα και πεσούσα και φθαρείσα φύσις νικήση τον απαντήσαντα τύραννον και ούτω της φθοράς ελευθερωθή».
Ο αναμάρτητος Κύριος προσέλαβε λοιπόν, ως Σωτήρ, και τα «αδιάβλητα πάθη» της πεπτωκυίας ανθρώπινης φύσης, τα οποία δεν είχε ο Αδάμ προ του προπατορικού αμαρτήματος, και αυτό  είναι η φιλάνθρωπος «συγκαταβατική σάρκωσις», «συγκαταβατική ταπείνωσις»  και «υψοποιός κένωσις» του Αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτία του κόσμου, και για τον λόγο αυτόν η Παναγία Θεοτόκος, ως «την του κόσμου σωτηρίαν τον Χριστόν κυήσασα, έγινε της σωτηρίας μας εργαστήριον: «Αμνάς η τεκούσα τον Αμνόν του Θεού τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, το της σωτηρίας ημών εργαστήριον, αγγελικών υπερτέρων δυνάμεων, δούλη και μήτηρ Θεού» Σωτήρος.

Γι’ αυτό ημείς οι Ορθόδοξοι δεν παραδεχόμαστε την ρωμαϊκή δοξασία περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Θεοτόκου, περί της εξαιρεσής της δηλαδή από την κληρονομικότητα του προπατορικού αμαρτήματος, πράγμα που υπονομεύει την πραγματικότητα και το σωτήριο της σάρκωσης του Κυρίου. Άλλωστε, αν η Παναγία δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, τίθεται το ερώτημα πώς τότε πέθανε, εφ΄ όσον ο θάνατος έρχεται ως αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος («είπερ δια της αμαρτίας εις τον κόσμον εισήλθεν ο θάνατος» ο δε Κύριος «αναμάρτητος ων» («ουχ υπέκειτο θανάτω») θνήσκει εκουσίως ως Σωτήρ και Λυτρωτής, «τον υπέρ ημών θάνατον αναδεχόμενος».

Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε για την Θεοτόκο όπως μας παρέδωσαν οι Πατέρες, η δε εσφαλμένη «ευσέβεια» των Δυτικών περί το πρόσωπο της Παναγίας δεν μπορεί να είναι το μέτρο της πίστης και της αλήθειας. Η ρωμαιοκαθολική «Μαριολογία» πάσχει από τον αποχωρισμό της και την ανεξαρτητοποίηση από την Χριστολογία και την Σωτηριολογία.
Παρ΄όλο όμως ότι η Παναγία Θεοτόκος, εξαιτίας  της συλλήψής της, είχε  το προπατορικόν αμάρτημα ως κληρονόμος της αδαμιαίας φύσεως, η ιδία προσωπικώς, δεν είχε καμμία προσωπική αμαρτία. Την προσωπική της αγιότητα εξαίρουν και τονίζουν και δοξάζουν όλως ιδιαιτέρως όλοι οι Πατέρες και ολόκληρος η Εκκλησία μας. Η Παρθένος Μαρία είναι όντως αγία και Παναγία, «αγγελικών υπερτέρα δυνάμεων», «υπεραναβάσα τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ υπεραρθείσα», «η όντως αγνή μετά Θεόν υπέρ άπαντας».

