Σύμφωνα με την σύγχρονη βιβλική έρευνα, ο Ευαγγελιστής Μάρκος δεν «αντέγραψε» τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς με την έννοια της λογοκλοπής, αλλά αξιοποίησε λογοτεχνικές τεχνικές και μοτίβα που ήταν γνωστά στην ελληνορωμαϊκή γραμματεία (όπως τα ομηρικά έπη ή τα αρχαία μυθιστορήματα) για να διηγηθεί την ζωή του Ιησού.
Η θεωρία αυτή, γνωστή ως mimesis (μίμηση), υποστηρίζει ότι ο Μάρκος, γράφοντας για ένα ελληνόφωνο κοινό, χρησιμοποίησε οικεία λογοτεχνικά σχήματα για να καταστήσει το μήνυμά του πιο κατανοητό και ελκυστικό.
Για ποιους λόγους το έκανε;
Ο Μάρκος «μεταπλάθει» ιστορίες, χρησιμοποιώντας ομηρικά μοτίβα (π.χ. από την Οδύσσεια) και ελληνικά αφηγηματικά σχήματα, κάνει μια λογοτεχνική προσαρμογή.
Στόχος του ήταν να δείξει ότι ο Ιησούς είναι ανώτερος από τους ήρωες της κλασικής αρχαιότητας (π.χ. τον Οδυσσέα ή τον Αχιλλέα), λειτουργώντας ως «αντιστάθμισμα»
Το ευαγγέλιο απευθυνόταν σε εθνικούς (μη Ιουδαίους), οι οποίοι δεν ήταν εξοικειωμένοι με την εβραϊκή παράδοση. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα και δομή που θύμιζε ελληνικό δράμα ή λαϊκό μυθιστόρημα, έκανε το μήνυμα πιο προσβάσιμο.
Ο Μάρκος εστιάζει στα έργα και τα θαύματα, παρά στις διδαχές, χρησιμοποιώντας γρήγορο ρυθμό («ευθύς») και σκηνές γεμάτες δράση, συχνά δομημένες σαν σκηνές τραγωδίας.
Στόχος του Μάρκου ήταν να αποδείξει την θεϊκή καταγωγή του Ιησού, παρουσιάζοντάς τον ως τον «Υιό του Θεού», τον θαυματουργό θεραπευτή και τον πραγματικό Θεό στον οποίο οι πιστοί καλούνται να ακολουθήσουν.
Παρά την επιρροή της ελληνικής γραμματείας, η κύρια πηγή του Μάρκου ήταν η προφορική παράδοση και οι πληροφορίες που, σύμφωνα με την παράδοση, παρείχε ο Απόστολος Πέτρος.
Ο Μάρκος δεν αντιγράφει αυτούσια κείμενα, αλλά μεταμορφώνει τα μοτίβα για να υπηρετήσει το χριστιανικό κήρυγμα, κάτι που αποτελούσε κοινή πρακτική της εποχής.
Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο θεωρείται το αρχαιότερο (περίπου το 65-70 μ.Χ.) και γράφτηκε πιθανότατα στην Ρώμη, περιέχοντας στοιχεία από λατινικές λέξεις και αραμαϊκές εκφράσεις.
Δεν πρόκειται για «αντιγραφή» με την στενή έννοια της λογοκλοπής, αλλά για αξιοποίηση της ελληνικής γλώσσας, των εννοιών και της φιλοσοφικής σκέψης από τους Αποστόλους, προκειμένου να καταστήσουν το χριστιανικό μήνυμα κατανοητό στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Βέβαια ο κυριότερος Απόστολος που χρησιμοποίησε την ελληνική σκέψη ήταν ο Παύλος.
Αξιοποιήθηκε η ελληνική σκέψη στις Πράξεις των Αποστόλων (17:22-31). Ο Παύλος παραθέτει αυτούσια λόγια αρχαίων Ελλήνων ποιητών για να μιλήσει για τον Θεό: «Εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (αναφορά στον Κρητικό ποιητή Επιμενίδη).«Του γαρ και γένος εσμέν» (από τον Άρατο ή τον Κλεάνθη).
Ο Παύλος χρησιμοποιεί έννοιες γνωστές στους Στωικούς φιλοσόφους, όπως η «συνείδηση», η «φύση» και η «λογική λατρεία», προσαρμόζοντάς τες στο χριστιανικό πλαίσιο.