Όπως και των μεγάλων προφητών του Θεού, του Ιερεμίου και του τιμίου Προδρόμου, των «εν κοιλία μητρός» ηγιασμένων και πεπληρωμένων Πνεύματος Αγίου και της Παναγίας η αγιότης αρχίζει «εν κοιλία μητρός». Είναι όμως αυτή ασφαλώς ασυγκρίτως μεγαλύτερη της αγιότητας των Προφητών, αποκορυφώνεται δε κατά την στιγμή της ασπόρου σύλληψης του Θεού Λόγου και αφθαρτοποιείται στην Κοίμηση και Μετάστασή της. 
Και εάν η χάρις και αι δωρεαί του Θεού ήταν μεγάλες στους Προφήτες, οι οποίοι προφήτευσαν απλώς την ενσάρκωση, πόσο μεγαλύτερες ήταν σ’ εκείνη, η οποία έγινε Μητέρα του σαρκωθέντος Θεού; Άν δε πάλι «κατά το μέτρον της προς Θεόν αγάπης αι αντιδόσεις», πόσο μεγάλη αρετή και αγιότητα είχεν η Παναγία, δια να λάβΕΙ τόσο μεγάλη χάρΗ; Το ότι ήτο «αξία του Κτίσαντος»  μαρτυρείται από το γεγονός ότι ανάμεσα σε όλα τα κτίσματα όλων των αιώνων μόνη αυτή είχε τόσο μεγάλη αγιότητα, ώστε να εκλεγεί από τον Θεό δια να γίνει Μητέρα του Υπεραγίου Θεού και να υπηρετήσει εις «το μόνον καινόν υπό τον ήλιον» μυστήριο, την σάρκωση του Θεού Λόγου. Η αγιότητα αυτή στηρίζεται σε ολόκληρο την του Θεού οικονομία της σωτηρίας, και η οποία προετοιμάζοντα δια των διαδοχικών «εκλογών» (Νώε, Αβραάμ, Ισαάκ, Δαβίδ) καθ΄ όλην την ιστορία της Π. Διαθήκης.
Είδαμε ότι η Παρθένος Μαρία είναι «θυγάτηρ Αδάμ» ως προς τη φύση της. Αλλά ως προς την προαίρεσή της και την προσωπική αρετή της οι πατέρες της εκκλησίας αντιπαραβάλλουν αυτήν προς τους προπάτορες και δείχνουν την απόλυτο υπεροχή της αγιότητός της. Η κληρονομία του προπατορικού αμαρτήματος ήταν ανενέργητος μέσα σε Αυτή, διότι η θέλησής της και όλες οι δυνάμεις της ψυχής και του σώματός της ήταν «τω Δεσπότη Θεώ προσαναθέμεναι». Η Παναγία δια την αγιότητά της ήταν «εκ γενεών αρχαίων εκλελεγμένη» και γεννήθηκε «εξ ευγενεστάτης και βασιλικωτάτης ρίζης δαβιτικής», της «ρίζης του Ιεσσαί», από την οποία κατάγονται οι άγιοι και δίκαιοι γονείς της. Σ’ αυτούς συνέτεινε και συκεντρώθηκε η αγιότητα όλων των αγίων προγόνων της Παναγίας, των «θεοπατόρων», δια της «εκλογής» και δια των διαδοχικών καθαρισμών και αγνισμών του «σπέρματος» των οποίων προετοίμαζε ο Θεός την Παναγία, η οποία υπερεπολλαπλασίασε και απεκορύφωσε και ανεκεφαλαίωσε μέσα της την αγιότητα της Π. Διαθήκης. Οι δίκαιοι και θεάρεστοι γονείς της την γεννούν εν σωφροσύνη και εγκρατεία, ούτως ώστε ο άγιος Δαμασκηνός να ονομάζη το «σπέρμα» του Ιωακείμ «σπέρμα πανάμωμον».
Ο πατέρες της εκκλησίας περιγράφουν την μεγάλην αγιότητα και την χάρη την οποίαν ο Θεός έδωσε στον Ιωακείμ και την Άνναν· πώς «δια λιτής (προσευχής) και επαγγελίας προς Θεού την Θεοτόκον κομίζονται» ·πώς αυτή ήδη από μικρή ηλικία «τω ιερώ ναώ του Θεού προσάγεται και ανατίθεται» . Eν συνεχεία μιλούν περί του «οίαν την εν τώδε τω βίω διατριβήν πεποίηται»  η Παρθένος και οίαν την χάριν από τον Θεόν έλαβεν. Ο ενάρετος και ένθεος βίος της Παρθένου και η μεγάλη χάρις του Θεού ήταν τόσο μεγάλοι, ώστε οι πατέρες να λένε δι΄ Αυτήν ότι ήτο «οία ου πρότερον γέγονεν, ουδ΄αυ γενήσεται πάλιν»· «αύτη η τω παρόντι χαρισθείσα βίω δώρον απάντων των του Θεού δωρημάτων υψηλότερον άμα και προσφιλέστατον».
 
Αλλ΄ ας το δούμε αυτό πιο συγκεκριμένα.
Κατά την στιγμή του Ευαγγελισμού η Παρθένος Μαρία, «η θυγάτηρ της Εύας», όχι βεβαίως στον Παράδεισον όπως εκείνη, αλλά σ’ ένα κόσμο ο οποίος «εν τω πονηρώ κείται» («κρίνον αναμέσον των ακανθών φυέν..., ρόδον εξ ακανθών των Ιουδαίων», αξιούται να ακούσει δικαίως το «Χαίρε, Κεχαριτωμένη» και το «Μη φοβού, Μαριάμ· εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ». 

 Ερμηνεύων τους λόγους αυτούς του Αρχαγγέλου προς την Παναγία ο θείος Δαμασκηνός λέει: «Όντως εύρες χάριν η αξία της χάριτος· εύρες χάριν η τους πόνους της χάριτος γεωργήσασα και πολύχουν δρεψαμένη τον άσταχυν της χάριτος· εύρες χάριτος άβυσσον, η σώαν την ολκάδα της διπλής παρθενίας τηρήσασα· και την ψυχήν γαρ παρθένον ετήρησεν, ου του σώματος έλαττον· όθεν και η του σώματος παρθενία τετήρητο». 

Αυτοί οι τόσον χαρακτηριστικοί λόγοι του Δαμασκηνού αποδίδουν ακριβώς και αληθώς την σχέση της θείας χάριτος και της ελευθερίας του ανθρώπου, συγκεκριμένα δε εδώ της Παναγίας.
Η χάρις του Θεού είναι ασφαλώς δωρεά, δίδεται όμως σ’ εκείνους οι οποίοι δείχνουν προαιρετική σπουδή και επιτηδειότητα και καθαρότητα. Ο άνθρωπος, «λογικός και αυτεξούσιος γενόμενος, εξουσίαν είληφεν αδιαλείπτως δια της οικείας προαιρέσεως ενούσθαι τω Θεώ («ει και μη πάντες ενεργούμεν τα της φύσεως» O Θεός, «πάσι μεταδίδωσι της εαυτού ενεργείας κατά την εκάστου επιτηδειότητα και δεκτικήν δύναμιν, φημί δε την τε φυσικήν και προαιρετικήν καθαρότητα»  και «παντί τω προαιρουμένω το αγαθόν ο Θεός συνεργεί εις το αγαθόν». 

Τα λόγια αυτά φανερώνουν το αναγκαίον της συνεργασίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου («τον θεανθρώπινον συνεργισμόν»), πράγμα το οποίο ισχύει για όλη την ιστορία της οικονομίας και επομένως και για την Παναγία. Στην «συνεργασία» αυτή ο Θεός δίδει την χάριν Του, τον Εαυτόν Του, και ο άνθρωπος την προαίρεσή του, ολόκληρο τον εαυτό του.
 Εφ΄ όσον λοιπόν η χάρις δίδεται αναλόγως προς τον ζήλο και την προς τον Θεό αγάπη του ανθρώπου, ποία τότε ήταν όντως «η σπουδή και αναστροφή» της θείας Παρθένου Μαρίας μέσα στον ιερό ναό του Θεού, ώστε να αξιωθή τόσο μεγάλης χάριτος; Ήτο «κρείττων και καθαρωτέρα άλλων», λέγει ο Δαμασκηνός, και συμπεριλαμβάνει εις τους «άλλους» και τους Αγγέλους .

Διότι μέσα στο ανθρώπινον σώμα έδειξε η Παναγία με τη «διπλή παρθενία» της - την οποία διπλή παρθενία οι Άγγελοι λόγω της φύσης των δεν έχουν- αγιότητα υπεράνω των Χερουβίμ και των Σεραφίμ. Γι’ αυτό και η αγιότητά της είναι αδιασπάστως συνδεδεμένη με αυτή την πανάμωμο παρθενία της, την αειπαρθενία της.

Στον ναό του Θεού, στα Άγια των Αγίων, η θεόπαις Μαρία - «η ιερωτάτη περιστερά, η ακεραία και άκακος ψυχή και τω Θείω Καθιερωμένη Πνεύματι»  - ως «αγνή και φίλαγνος»  γίνεται κατ΄ άμφω παρθένος, και παρθένος άχραντος  «γηΐνοις μη ομιλήσασα πάθεσι, αλλ΄ουρανίοις εντραφείσα νοήμασι». Διότι ως «θυγάτριον ιερώτατον, το λαθόντα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού», από τον πόθο προς την παρθενία («παρθένος και φιλοπάρθενος», αλλοιούται τόσο με την βοήθεια της χάριτος του Πνεύματος («πιανθείσα τω Πνεύματι»), ώστε να λέει ο Δαμασκηνός: «τοσούτον την παρθενίαν ποθήσασα, ως υπ΄ αυτής οιά τινος καθαρωτάτου ποιωθήναι πυρός», καθίσταται «πυρός θείου κατοικητήριον» και «Πνεύματος Αγίου ιερώτατον άγαλμα».
 