Ο Παύλος εκμεταλλεύεται τον βωμό στον «Αγνώστω Θεώ» στην Αθήνα για να παρουσιάσει τον έναν, αθέατο Θεό, αντίθετα με την ειδωλολατρία.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, αν και όχι στους 12, χρησιμοποιεί τον όρο «Λόγος» (Ιωάννης 1:1), ο οποίος είναι κεντρικός στη στωική φιλοσοφία και την πλατωνική σκέψη (ως η κοσμική λογική), για να περιγράψει τον Χριστό.
Οι Απόστολοι, ειδικά ο Παύλος που δίδαξε σε Ελλάδα και Ρώμη, έπρεπε να μιλήσουν σε μορφωμένους ανθρώπους που δεν γνώριζαν την Παλαιά Διαθήκη.
Έφτιαξαν γέφυρα μεταξύ Φιλοσοφίας και Πίστης. Χρησιμοποίησαν τα «σπέρματα αλήθειας» (σπερματικός λόγος) που πίστευαν ότι υπήρχαν στην ελληνική φιλοσοφία για να εισαγάγουν την χριστιανική αποκάλυψη.
Αποδόμησαν την Ειδωλολατρία χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις ελληνικές πηγές κι έδειχναν ότι η λατρεία αγαλμάτων (χρυσού, αργύρου, λίθου) ήταν κατώτερη της ανώτερης φιλοσοφικής σκέψης, η οποία στρεφόταν προς έναν αόρατο δημιουργό.
Αν και υπήρξε αυτή η αλληλεπίδραση, ο Παύλος ξεκαθαρίζει ότι ο Χριστός δεν είναι προϊόν φιλοσοφικής αναζήτησης, αλλά αποκάλυψη, χαρακτηρίζοντας το μήνυμα του Σταυρού ως «μωρία» για τους κοσμικά σοφούς (Α' Κορ. 1:23).
Ας δούμε πώς «συνδέθηκαν» οι Απόστολοι και η πρώτη Εκκλησία με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Οι δύο πιο ενδιαφέροντες δρόμοι είναι: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο «Λόγος»: Είναι η πιο βαθιά φιλοσοφική σύνδεση.
Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί την ελληνική έννοια του Λόγου (που για τους Έλληνες ήταν η παγκόσμια τάξη και λογική) για να παρουσιάσει τον Χριστό.
Είναι το σημείο όπου η ελληνική φιλοσοφία συναντά την χριστιανική θεολογία.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, η επόμενη γενιά, ουσιαστικά «πάντρεψαν» τα δύο συστήματα.
Ο Μέγας Βασίλειος, για παράδειγμα, έγραψε ολόκληρο έργο για το πώς οι νέοι πρέπει να διαβάζουν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, λέγοντας ότι πρέπει να κρατάμε ό,τι καλό έχουν (όπως η μέλισσα παίρνει τη γύρη) και να πετάμε τα υπόλοιπα.
Οι διαφορές μεταξύ Στωικισμού και Χριστιανισμού είναι δομικές, παρά τις επιφανειακές ομοιότητες στο ηθικό κομμάτι.
Για τους Στωικούς ο Θεός είναι απρόσωπος (ταυτίζεται με την Φύση/Λόγο - Πανθεϊσμός).
Για τον Χριστιανισμό ο Θεός είναι Πρόσωπο που αγαπάει κι επεμβαίνει στην ιστορία.
Οι Στωικοί πιστεύουν στην αυτάρκεια. Ο άνθρωπος σώζεται ....μόνος του!!! μέσω της λογικής και της απάθειας.
(Μόνος του φαντάζομαι θα δημιουργήθηκε κιόλας ε;)
Στον Χριστιανισμό η σωτηρία είναι δώρο (Χάρη) από τον Θεό. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.
Οι Στωικοί θεωρούν το σώμα "φυλακή" ή κάτι αδιάφορο.
Ο Χριστιανισμός το θεωρεί "ναό του Αγίου Πνεύματος" και πιστεύει στην ανάστασή του, όχι μόνο στην επιβίωση της ψυχής.
Οι Στωικοί επιδιώκουν την Απάθεια (εκρίζωση των παθών).
Ο Χριστιανισμός επιδιώκει την μεταμόρφωση των παθών σε Αγάπη (ο Χριστός δακρύζει, πονάει, συγκινείται).
Όσο για τον Πλάτωνα, η χρήση του από τους χριστιανούς ήταν εργαλειακή.
Οι πρώτοι χριστιανοί στοχαστές (όπως ο Ιουστίνος, ο Κλήμης και αργότερα οι Καππαδόκες) είδαν στον Πλάτωνα έναν «χριστιανό προ Χριστού».