Οι αρετές της και η χάρις του Πνεύματος («τα του Αγίου Πνεύματος χαρισμάτων κύματα», εκόσμησαν την Παρθένο («η των αρετών περιβεβλημένη ευπρέπεια και κεκοσμημένη τη του Πνεύματος χάριτι», ώστε να είναι αυτή «το κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως», «εφ΄ ω ο δημιουργήσας ευφράνθη Θεός». Και γι’ αυτό ως «αξιόθεος» εκλέγεται ακριβώς «εις νύμφην Θεού και μητέρα».
Οι πατέρες της εκκλησίας περιγράφουν λεπτομερώς το ήθος και τις αρετές της Παναγίας, και γενικώς όλη την «ανεπίστροφον» ανάταση, αφοσίωση και αγάπη της Παρθένου προς τον Θεόν, αλλά και την αγάπη του Θεού προς την αγία Παρθένο «έως προς την ποθούσαν τον ποθούμενον είλκυσεν», «θυγάτριον θεοπόθητον».
Δίκαια ομιλούν οι πατέρες περί της αγιότητος της Παναγίαςς: «Είτα εν τω οίκω Θεού φυτευθείσά τε και πιανθείσα τω Πνεύματι, ωσεί ελαία κατάκαρπος, πάσης αρετής καταγώγιον γέγονε, πάσης βιωτικής και σαρκικής επιθυμίας τον νουν αποστήσασα και ούτω παρθένον την ψυχήν συντηρήσασα συν τω σώματι, ως έπρεπε την Θεόν εγκόλπιον υποδέχεσθαι μέλλουσαν· άγιος γαρ ων, εν αγίοις αναπαύεται· ούτω τοίνυν αγιωσύνην μετέρχεται και ναός άγιος και θαυμαστός του υψίστου Θεού αναδείκνυται άξιος». Αυτή λοιπόν είναι η αγιότητα της Παναγίας προ του Ευαγγελισμού.
Αλλά όση και αν ήταν η δόξα των αρετών και της χάριτος της Παναγίας Παρθένου, η αποκορύφωση της δόξας της, η «αρχή και μεσότης και τέλος» των υπέρ νουν αγαθών της είναι αναμφιβόλως ο Ευαγγελισμός και η Γέννηση του Χριστού, «η άσπορος σύλληψις» (δια Πνεύματος Αγίου, του σαρκουμένου Λόγου του Πατρός,) η θεία ενοίκησις (της του Υιού του Θεού Υποστάσεως), και ο τόκος ο άφθορος (του Εμμανουήλ, Θεού παιδίου, του Θεανθρώπου Ιησού)». Διότι «η δόξα της Θεοτόκου έσωθεν, ο της κοιλίας καρπός», ο Χριστός.
Πράγματι, μετά το τέλος της παραμονής της εις τον ναόν και μετά την παράδοσή της από τους ιερείς στον δίκαιο και σώφρονα Ιωσήφ, τον φύλακα της παρθενίας της «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» η Παναγία Παρθένος δέχεται δια του Αρχαγγέλου τον Ευαγγελισμό της Αγίας Τριάδος, «η ελειτούργησε» και αξιούται της ακατανοήτου και φιλανθρώπου συγκατάβασης και ενοίκησης και σάρκωσης του Θεού Λόγου, τον οποίο αυτή συνάντησε και αποδέχθηκε με άπειρο υπακοή και ταπείνωση, επανορθώσασα την παρακοή της προμήτορος Εύας και αναδεικνυομένη αληθώς Θεοτόκος.
Όλο όμως το μυστήριο της Παναγίας Θεοτόκου, όπως μας δίδαξαν και μας παρέδωσαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες, συνοψίζεται στο «μυστήριο του Χριστού» και δια τούτου εξηγείται. Στην ερώτηση των Ιουδαίων: «Τι μοι προσφέρεις, ότι ηδύνατο γυνή γεννήσαι Θεόν;» ο άγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως απαντά: «Ου λέγω σοι ότι ηδύνατο γυνή Θεόν γεννήσαι, αλλ΄ ότι ηδύνατο Θεός σαρκωθείς γεννηθήναι υπό γυναικός· πάντα γαρ αυτώ δυνατά». Και το επαναλαμβάνει ο άγιος Δαμασκηνός λέγων: «Θεού βουλομένου ταύτα γεγένηται· επεί Θεού θέλοντος, δυνατά μεν άπαντα, αμήχανα δε μη θέλοντος».
 
Η παντοδυναμία αυτή του Θεού συμπίπτει, με την άπειρο συγκατάβασή Του. Διότι μόνον ως συγκατάβαση μπορούμεν να εννοήσουμε το πώς ο Θεός Λόγος «καταβάς αμεταβάτως.. επί της γης ώφθη και προς την υψοποιόν καταβέβηκε κένωσιν· πώς ο Υπερούσιος εκ γυναικείας νηδύος υπερουσίως ουσίωται· πώς ο Θεός τε έστιν και άνθρωπος γέγονεν... και ούτε της οσίας εκβέβηκε της Θεότητος και παραπλησίως ημίν κεκοινώνηκε σαρκός τε και αίματος· πώς ο τα πάντα πληρών και ων υπέρ άπαντα στενόν χωρίον κατώκησεν· πώς το υλικόν και χορτώδες σώμα της αοιδίμου ταύτης (της Παναγίας) το καταναλίσκον πυρ εδέξατο της Θεότητος... και ανάλλωτον εχρημάτισε· πώς η προ τόκου παρθένος και εν τω τίκτειν παρθένος και μετά τόκον παρθένος αειπάρθενος» - όλα αυτά, δεν δύνανται να εξηγηθούν ανθρωπίνως και, κατά την έκφραση του Βασιλείου Σελευκείας, «γέγονε μυστήριον, όπερ μέχρι της σήμερον μένει μυστήριον, και ουδέποτε παύσεται του είναι μυστήριον». Όλα αυτά έγιναν «ως Αυτός (ο Θεός) μόνος οίδε», και «ούτε οφείλει άνθρωπος φυσιολογείν το ανεξιχνίαστον και ανεξερεύνητον πράγμα».
Από το ακατάληπτο αυτό μυστήριο της σάρκωσης του Θεού Λόγου η Παναγία ονομάζεται και είναι «δικαίως και αληθώς» Θεοτόκος: «Το παιδίον Θεός και πώς ου Θεοτόκος η τεκούσα;». Η Παρθένος Μαρία είναι όντως Θεοτόκος, διότι «ουκ άνθρωπον ψιλόν εγέννησεν, αλλά Θεόν αληθινόν· ου γυμνόν, αλλά σεσαρκωμένον»· «ουκ άνθρωπον αποθεωθέντα, αλλά Θεόν ενανθρωπήσαντα». Δεν εγέννησε δηλαδή η Θεομήτωρ ένα απλώς θεοφόρον ή θεωθέντα άνθρωπον, αλλ΄ αυτόν τούτον τον Θεόν Λόγον, τον Μονογενή Υιόν του Θεού, ο οποίος «ευδοκία του Πατρός, ουκ εκ συναφείας φυσικής, αλλ΄ εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου υπερφυώς σαρξ ατρέπτως εγένετο..., αυτής της Θεομήτορος υπερφυώς χορηγούσης το πλασθήναι τω Πλάστη και το ανθρωπισθήναι τω Θεώ και Ποιητή του παντός, θεούντι το πρόσλημμα, σωζούσης της ενώσεως τα ενωθέντα τοιαύτα οία και ήνωται». 
Η Θεία Υπόσταση του Λόγου, ομοούσιος τω Πατρί κατά την Θεότητα, προσλαμβάνει στη μήτρα της Παναγίας την ανθρωπότητα, την πλήρη ανθρωπίνη φύση, και γίνεται ο Χριστός ομοούσιος τη Μητρί και ημίν, ενώνων στενώτατα τις δύο αυτές φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη, εν τη μια  Υποστάσει Του, χωρίς να μεταβληθούν ή συγχυσθούν οι φύσεις αυτές ή να απολεσθούν τα ουσιαστικά τους ιδιώματα. Η δε ανθρώπινη φύση υψώνεται δια της υποστατικής αυτής ένωσης στην θέωση. Γι’ αυτό λέγεται ακόμη Θεοτόκος η Παναγία «ου μόνον δια την φύσιν του Λόγου, αλλά και δια την θέωσιν του ανθρώπου». Διότι στη κοιλία της η ανθρώπινη φύση, δια της καθ΄ υπόσταση ένωσην με την Θεότητα του Θεού Λόγου, έλαβε «θέωσιν και λόγωσιν και υπερύψωσιν» και «τεθεώσθαι λέγεται και θεός γενέσθαι και ομόθεος τω Λόγω».