Τον χρησιμοποίησαν στα εξής σημεία:
Ο Πλάτωνας έλεγε ότι ο αισθητός κόσμος είναι αντίγραφο ενός ανώτερου πνευματικού κόσμου. Οι χριστιανοί το υιοθέτησαν για να εξηγήσουν την διαφορά μεταξύ κτιστού (υλικού) και ακτίστου (Θεού).
Χρησιμοποίησαν τα επιχειρήματα του Πλάτωνα (π.χ. από τον Φαίδωνα) για να υποστηρίξουν ορθολογικά ότι η ψυχή δεν πεθαίνει μαζί με το σώμα.
Δανείστηκαν την πλατωνική ορολογία για τις αρετές (φρόνηση, δικαιοσύνη, ανδρεία, σωφροσύνη) για να περιγράψουν την πνευματική ζωή.
Στον Τίμαιο του Πλάτωνα υπάρχει ο "Δημιουργός" που φτιάχνει τον κόσμο. Αν και ο πλατωνικός δημιουργός πλάθει από προϋπάρχουσα ύλη (ενώ ο χριστιανικός εκ του μηδενός), η ιδέα ενός νοητού σχεδίου στον κόσμο τους βόλευε για να αντικρούσουν τους υλιστές.
Ο λόγος που το έκαναν ήταν για να "ντύσουν" την νέα θρησκεία με το κύρος της ελληνικής παιδείας, κάνοντάς την ελκυστική στους μορφωμένους της εποχής.
Για να καταλάβουμε την σχέση της Εκκλησίας με την αρχαία σκέψη, πρέπει να δούμε τι κράτησαν (λεξιλόγιο) και τι πέταξαν (δόγμα), καθώς η σύγκρουση ήταν εξίσου σημαντική με την επιρροή.
Η επίδραση της Στοάς στο Χριστιανικό Λεξιλόγιο.
Οι Χριστιανοί δανείστηκαν λέξεις από τους Στωικούς, αλλά τους έδωσαν νέο περιεχόμενο.
Ο "λόγος" για τους Στωικούς ήταν η απρόσωπη κοσμική λογική που διαπερνά την ύλη.
Ο Χριστιανισμός πήρε την λέξη και την έκανε Πρόσωπο (τον Υιό του Θεού).
Η Συνείδηση ήταν μια κατεξοχήν στωική έννοια.
Οι Απόστολοι (ειδικά στις Επιστολές) την χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν τον εσωτερικό ηθικό νόμο που έχουν όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους.
Την αρετή οι Στωικοί την έβλεπαν ως τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.
Ο Χριστιανισμός την κράτησε ως ορολογία, αλλά την θεωρεί μέσο για την ένωση με τον Θεό, όχι αυτοσκοπό.
Στην Στοά το πάθος είναι «νόσος» της λογικής που πρέπει να εξαφανιστεί.
Στον Χριστιανισμό το πάθος είναι μια ενέργεια της ψυχής που πρέπει να μεταμορφωθεί (π.χ. ο θυμός να γίνει ζήλος για το καλό).
Παρά τον θαυμασμό τους, οι Χριστιανοί απέρριψαν κάθε πλατωνική ιδέα που ερχόταν σε σύγκρουση με το Ευαγγέλιο.
Ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι ψυχές υπήρχαν πριν το σώμα και «έπεσαν» σε αυτό.
Οι Χριστιανοί το απέρριψαν κατηγορηματικά, τονίζοντας ότι ψυχή και σώμα δημιουργούνται ταυτόχρονα.
Η πλατωνική ιδέα της ανακύκλωσης των ψυχών (μετενσάρκωση) απορρίφθηκε ως αντίθετη με την ιδέα της μοναδικότητας του προσώπου και της τελικής Κρίσης.
Για τον Πλάτωνα η ύλη είναι συχνά κατώτερη ή πηγή κακού.
Ο Χριστιανισμός, λόγω της Ενσάρκωσης του Χριστού, διδάσκει ότι η ύλη είναι καλή και δημιουργία του Θεού.
Ο Πλάτωνας έβλεπε τον «Δημιουργό» περισσότερο ως έναν αρχιτέκτονα που τακτοποιεί προϋπάρχουσα ύλη.
Ο Χριστιανισμός επέβαλε το δόγμα της δημιουργίας «εκ του μηδενός».
Γιατί τα απέρριψαν οι χριστιανοί; Διότι αν δέχονταν την προΰπαρξη ή την κακία της ύλης, θα ακύρωναν την έννοια της Ανάστασης του σώματος, που είναι το κέντρο της πίστης τους.