Η Παναγία είναι επίσης και Χριστοτόκος, «Χριστόν γαρ εγέννησε», (και θα μπορούσε να ονομάζεται «Χριστοτόκος και Κυριοτόκος και Σωτηριοτόκος και Θεοτόκος»), αλλά «επειδή επ΄ αναιρέσει της «Θεοτόκος» φωνής ο θεήλατος αιρετικός Νεστόριος αυτή κατεχρήσατο, ου Χριστοτόκον, αλλ΄εκ του κρείττονος αυτή Θεοτόκο κατονομάζομε. «Χριστοτόκοι γαρ και άλλαι των προφητών και βασιλέων μητέρες, μόνη δε Θεοτόκος η αγία Θεοτόκος Μαρία». Ο δε Λεόντιος ο Βυζάντιος επισφραγίζει αυτήν την Πατερική Παράδοσι όταν λέει: «Μόνον ιδικώτατον και κυριώτατον και σημαντικώτατόν εστι τη αγία αχράντω και αειδόξω Παρθένω όνομα το Θεοτόκος».
Εκ του μυστηρίου της θείας Σάρκωσης γνωρίζουμε επίσης ότι η Παναγία Θεοτόκος, όπως προ του τόκου, έτσι και εν τω τόκω και μετά τον τόκο ήταν και παρέμεινε διαπαντός παρθένος «νω και ψυχή και σώματι αειπαρθενεύουσα». Η αειπαρθενία της Παναγίας σημαίνει ότι αυτή, όπως εις την εκ Πνεύματος Αγίου άσπορο σύλληψη του Υιού του Θεού ήταν «απείρανδρος» και «απειρόγαμος» έτσι και στην γέννηση ο «τεχθείς την αυτής παρθενίαν εφύλαξε άτρωτον, μόνος διελθών δι΄ αυτής και κεκλεισμένην τηρήσας αυτήν... και διανοίγει μήτραν τα κλείθρα της παρθενίας μη λυμηνάμενος». Κάθε άλλη παρθένος φυσικά «τω τόκω την παρθενίαν λυμαίνεται», η Παρθενομήτωρ όμως και Θεοτόκος Μαρία «και προ τόκου και τίκτουσα μένει παρθένος, και μετά γέννησιν». Διότι η εξ αυτής γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού ήτο ταυτόχρονα «δι΄ ημάς, καθ΄ ημάς και υπέρ ημάς», δηλ. και σωτήριος, και φυσική και υπέρ φύσιν: «Δι΄ ημάς, ότι δια την ημετέραν σωτηρίαν· καθ΄ ημάς, ότι γέγονεν άνθρωπος εκ γυναικός και χρόνω κυήσεως· υπέρ ημάς, ότι ουκ εκ σποράς, αλλ΄ εξ Αγίου Πνεύματος και της Αγίας Παρθένου (=απειρογάμως), υπέρ νόμων κυήσεως» και «ωδίνων άνευ (=ανωδύνως)». Την δυνατότητα αυτής της γέννησης έδωσε στην Παναγία Παρθένο το Άγιον Πνεύμα, το «καθαίρον αυτήν και δύναμην δεκτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν» αλλά και ο ίδιος ο Μονογενής Υιός της, ο «τας της φύσεως ημών γονάς ελευθερώσας και Παρθενικήν αγιάσας μήτραν τω τόκω» Του.
Η Παναγία Θεοτόκος, «μένει και μετά τόκον παρθένος», είναι Αειπάρθενος, «ουδαμώς ανδρί μέχρι θανάτου προσομιλήσασα». Τα έτη της επιγείου ζωής του Υιού της έζησε μαζί Του, και κατά την ώρα του σταυρικού θανάτου Του «τας ωδίνας, ας διέφυγε τίκτουσα, ταύτας εν τω του πάθους καιρώ υπέμεινε, υπό της μητρικής συμπαθείας των σπλάγχνων τον σπαραγμόν ανατλάσα», και μετά την Ανάσταση «Θεόν τον σαρκί θανόντα κηρύττουσα». Μετά δε την Ανάληψη του Υιού της η Παναγία Θεομήτωρ έζησε μέχρι της Κοιμήσής της και Μετάστασης «εν τη θεία και περιωνύμω πόλει Δαβίδ, Σιών»: «αύτη η μήτηρ των ανά πάσαν την οικουμένην Εκκλησιών, της του Θεού Μητρός ενδιαίτημα πέφηνε».
Ας δούμε τώρα το θέμα του θανάτου της Παναγίας, της ταφής του σώματός της και της μεταστάσής της στους ουρανούς.

Γεγονός είναι, ότι η Παναγία πέθανε θάνατο ανθρώπινο. Αν και είναι «πηγή της Ζωής», «προς την ζωήν δια μέσου του θανάτου μετάγεται», και ενώ «εν τω τόκω τους όρους υπερβάσα της φύσεως, νυν υποκύπτει τοις ταύτης θεσμοίς και θανάτω το ακήρατον καθυποβάλλεται σώμα». Και επίσης «ως θυγάτηρ του πάλαι Αδάμ» τας πατρικάς ευθύνας υπέρχεται και «φυσικώς» η αγία της ψυχή «του ακηράτου χωρίζεται σώματος, και το σώμα τη νομίμω ταφή παραδίδοται». Η «ταφή» αυτή του σώματος γίνεται «ίνα το εκ γης συντεθέν παλινοστήση προς γην», για να αποβάλει εκεί «το θνητόν» και να ενδυθεί «το άφθαρτο», το πνευματικό και φωτεινό σώμα «της αφθαρσίας».

Ο φυσικός θάνατός της ήταν «υπέρ ημάς». Η «απειροδύναμος αγαθότης της θεαρχικής ασθενείας» του Υιού της «εκαινοτόμησε τας φύσεις» και τα πάντα όντως «εποίησε καινά». Η «ασθένειά» Του αυτή ήτο η σωτήρια και υψοποιός κένωση, η συγκαταβατική σάρκωση και ταπείνωση, το σωτήριον πάθος και ο ζωοποιός θάνατός Του για μάς, αλλά και υπέρ ημάς. Χάρις δε ακριβώς σ’ αυτή την «θεαρχικήν ασθένειάν» Του μετά την Ανάστασή Του, δια της οποίας κατάργησε το κράτος του θανάτου, η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Τεθέωμαι ο άνθρωπος, ο θνητός ηθανάτισμαι... την φθοράν απηφμίασμαι και αφθαρσίαν περίκειμαι τη περιβολή της Θεότητος». Και απόδειξη αυτολύ είναι οι Άγιοι, τα ζώντα μέλη του αεί ζώντος Χριστού και η «Ζωαρχική Μήτηρ» Του. Πώς λοιπόν μπορούν να ονομάζωνται αυτοί «νεκροί», αφού η Κεφαλή τους και η Απαρχή, ο Χριστός, είναι ζων και ζωοποιός; Ο θάνατός τους πλέον, δεν είναι θάνατος, αλλά «η καλλίστη εκδημία, η την προς Θεόν ενδημίαν χαρίζεται». Και εάν αυτό «πάσι τοις θεοφόροις θεράπουσι προς Θεού κεχάρισται· κεχάρισται γαρ και πιστεύομεν», πώς όχι μάλλον εις την Μητέρα του Θεού; Τόσον ο θάνατος της «Ζωαρχικής Μητρός» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του «θανάτου», ώστε δεν ονομάζεται καν «θάνατος», αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και «εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριον». Και άν ακόμη λεχθεί «θάνατος», όμως είναι «θάνατος ζωηφόρος» και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου.

Το ότι ο Θεός άφησε ακόμη να «μετάγωνται» δια του θανάτου σ’ αυτή την αιωνία ζωή οι Άγιοί Του και η ιδία η Μήτηρ Του, αυτό είναι κατά τα κρίματα και «θεσμοθετήματά» Του («και είκει τω του οικείου τόκου θεσμοθετήματι», αλλά ο θάνατος πλέον δεν έχει επάνω εις την Παναγία ούτε μέσα της καμμία εξουσία: «Σήμερον ο της ζωής θησαυρός, η της χάριτος άβυσσος, θανάτω ζωηφόρω καλύπτεται και τούτω αδειμάντως πρόσεισιν ή τον τούτου καταλύτην κυήσασα, ει και θάνατον προσαγορεύσαι χρεών την ταύτης πανίερον και ζωτικήν μεταβίωσιν. Η γαρ τοις πάσι την όντως ζωήν αναβλύσασα, πώς θανάτω γένοιτ΄ αν υποχείριος;». Την Μητέρα της αυθυποστάτου Ζωής, την «της ενεργείας πλησθείσαν του Πνεύματος... και την Πατρικήν ευδοκίαν εγκυμονήσασαν, την του Θεού Λόγου πάντα πληρούσαν υπόστασιν... και όλην Θεώ ενωθείσαν, πώς καταπίη ο θάνατος; πώς ο άδης εισδέξεται; πώς διαφθορά του ζωοδόχου κατατολμήσει σώματος; Αλλότρια ταύτα και πάντα ξένα της θεοφόρου ψυχής τε και σώματος. Ταύτη και προσβλέπων ο θάνατος δέδοικε· τω γαρ αυτής Υιώ προσβαλών έμαθεν αφ΄ων έπαθε και πείραν λαβών σεσωφρόνισται».
Η «αντινομία» αυτή του «ζωηφόρου θανάτου» της Παναγίας δεν πρέπει να παρακάμπτεται με ανθρώπινους συλλογισμούς ή ευσεβιστικές δοξασίες, όπως είναι τα νέα «δόγματα» των Δυτικών περί «Immaculata Conceptio» και «Αssumptio» (άνευ θανάτου), αλλά να κρατείται η πίστη των Πατέρων και η Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού.

Η Παναγία Θεοτόκος δεν έχει ανάγκη από ψευδή δόξαν. Ο «μακαρισμός» της και η «δόξα» της, είναι «η άσπορος σύλληψις, η θεία ενοίκησις, ο τόκος ο άφθορος» του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Με αυτό δεν συγκρίνεται καμμία άλλη δόξα ή αρετή ή χάρις ή ενέργεια, είτε ανθρώπινη, είτε θεία: «Αύτη γαρ ουκ ενεργείας Θεού υπήρξε δοχείον, αλλ΄ ουσιωδώς της του Υιού και Θεού υποστάσεως». Γι’ αυτό και ο θάνατός της δεν είναι κάτι το άδοξο γι’ αυτή, διότι τον δρόμο αυτό του θανάτου ήδη έχει περάσει ο Υιός της και ως Θεός και Σωτήρ «τω θανάτω τον θάνατον κατέλυσε» και «πρόδρομος υπέρ ημών σωματικώς εισελήλυθεν εις το ενδότερον του καταπετάσματος», εις τα υπερουράνια «Άγια των Αγίων». Γι’ αυτό Αυτός ο Ίδιος, ο Υιός της και Σωτήρ, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του, έρχεται «προς την οικείαν λοχεύτριαν» και «δεσποτικαίς παλάμαις τη Παναγία ταύτη και θειοτάτη οία Μητρί λειτουργών, την ιεράν ψυχήν υποδέχεται», και συνοδευόμενος από όλους τους Αγγέλους και τους Αγίους την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανόν, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου» Του, εις τα επουράνια «Άγια των Αγίων». Εις δε την «οσίαν ταφήν» του «ζωαρχικού και θεοδόχου σώματος» της Θεοτόκου, ο Ίδιος, ως «ο νέος Σολομών ο ειρηνάρχης», όλα τα υπερκόσμια τάγματα των Αγγέλων και των Αγίων και τους Αποστόλους της Καινής Διαθήκης Του «συν παντί τω εν Ιερουσαλήμ των αγίων λαώ Του ηκκλησίασε» και ούτω το πανάγιον και θεοδόχο σώμα «τω πανευκλεεί και υπερφυεί επιτίθεται μνήματι· καντεύθεν τριταίον (μετά τρεις ημέρας)» και «άφθαρτον  προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται, προς τον Μονογενή και ηγαπημένον Υιόν της και Θεόν».
Θα ήτο δυνατόν να ειπωθούν εδώ και πολλά άλλα δια την θέση της Παναγίας στην ουράνιο «Εκκλησίαν των πρωτοτόκων» και την μεσιτεία της δια την επίγειο Εκκλησία και γενικώς δια την θέση της σε όλη την Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Υιού της, από τον Οποίο είναι πάντοτε αχώριστος («ουδέν γαρ μέσον Mητρός και Υιού», ως και επίσης γι΄ αυτήν ως «ευεργέτιδα πάσης της φύσεως» και κτίσεως, και την υπό πάσης κτίσεως προσκύνησιν αυτής ως «Βασιλίδος και Κυρίας και Δεσποίνης και Θεομήτορος και αληθούς Θεοτόκου» 

Και πόσα θα μπορούσαν να ειπωθούν ακόμη περί της Παναγίας από την λατρεία της Εκκλησίας μας, στην οποίαν τόσοι και τόσοι ύμνοι της είναι του Δαμασκηνού! Και πόσα ακόμη από την ζωή της Εκκλησίας και την αιώνια και καθημερινή πείρα της! Αληθώς, η τιμή και ο μακαρισμός και η δόξα και η χάρις της Παναγίας Θεοτόκου στην Ορθόδοξο Εκκλησία δεν τελειώνουν ποτέ. Διότι «η εις αυτήν τιμή, εις τον εξ αυτής σαρκωθέντα Υιόν ανάγεται». Και όχι μόνον η τιμή, αλλά και πάντα τα άλλα, και προπαντός η ορθή πίστη και προσκύνηση. 

Διότι το τελικό περί Παναγίας Θεοτόκου μυστήριο είναι το «Μυστήριον του Χριστού», «το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον».