Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Χριστιανισμός, Πλάτων, Αριστοτέλης

Διαφορές τής Χριστιανικής θεώρησης από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη

Η «πνοή ζωής», που ζωοποιεί από την αρχή το σώμα του ανθρώπου, συνδέεται στενά με το σώμα, το εμψυχώνει και το ζωοποιεί, το συγκροτεί και το ενοποιεί. 

Οι Άγιοι αποκτούν εμπειρία του εμφυσήματος του Θεού με την προσευχή και, κυρίως, με την νοερά προσευχή, που θερμαίνει και κινεί όλο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.

Και οι αρχαίοι φιλόσοφοι μίλησαν για την ψυχή του ανθρώπου, την ύπαρξή της, τον τρόπο σύνδεσής της με το σώμα, την ύπαρξή της μετά τον θάνατο. 

Κι αυτοί είχαν την γνώση ότι διαφέρει η ψυχή από το σώμα, αλλά βέβαια οι απόψεις τους ήταν εντελώς, διαφορετικές από την εμπειρία των θεοπτών Αγίων της Εκκλησίας. 

Οι φιλόσοφοι μιλούσαν για την κατά φύση αθάνατη ψυχή και το κατά φύση θνητό σώμα. Όμως αυτή η διάκριση δεν έγινε αποδεκτή από τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι, διδάσκουν ότι τόσο η ψυχή όσο και το σώμα είναι δημιουργήματα του Θεού.

Εκείνο που δεν αλλάζει, κατά τον Πλάτωνα, είναι τα αρχέτυπα. Και η ψυχή, επειδή έχει ομοιογένεια με τα αρχέτυπα, πνευματικά είναι αυτά, πνευματική είναι και η ψυχή, άϋλα είναι εκείνα, άυλη κι η ψυχή. Οπότε, το όμοιο γνωρίζει το όμοιο.

Επομένως, είναι φυσικό, είναι η φυσική δύναμη της ψυχής να γνωρίζει αυτά τα αρχέτυπα. Εξ αιτίας όμως της φυλάκισης της ψυχής μέσα στο σώμα, η ψυχή βρίσκει εμπόδιο το σώμα για να γνωρίσει αμέσως αυτά τα αρχέτυπα, τα οποία βέβαια γνώριζε σε μία πρότερη ζωή.

Οπότε, έχουμε εξ αιτίας αυτής της ανάλυσης την λεγομένη μαιευτική μέθοδο, που ο άνθρωπος, για να γνωρίσει την αλήθεια, απλώς πρέπει να την θυμηθεί. Οπότε, υπάρχει μια λήθη, η ψυχή έχει ξεχάσει αυτά που ήξερε, οπότε πρέπει να τα θυμηθεί. 

Έχουμε αυτή την περίφημη μέθοδο του Σωκράτη, την λεγόμενη μαιευτική μέθοδο, κατά την οποία ο διδάσκαλος είναι εκείνος ο οποίος εκμαιεύει ήδη υπάρχουσες γνώσεις μέσα στον άνθρωπο. 

Οπότε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η γνώση των αρχετύπων είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Η ψυχή γνώριζε αυτά τα αρχέτυπα πριν φυλακιστεί μέσα στο σώμα. Βέβαια, αυτή η πλατωνική αντίληψη μέσα στον Χριστιανισμό πήρε την μορφή περί εμφύτου γνώσης του Θεού και του ανθρώπου.

Επίσης, ο Πλάτων υποστήριζε ότι η ψυχή του ανθρώπου ήταν εκ φύσεως αθάνατη, ενώ ο Αριστοτέλης δεν δεχόταν το αθάνατον της ατομικής ψυχής, της λεγομένης παθητικής ψυχής.

Υπάρχει κάποια διάκριση μεταξύ του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, διότι ο Αριστοτέλης δεν δέχεται την αθανασία της ατομικής ψυχής. Δεν υπάρχει αθανασία της ατομικής ψυχής, διότι, στον Αριστοτέλη, όπως τον διαβάζουμε εμείς και οι Άραβες, υπάρχουν δυο ψυχές. Υπάρχει η ποιητική ψυχή και υπάρχει και η παθητική ψυχή.

Η παθητική ψυχή, που είναι η ατομική ψυχή, δεν είναι αθάνατη, έρχεται στην ύπαρξη με την ένωση της μορφής με την ύλη, και, όταν διαλύεται αυτή η ένωση μορφής και ύλης, διαλύεται η παθητική ψυχή και εξαφανίζεται, οπότε, το άτομο εξαφανίζεται, για τον Αριστοτέλη.

Η ποιητική ψυχή είναι μία για όλους τους ανθρώπους, οπότε υπάρχει ομαδική αθανασία που είναι η αθανασία του είδους της ανθρωπότητας, αλλά όχι όμως μια αθανασία των ατόμων. 

Στην διδασκαλία περί γενέσεως και φθοράς του Αριστοτέλη δεν υπάρχει αθανασία. Όμως στον Πλάτωνα φαίνεται, από τις ερμηνείες που γίνονται για τον Πλάτωνα - σε αυτό κανείς δεν μπορεί να είναι και πολύ βέβαιος για τον Πλάτωνα - για τον Πλάτωνα υπάρχει ατομική αθανασία, φαίνεται τουλάχιστον ότι υπάρχει ατομική αθανασία, και συνδέεται με την διδασκαλία του Πλάτωνα περί ευδαιμονίας.

Τώρα, στον Αριστοτέλη, εφ' όσον η ατομική αθανασία δεν υπάρχει, σημαίνει ότι προ της γέννησης του ανθρώπου, ο άνθρωπος ως άτομο δεν υπάρχει, και μετά τον θάνατο του σώματος, ο άνθρωπος πάλι ως άτομο δεν υπάρχει. 

Οπότε, η διδασκαλία του Αριστοτέλη περί ευδαιμονίας είναι η προσωρινή ευδαιμονία σε αυτήν την ζωή. 

Οπότε, δεν υπάρχει για τον Αριστοτέλη θέμα ευδαιμονίας του ατόμου μετά τον θάνατο. Όπως δεν υπάρχει και προ της γέννησης.

Για τον Πλάτωνα, όμως, υπάρχει το θέμα της ευδαιμονίας και προ της γέννησης του ανθρώπου και μετά τον θάνατο του ανθρώπου, εφόσον όχι μόνο υπάρχει αθανασία της ψυχής, αφού η ψυχή επιβιώνει μετά τον θάνατο του σώματος και υπάρχει μετά στην άλλη ζωή, δηλαδή, για τον Πλάτωνα, αθανασία της ψυχής συνεπάγεται όχι μόνον το ατελεύτητο της ψυχής, αλλά και το άναρχο της ψυχής. Όπως η ψυχή δεν έχει τέλος, κατά τον ίδιο τρόπο η ψυχή δεν έχει και αρχή. Οπότε, η ψυχή προϋπάρχει για τον Πλάτωνα.

Βέβαια, σε αυτά τα θέματα υπάρχει θέμα εάν είναι επηρεασμένος ο Πλάτωνας μέσω των διονυσιακών θρησκειών από τις ανατολικές παραδόσεις, που υπάρχει διδασκαλία περί προϋπάρξεως της ψυχής και της υπάρξεως μετά τον θάνατον, και διδασκαλίας περί μετεμψύχωσης κλπ, που είναι σήμερα γνωστά στον Ινδουισμό, στις ανατολικές θρησκείες, φαίνεται υπήρχε στον Ζωροαστρισμό. 

Ομως υπάρχει θεωρία ότι αυτά έχουν ανατολική προέλευση, και δεν είναι μέρος του αρχαίου Ελληνικού κόσμου δηλαδή, που πιστεύεται ότι ο Αριστοτέλης τουλάχιστον είναι πιο αντιπροσωπευτικός του Ελληνικού πνεύματος.

Πάντως, οι Θεούμενοι Πατέρες δεν δέχθηκαν αυτές τις απόψεις των αρχαίων φιλοσόφων, καίτοι τις γνώριζαν από τις μελέτες τους, γιατί ήξεραν από την εμπειρία τους ότι τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.

Η διδασκαλία του Πλάτωνα δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από την πατερική παράδοση, διότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ουδέποτε δέχθηκαν την κατά φύση αθανασία της ψυχής. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας η ψυχή είναι κατά φύση θνητή και όχι κατά φύση αθάνατη.

Είναι κατά φύση θνητή και όχι κατά φύση αθάνατη, διότι, για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο μόνος φύσει αθάνατος είναι ο Θεός. Ο μόνος άναρχος και ατελεύτητος κατά φύση είναι ο Θεός. 

Ο άνθρωπος είναι κατά φύση με αρχή, διότι είναι κτίσμα, αλλά κατά φύση ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει και τέλος. Οπότε, ο άνθρωπος δεν είναι κατά φύση αθάνατος.

Όμως, η ψυχή είναι αθάνατη κατά Χάρη, επειδή το θέλησε ο Θεός.

Ακόμη, στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία αναπτύσσεται η άποψη περί ελευθέρωσης της ψυχής από το σώμα, για να επανέλθει στον αγέννητο κόσμο των ιδεών και να έχει εμπειρία του Θεού. Κατά τον Πλάτωνα "ο άνθρωπος είναι όμοιος κατά φύσιν με το ύψιστον αγαθόν-άϋλον".

Επειδή η ψυχή έχει αυτήν την ομοιότητα με το ύψιστο αγαθό, γι' αυτό και φύσει έχει την δύναμη μέσα της να γνωρίζει τον Θεό, αρκεί να απαλλαγεί από την ύλη, επειδή η ψυχή του ανθρώπου είναι φυλακισμένη μέσα στο σώμα και το σώμα είναι το σήμα της ψυχής. 

Επομένως, εάν απαλλαγεί η ψυχή από το σώμα, τότε η ψυχή ενώνεται ξανά με το ύψιστο αγαθό και έχει εμπειρία του Θεού.

Οι Θεούμενοι, όμως, διδάσκουν ότι η θέα του Θεού από τον άνθρωπο γίνεται με την δωρεά-χάρη του Θεού.

Το να βλέπει κανείς τον Θεό είναι δώρον του Θεού προς τον άνθρωπο και σε αυτό το δώρο μετέχει και το σώμα, που και αυτό θεούται και μετέχει στην θεοπτία. 

Και η εμπειρία της Θέωσης είναι διαβρωτική για όλη την ανθρώπινη φύση, μετέχει όλος ο άνθρωπος στην εμπειρία αυτή.

Στον πλατωνισμό υπάρχει τελείως το αντίθετο. Πρέπει η ψυχή να ελευθερωθεί από το σώμα για να δει τον Θεό, ενώ στην Ορθοδοξία αυτό είναι μεγάλη αίρεση.

Από αυτής της άποψης, το εάν η ψυχή είναι άυλος ή σωματική είναι τελείως άσχετο για μας τους Ορθοδόξους, διότι, ο τρόπος γνώσης του Θεού είναι η θέωση, το οποίο είναι δώρο από τον Θεό. 

Εφ' όσον μετέχει το σώμα στην εμπειρία της Θέωσης, δεν έχει σημασία εάν η ψυχή είναι άυλος ή δεν είναι άυλος, και ως υλική μετέχει, εφ' όσον μετέχει και το σώμα στην εμπειρία αυτή.

Και στο θέμα της έκστασης υπάρχει διαφορετική αντίληψη μεταξύ Ορθοδόξου θεολογίας και φιλοσοφίας. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, επειδή έχουν προσωπική πείρα των θεμάτων αυτών, έκαναν την διάκριση μεταξύ θεοπτικών και δαιμονικών εμπειριών.

Με τον νεοπλατωνισμό, που καθαρά πλέον η πλατωνική φιλοσοφία συγχωνεύεται με την θρησκειολογία και διάφορες δεισιδαιμονίες κ.ο.κ., μπαίνει το κριτήριο της έκστασης του φιλοσόφου. 

Φεύγει το πνεύμα από το σώμα, από τον χρόνο, από τις διαστάσεις, από τα διαστήματα, από την διαδοχική σκέψη και έχει μια επαφή με το υπερβατικό.

Και αυτό γίνεται μέσω της έκστασης, που είναι μια κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος απαλλάσσεται, πλέον, πλήρως από τις αισθήσεις του και έχει άμεση επαφή με το θείον.

Από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, η οποία στηριζόταν στον ορθό λόγο και την φαντασία, επηρεάστηκαν και δυτικοί θεολόγοι και στο θέμα της ψυχής.

Ο Αυγουστίνος, προ του Βαπτίσματος, πίστευε στην προΰπαρξη των ψυχών. 

Έχει ολόκληρη την πλατωνική φρασεολογία εκεί μέσα. 

Μιλάει για την ανάγκη η ψυχή να επιστρέψει στην πατρίδα της. 

Η επιστροφή της ψυχής σημαίνει επιστροφή στον κόσμο των ιδεών, των αρχετύπων.

Ο μεγάλος Φράγκος, ο Θωμάς Ακινάτης, ερμήνευσε τον Αριστοτέλη ως διδάσκοντα την αθανασία της ατομικής ψυχής του ανθρώπου και όχι μόνο της ποιητικής ψυχής, οπότε κάθε άνθρωπος είναι αθάνατος.

Όμως, με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, έχουν καταρριφθεί οι απόψεις της κλασσικής μεταφυσικής και στο θέμα της "υπάρξεως αΰλου ψυχής".

Από αυτήν την εξέλιξη έχουμε ένα παράξενο φαινόμενο, ότι η διανόηση του ανθρώπου, η ικανότητα του ανθρώπου να ασχολείται με αφηρημένες έννοιες, δεν οφείλεται στην ύπαρξη πνευματικής ψυχής, που πιστεύουν οι φιλόσοφοι, διότι το ίδιο το κυτταρικό σύστημα του ανθρώπου ασχολείται με όλα τα περίπλοκα νοήματα που ασχολείται το ανθρώπινο πνεύμα.

Οπότε, τα παλιά επιχειρήματα περί ύπαρξης αΰλου ψυχής, των Πλατωνικών και των Αριστοτελικο-φράγκων δηλαδή θεολόγων, αυτά πάνε περίπατο πλέον. 

Δεν μπορούν πλέον ν’ αποδείξουν την αθανασία της ψυχής από αυτού του είδους τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, διότι σήμερα μαθαίνουμε και τα κομπιούτερ να σκέπτονται, δηλαδή, που σημαίνει ότι τα παλιά μεταφυσικά θεμέλια της δυτικής θεολογίας έχουν καταστραφεί πλέον.

Έτσι, δεν είναι δυνατόν σήμερα να είμαστε απολογητές του δυτικού Χριστιανισμού και στο θέμα της ψυχής, που έχει επηρεαστεί από τις απόψεις της αρχαίας κλασσικής μεταφυσικής. 

Οι Θεούμενοι Πατέρες της Εκκλησίας, γνώριζαν από την πείρα τους ότι η ψυχή είναι δημιούργημα του Θεού και δεν προήλθε από τον αγέννητο κόσμο του Θεού.

Υπάρχουν κάτι ευσεβιστικά εγχειρίδια, που γράφουν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι εκ του Θεού. Αν ήταν η ψυχή του ανθρώπου εκ του Θεού, τότε ο άνθρωπος θα ήταν Θεός κατά φύσιν. Η ψυχή του ανθρώπου, κατά τους Πατέρες, δεν είναι εκ του Θεού, αλλά εκ του μηδενός. Όπως είναι και το σώμα εκ του μηδενός, δηλαδή από το μη ον.

Επίσης, διδάσκουν οι Θεούμενοι Πατέρες ότι η ψυχή, επειδή προήλθε από το μη ον, είναι κτιστή, και η αθανασία της ψυχής δεν είναι εκ φύσεως, αλλά εκ Χάριτος.

Η ίδια η ψυχή του ανθρώπου είναι υλική και όχι καθαρά πνευματική, εάν ως πνευματικό εννοούμε τον ίδιο τον Θεό.

Επομένως, στην Ορθόδοξη παράδοση δεν εξαρτάται η αθανασία της ψυχής από το ότι η ψυχή είναι άυλη, ασύνθετη, αδιαίρετη κ.ο.κ., αλλά βασίζεται όχι στην φύση, αλλά στην θέληση του Θεού.

Γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας δίνουν μεγάλη σημασία στην θέωση του ανθρώπου, δηλαδή στην θέωση ψυχής και σώματος.

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Πώς μπορούμε να αποκτήσουμε την γνώση του Θεού;

Οι θεωρίες για την λεγόμενη "φυσική αποκάλυψη" λένε πως ο άνθρωπος έχει μέσα του έμφυτη την γνώση τού Θεού, την οποία καλλιεργεί περαιτέρω. 

Γεννιέται δηλαδή ο άνθρωπος με την γνώση τού Θεού. 

Άλλες πάλι θεωρίες λένε ότι δεν υπάρχει "φυσική αποκάλυψη" αλλά μόνο αποκάλυψη εκ μέρους τού Θεού απ' ευθείας. 

Είναι ένα δίλημμα που αναπτύχθηκε κυρίως μεταξύ Προτεσταντών και Ρωμαιοκαθολικών. 

Πρωτοστάτης τής άποψης ότι δεν υπάρχει "φυσική αποκάλυψη" ήταν στην Δύση - και εξακολουθεί να είναι - ο Karl Barth { (1886-1968) κορυφαίος Ελβετός μεταρρυθμιστής θεολόγος, που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Χριστιανούς στοχαστές του 20ού αιώνα}

Όπως και για άλλα θέματα, αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει μέσα στα πλαίσια τής δικής μας Ορθόδοξης παράδοσης και σκέψης. 

Ας δούμε τις πατερικές απόψεις, τις απόψεις τής Ορθοδόξου παραδοσης στο θέμα τής γνώσης τού Θεού.

Κατ' αρχάς τι είναι γνώση;

1. Γνώση πραγμάτων

Όταν λέμε ότι γνωρίζω κάτι, π.χ. το τραπέζι, αυτό σημαίνει ότι ενεργώ κατά τον εξής τρόπο: Το τραπέζι αυτό το εντοπίζω για να το ταυτίσω με τον εαυτό του. Ο Αριστοτέλης είχε εισηγηθεί αυτήν την βασική αρχή που έμεινε γνωστή ως το "τόδε τι" τού Αριστοτέλους. 

Όταν δείξεις προς κάτι και το ταυτίσεις και πεις ότι: αυτό είναι "αυτό" και όχι κάτι άλλο, τότε το γνωρίζεις. 

Δηλαδή η γνώση έχει πάντοτε σχέση με κάποια ταύτιση. 

Από τη στιγμή που χάνεται η ταυτότητα ενός αντικειμένου, χάνεται και η γνώση. 

Εάν αυτό το τραπέζι δεν είναι αυτό το τραπέζι αλλά άλλο, τότε δεν το γνωρίζω. 

Δεν μπορώ να το ταυτίσω, σημαίνει: "δεν μπορώ να το γνωρίσω". Επομένως, η ταυτότητα ενός αντικειμένου ή όντος, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την γνώση.

Τώρα, πώς ταυτίζουμε τα διάφορα αντικείμενα; (Αυτό έχει σχέση με την γνωσιολογία της κάθε επιστήμης. Μιλάμε γενικά). 

Και για να απλοποιήσω το πράγμα, σας θέτω το ερώτημα: «Με ποιο τρόπο ταυτίζω αυτό το τραπέζι και λέω συνεπώς ότι το γνωρίζω;»

Α. Ο τρόπος αυτός περιλαμβάνει σε πρώτη φάση μιαν αρνητική ενέργεια. Δηλαδή ταυτίζω αυτό το τραπέζι και λέω ότι είναι αυτό, αποκλείοντας κάτι άλλο. Δηλαδή λέω ότι το α είναι α και ότι δεν είναι β. 

Επομένως για να ορίσω το α, προσπαθώ να πω τι δεν είναι το α, κάνοντας μια απόκρουση ενός άλλου όντος. Όταν λέω ότι είναι αυτό, σημαίνει ότι δεν είναι εκείνο.

B. Η δεύτερη βασική ενέργεια που εμπεριέχεται στην πράξη τής γνώσης είναι - ακριβώς επειδή κάνω αυτόν τον αποκλεισμό τών άλλων αντικειμένων, - ότι είμαι υποχρεωμένος να θέσω όρια γύρω από το αντικείμενο γνώσεώς μου, να το ορίσω. (Προσέξτε, οι λέξεις έχουν σημασία). 

Τι σημαίνει "ορισμός"; Ο ορισμός εμπεριέχει την έννοια τού όρου, τών ορίων που θέτω γύρω από ένα αντικείμενο. Το εντοπίζω αποκλείοντας άλλα, και θέτω όρια γύρω του. 

Γ. Η τρίτη ενέργεια που κάνω και η οποία είναι συνέπεια τής δεύτερης, είναι ότι το περιγράφω (να μια λέξη πάλι που είναι γνωσιολογική, αλλά που σημαίνει ακριβώς αυτή την ταύτιση ενός αντικειμένου με την μέθοδο τής απομόνωσής του). 

Περιγραφή ενός αντικειμένου σημαίνει ότι γράφω πέριξ αυτού και κάνω ένα πλαίσιο. Λέω ότι το α είναι α, και δεν είναι β. και δι' αυτού τού τρόπου το γνωρίζω. 

Τώρα, πώς κάνω την περιγραφή; Την περιγραφή για να την κάνω, χρησιμοποιώ ορισμένες ιδιότητες, που έχει το αντικείμενο. Π.χ. αυτό το τραπέζι για να πω ότι το περιγράφω και το γνωρίζω περιγράφοντάς το, πρέπει να του δώσω ένα σχήμα. 

Εάν χάσει το σχήμα του, δηλαδή αυτό που ο χώρος και ο χρόνος μου επιτρέπει, θα πω ότι αυτό το τραπέζι είναι άλλο από εκείνο το τραπέζι. Το γνωρίζω ως άλλο. Φανταστείτε εάν εκλείψει ο χώρος και ο χρόνος και εκλείψει και η δυνατότητα τής απομόνωσης και τής περιγραφής βάσει τού σχήματος τού τραπεζιού, και ενωθεί αυτό το τραπέζι με το άλλο το τραπέζι σε απόλυτο βαθμό, τότε δεν μπορώ πλέον να το γνωρίζω το τραπέζι. Η ταυτότητα χάνεται και δημιουργείται σύγχυση τών αντικειμένων. Χάνεται η γνώση.

Επομένως, η περιγραφή, με την έννοια αυτή τής χρησιμοποίησης τών ορίων που θέτει ο χώρος και ο χρόνος μεταξύ δύο αντικειμένων είναι απαραίτητο στοιχείο και πραγματοποιείται με βάση τις ιδιότητες που έχει ένα αντικείμενο (π.χ. το σχήμα του), και αυτό προχωρεί περισσότερο (ο Αριστοτέλης τα ανέλυσε όλα αυτά), με τις ιδιότητες τών αντικειμένων, οι οποίες προέρχονται από μια κρίση που εκφέρει το υποκείμενο τής γνώσης. 

Δηλαδή λέω ότι αυτό το τραπέζι είναι τετράγωνο (καθώς προχωρεί η γνώση τού τραπεζιού ορίζω πλέον το σχήμα του και λέω ότι είναι τετράγωνο).

Αλλά από πού παίρνω την έννοια τού τετραγώνου; Είναι μια έννοια. Ο Πλάτων θα έλεγε ότι είναι μια ιδέα που παίρνουμε από τον μόνιμο κόσμο τών ιδεών και την εφαρμόζουμε στα αισθητά αντικείμενα. 

Ο Αριστοτέλης λέει ότι δεν είναι ιδέα, αλλά ιδιότητες που τις έχει το ίδιο το αντικείμενο. Έχουμε συνεπώς μέσα στο τραπέζι την ιδιότητα τού τετραγώνου.

Εν πάση περιπτώσει, αυτό για να το πω τετράγωνο πρέπει να χρησιμοποιήσω ένα λογικό σχήμα, το οποίο δεν εφαρμόζεται μόνο στο τραπέζι αλλά είναι γενικότερο. Εφαρμόζεται και σε άλλα αντικείμενα. Δεν είναι μόνο το τραπέζι τετράγωνο. 

Εάν υποτεθεί ότι μόνο το τραπέζι στον κόσμο όλο είναι τετράγωνο, δεν θα μπορούσα να το πω τετράγωνο. Την έννοια τού τετραγώνου, την δανείζομαι από εμπειρία άλλου αντικειμένου. 

Και θα φθάσουμε και σ' αυτό (και θα δείτε πόσο καίριο είναι αυτό όταν πρόκειται για τη γνωσιολογία τού Θεού, που είναι ένα μεγάλο πρόβλημα).

Εν πάση περιπτώσει, τώρα είμαστε στο σημείο που περιγράφουμε το αντικείμενο χρησιμοποιώντας τις διάφορες ιδιότητές του, οι οποίες εκτός από το σχήμα, περιλαμβάνουν και χίλια δυο άλλα πράγματα. 

Όσο πιο πολλές είναι οι ιδιότητες που προσθέτω, τόσο πιο πολύ το γνωρίζω το αντικείμενο. Π.χ. είναι τετράγωνο. Μετά πάω στο χρώμα. Έχει αυτό το χρώμα. Μετά πάω σε διάφορα άλλα χαρακτηριστικά του. Και καταλήγω βάσει αυτών - και αυτό είναι το αμέσως επόμενο στοιχείο - στην δυνατότητα να χρησιμοποιήσω το αντικείμενο. 

Και ορίζω το αντικείμενο βάσει πλέον τής χρησιμότητάς του. Λέω ότι είναι τραπέζι, διότι κάθομαι και γράφω επάνω, ή τρώω. 

Επομένως έχουμε πάντα μια λανθάνουσα χρησιμοθηρική πλευρά σε αυτήν την γνώση που προέρχεται από τον εντοπισμό τών ιδιοτήτων ενός αντικειμένου, διότι οι ιδιότητες αυτές αμέσως προσφέρονται για χρήση. 

Είτε η χρήση αυτή είναι αισθητική, (π.χ. είναι ωραίο), είτε το αντικείμενο είναι εντελώς εκμεταλλεύσιμο από πλευράς πραγματιστικής, οπότε το χρησιμοποιώ για κάποιο σκοπό.

Επομένως, συνοψίζω, στην γνώση ενός αντικειμένου, για να το γνωρίσουμε, να το ταυτίσουμε, έχουμε αποκλεισμό άλλου αντικειμένου, περιγραφή βάσει ιδιοτήτων που έχει το αντικείμενο αυτό με την βοήθεια τού χρόνου ή τού χώρου.

Διότι δεν ταυτίζουμε μόνο αντικείμενα που βλέπουμε με τα μάτια μας, αλλά ταυτίζουμε και αντικείμενα που δεν βλέπουμε. Τον πατέρα μου και την μητέρα μου τους ταυτίζω, τους γνωρίζω. Δεν ζουν. 

Ο χρόνος όμως κατέστησε δυνατή την απομόνωσή τους από εμένα. Αλλιώς θα υπήρχε σύγχυση μεταξύ των γονιών μου και εμένα. 

Αν τα πράγματα ήταν συγκεχυμένα δεν θα τους γνώριζα ποτέ. Τους γνωρίζω χάρη σε αυτήν την απόσταση που ο χώρος και ο χρόνος δημιουργεί, όπως είπαμε για το τραπέζι. 

Επομένως αυτή η περιγραφή που κάνω με την βοήθεια του χώρου και του χρόνου, με βοηθάει να ξεχωρίζω ότι το α είναι α και δεν είναι β. 

Τα πράγματα λοιπόν τα γνωρίζω βάσει αυτής της διαδικασίας της περιγραφής, η οποία με οδηγεί στην επισήμανση των ιδιοτήτων. 

Έτσι λόγω της επισήμανσης των ιδιοτήτων, οδηγούμαι και στην δυνατότητα, όπως είπα, της αξιολογήσής τους, και της χρησιμοποιήσής τους. 

Λέω ότι αυτό το τραπέζι είναι μεγαλύτερο από το άλλο, είναι καλύτερο από το άλλο κ.ο.κ. 

Αυτή η σύγκριση που κάνω, προσφέρει και την δυνατότητα να το χρησιμοποιήσω μετά. Να πω: "τώρα θέλω ένα μεγαλύτερο τραπέζι, δεν μου κάνει αυτό". 

Όλη αυτή η διαδικασία της γνώσης ενυπάρχει μέσα σ’ αυτό που λέμε: "επιστημονική γνώση", η οποία εξαρτάται πάρα πολύ από το πολιτιστικό πεδίο και την πολιτιστική εποχή στην οποία ζει κανείς, για να δείτε ποιες από αυτές τις ιδιότητες αποτελούν χρήσιμες ιδιότητες.

Π.χ. στην αρχαία Ελληνική εποχή που έδινε σημασία στην ομορφιά, η ιδιότητα του σχήματος, της ομορφιάς, ήταν η βασική ιδιότητα για να γνωρίσεις κάτι.

Στην σημερινή εποχή και ιδίως στην Δύση (όπου και βλέπουμε πόσο υποφέρουν οι θεωρητικές επιστήμες), η γνώση συνοδεύεται από την χρήση. Εάν δεν προσφέρεις με την γνώση κάτι που να είναι χρήσιμο και να παράγει αποτελέσματα, δεν προσφέρεις τίποτα. Είναι σαν να μην γνωρίζεις. Δεν ενδιαφέρει αυτή η γνώση. 

Τι να μιλάμε τώρα για το Θεό, ή την τέχνη. Τι μας προσφέρει; Ποια είναι τα αποτελέσματα; 

Και σήμερα στην Αγγλία κινδυνεύουν να κλείσουν οι θεωρητικές Σχολές, διότι η φιλοσοφία που επικρατεί είναι, "τι ωφελείται η βιομηχανία από αυτές τις Σχολές;… Δώστε τα λεφτά στις Σχολές που παράγουν αποτέλεσμα". Και πώς παράγεται αποτέλεσμα; 

Από αυτή τη διαδικασία της γνώσης, η οποία καθορίζει και περιγράφει τις ιδιότητες των αντικειμένων, τις εντοπίζει και επομένως προσφέρει την δυνατότητα της χρήσης και τη δυνατότητα της ωφέλειας μέσω της γνώσης αυτής.

Λοιπόν, αυτή είναι βασικά η μέθοδος που χρησιμοποιεί κανείς στην επιστήμη. Παρ’ όλο που πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι μετά τον Αϊνστάϊν και κυρίως μετά την σύγχρονη θεωρία των κβάντων έχουμε οπωσδήποτε μιαν αλλαγή της αντίληψης πώς ο ερευνητής, δηλαδή ο γνωρίζων, παίρνει μιαν απόσταση έναντι του αντικειμένου της γνώσεώς του. Διότι, η φυσική επιστήμη σήμερα πιστεύει ότι ο ερευνητής είναι εμπεπλεγμένος μέσα στην διαδικασία γνώσης του αντικειμένου και επηρεάζει αυτή την γνώση. Δηλαδή το να γνωρίζω ότι αυτό το τραπέζι είναι τετράγωνο δεν είναι θέμα απλώς εντοπισμού της ιδιότητας του τετραγώνου που έχει αυτό το τραπέζι. Αλλά ο πειραματιζόμενος επηρεάζει το αποτέλεσμα του πειράματος. 

Δεν είναι επομένως το πείραμα απλώς το "αντικείμενο" το οποίο έχει κάποιες ιδιότητες. Τις ιδιότητες τις δίνουμε και εμείς. Και η γνώση είναι συνάρτηση της δικής μας εμπλοκής μέσα σ’ αυτήν την διαδικασία, σε σημείο που να αλλάζει εντελώς η γνώση. 

Δεν μπορεί βέβαια να το αναπτυχθεί σε αυτό εδώ το άρθρο. Παρένθεση κάνουμε. 

Θέλω να πω όμως, ότι βασικά η κλασσική, η προ του Αϊνστάϊν και εν πολλοίς η κοινή αντίληψη περί γνώσεως, έχει αυτά τα στοιχεία που περιέγραψα.

Έκανα όλη αυτή την περιγραφή, για να θέσω αμέσως προ του εξής ερωτήματος:

Εάν όλα αυτά που έγραψα και που είναι απαραίτητα για την γνώση ενός αντικειμένου θελήσει κάποιος να τα εφαρμόσει στην γνώση του Θεού, τι ανακύπτει αμέσως;

-Μια παντελής αδυναμία να τα εφαρμόσει. Και αυτό για τους εξής λόγους:

Α. Διότι πρώτα, κάνουμε τον αποκλεισμό ότι το α δεν είναι β. Αυτό σημαίνει ότι για να γνωρίσω το α, αυτό προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι άλλο δίπλα, το οποίο αποκλείω. 

Επομένως, θα πρέπει να εννοήσουμε ότι με τον Θεό κάτι συνυπάρχει πάντοτε.  

Έστω και αν αυτό το κάτι είναι το τίποτα. 

Εδώ έχουμε δύσκολες έννοιες. Όπως η δημιουργία εκ του μηδενός. Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Όταν λέμε ότι ο Θεός δημιουργεί από το μηδέν, τι είναι αυτό το μηδέν αφού δεν είναι ο Εαυτός Του; 

Αυτό το μηδέν για πολλούς (για το Θωμά τον Ακινάτο και τον Karl Barth μετά), είναι κάτι που ο Θεός αποκρούει. 

Άρα σαν να υπάρχει το μηδέν και ο Θεός λέει: "όχι, δεν θα ενεργήσει το μηδέν. Γενηθήτω ο κόσμος!"

Το μηδέν απορρίπτεται. Κάτι λοιπόν αποκρούεις, κατά κάποιο τρόπο, για να ταυτίσεις τον Θεό. Εάν εφαρμόσεις την μέθοδο αυτή στον Θεό, πρέπει να υποθέσεις πως ο Θεός είναι αυτό που δεν είναι Θεός.

Τι είναι αυτό που δεν είναι Θεός; Είναι αδύνατο τον Θεό να τον συγκρίνεις με άλλα πράγματα, διότι χάνεις την έννοια του Θεού. 

Ο Θεός για να είναι Θεός, είναι τόσο μοναδικός, ώστε δεν συνυπάρχει με τίποτ’ άλλο. Επομένως, δεν μπορώ να τον γνωρίσω αποκλείοντας κάτι άλλο.

Β. Το δεύτερο στοιχείο που ανέφερα η περιγραφή, που προϋποθέτει τον χώρο και τον χρόνο (δεν μπορώ να ταυτίσω κάτι χωρίς την περιγραφή του μέσα στον χώρο και τον χρόνο), πάλι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στον Θεό. 

Δεν μπορούμε να περιγράψουμε το Θεό, διότι τον Θεό για να τον περιγράψουμε πρέπει να εισαγάγουμε στην Ύπαρξή Του τον χώρο και τον χρόνο. 

Εάν όμως βάλεις τον χώρο και τον χρόνο, τότε γίνεται και ο Θεός ένα δημιούργημα με αρχή, διότι και ο χρόνος και ο χώρος προϋποθέτουν κάποια αρχή. Εξ ού και η απόσταση μεταξύ των αντικειμένων, αυτό το κενό. 

Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός περιγράφεται. Και οι Πατέρες τον ονομάζουν "Απερίγραπτο". 

Δεν μπορείς να περιγράψεις το Θεό. 

Απερίγραπτος σημαίνει ότι, όχι απλώς δεν μπορείς να πεις κάτι για τον Θεό, αλλά δεν μπορείς να θέσεις όρια (περι-γράφω). 

Δεν μπορείς να πεις κάτι για τον Θεό, όπως λες για το τραπέζι, ότι έχει αυτό το περίγραμμα. 

Επομένως, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε και αυτή την μέθοδο της γνώσης. 

Κι εδώ έχουμε ένα πάρα πολύ λεπτό θέμα, διότι συνηθίζουμε, κυρίως από την Σχολαστική Θεολογία και μετά, να λέμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό μέσω των ιδιοτήτων Του. Π.χ. σε όλες τις δογματικές, έχουμε ολόκληρη ανάλυση των ιδιοτήτων Του. 

Ο Θεός είναι Αγαθός, Παντοδύναμος, Δυνατός κλπ. 

Εδώ υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος, διότι για να γνωρίσω βάσει των ιδιοτήτων του ένα αντικείμενο, πρέπει οπωσδήποτε τις ιδιότητες αυτές να τις αντλήσω από την εμπειρία άλλων αντικειμένων. Δεν μπορώ να τις βρω μόνο στο αντικείμενό μου. 

Π.χ. όταν λέω ότι το τραπέζι αυτό είναι δυνατό, αυτή την ιδιότητα του δυνατού εάν την έχει μόνο το τραπέζι αυτό, δεν μπορώ να την επισημάνω. 

Να ένα παράδειγμα 

Πάρτε ένα ρολόι, και δείξτε το σε έναν ιθαγενή, έναν πρωτόγονο άνθρωπο που δεν έχει δει ρολόι, και καλέστε τον να το ταυτίσει μόλις το δει να κινείται. Θα το πετάξει και θα πει ότι είναι κάποιο ζώο. Κάτι θα του θυμίζει: "ένα ζώο". 

Δεν μπορεί να το γνωρίσει ως ρολόι, διότι δεν έχει ξαναδεί ρολόι. Αυτός έχει δει ζώα που κάνουν αυτές τις κινήσεις. Επομένως, η γνωστική του μέθοδος η βασική, θα είναι να χρησιμοποιήσει τα ήδη γνωστά για να γνωρίσει τα καινούργια. 

Χρησιμοποιούμε κάτι ήδη γνωστό για να γνωρίσουμε τα καινούργια, που σημαίνει, ότι η γνώση έχει να κάνει πάντα με μια εμπειρία, δηλαδή γίνεται μια ταξινόμηση των αντικειμένων με βάση την υπάρχουσα εμπειρία.

Γνωρίζω, ας πούμε, ότι το ρολόι είναι αυτό το πράγμα που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Τότε το γνωρίζω ως ρολόι. Αν δεν το γνωρίζω, αν δεν έχω δει ποτέ ρολόι, τότε δεν μπορώ να πω τι είναι ρολόι. 

Και καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι όλες οι ιδιότητες που δίνω σ’ ένα αντικείμενο κατά την πορεία της γνώσης, είναι παρμένες από ιδιότητες που αφορούν και άλλα αντικείμενα και δεν είναι ποτέ μοναδικές αυτού του αντικειμένου.

(Φαντασθείτε κάποιον τόσο μοναδικό από πλευράς σωματικής ανατομίας, ώστε να μην μπορεί κανείς να τον γνωρίσει σχετίζοντάς τον με την εμπειρία άλλων ανθρώπων. Είναι αδύνατο να τον εξετάσει γιατρός. Για να γνωρίσει την αρρώστια του πρέπει να οπωσδήποτε να μοιάζει με τους άλλους ανθρώπους. Δεν μπορεί ο γιατρός να γνωρίζει τίποτε, το οποίο είναι μοναδικό. Όλη η γνώση μας βασίζεται ακριβώς στην υπόθεση ότι τα αντικείμενα της γνώσεώς μας, μοιάζουν μεταξύ των, έχουν κοινά χαρακτηριστικά).

Αν λοιπόν αυτό είναι αλήθεια, τότε για τον Θεό τι κάνουμε; 

Από πού αντλούμε τις ιδιότητες του Θεού; 

Για να πω, ας πούμε ότι ο Θεός είναι: "αγαθός". 

Από πού παίρνω την ιδιότητα του αγαθού; Ασφαλώς από την εμπειρία. 

Ξέρω ότι ο τάδε είναι αγαθός άνθρωπος. Ξέρω την δύναμη του Θεού. Την αντλώ από την εμπειρία που έχω δυνατών ανθρώπων. Έτσι φθάνω κατόπιν προβολής αυτής της εμπειρίας στον Θεό. 

Ο Θεός είναι δημιούργημα της δικής σου φαντασίας, της δικής σου εμπειρίας. Δεν είναι μοναδικά αυτά στον Θεό; Τα έχουν και άλλοι γι' αυτό πολλοί αντικαθιστούν τον Θεό με αυτά τα αντικείμενα. 

Γιατί να φοβηθώ τον Θεό και να μη φοβηθώ τον κεραυνό; Και οι δύο είναι δυνατοί. Οι ιδιότητες και οι πιο θετικές ακόμη, όπως "αγαθός", είναι ιδιότητες που δανειζόμαστε από την γνώση και την εμπειρία αντικειμένων, που δεν είναι ο Θεός.

Ας δούμε την έννοια του Θεού ως Πατέρα, που είναι από τις πιο δύσκολες έννοιες, διότι εκεί εισχωρεί ανθρωπομορφισμός πολύς. 

Μαθαίνουμε τα παιδιά από μικρά να αποκαλούν τον Θεό "Πατέρα", με ποια έννοια; Με βάση την εμπειρία που έχουν τα παιδιά απ’ τον πατέρα τους στο σπίτι. 

Του αποδίδουν ιδιότητες, π.χ. να είναι πιο δυνατός από εκείνα, να κάνει πράγματα που αυτά δεν μπορούν να κάνουν, να τα προστατεύει. 

Και με όλα αυτά συλλήβδην το παιδί φτιάχνει μια ιδέα περί Θεού, όπως του την δίνουμε εμείς. 

Την παίρνει και τι συμβαίνει; 

Όταν έλθει η ώρα της εφηβείας, και η ελευθερία αρχίζει να διαμορφώνεται και το παιδί θέλει να απαλλαγεί από την κηδεμονία του πατέρα του σπιτιού, έρχεται η κρίση τότε της πίστης στον Θεό, διότι όλο αυτό το πατρονάρισμα που θέλει να αποσείσει ο νέος είναι μπλεγμένο μέσα στην συνείδησή του με το Θεό, και η επανάσταση, η αντίδραση απέναντι της αυθεντίας γενικά, τον οδηγεί σε επανάσταση απέναντι του Θεού. 

Η κρίση τής αθεϊας ακριβώς σ’ αυτές τις στιγμές εμφανίζεται είτε το δει κανείς σε προσωπικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο ιστορίας τού πολιτισμού. Σε πολιτιστικές περιόδους, που ακριβώς έχουν την ίδια έμφαση στην ελευθερία εναντίον της αυθεντίας, τότε πέφτει και η ιδέα του Θεού. 

Γιατί; Διότι τον Θεό τον γνωρίσαμε, τον ταυτίσαμε με βάση εμπειρίες και ιδιότητες, τις οποίες πήραμε από την οικογένεια. 

Είναι λοιπόν αδύνατο εάν διατηρήσεις σωστά την ιδέα του Θεού και θέλεις να ταυτίσεις τον Θεό - γιατί περί αυτού πρόκειται, - να αποφύγεις όλους αυτούς τους κινδύνους και να μην αποδόσεις στο Θεό ιδιότητες που να έχουν και άλλα αντικείμενα.

Και γι’ αυτό όλη αυτή η πορεία, την οποία περιγράφω, που φθάνει μέχρι της χρησιμοποίησης των εγνωσμένων αντικειμένων, εφαρμόζεται και στον Θεό με άσχημες επιπτώσεις. 

Η γνώση του Θεού συγχέεται πάρα πολλές φορές με τα αποτελέσματα τα οποία μας προσφέρει. 

Ξέρετε πόσοι άνθρωποι χάνουν την πίστη στον Θεό, γιατί δεν απαντά στις προσευχές τους; 

Όπως απορρίπτω αυτό το τραπέζι αν δεν μου χρησιμεύει, το αγνοώ εντελώς, έτσι και τον Θεό αν είναι ένα άχρηστο αντικείμενο ή πρόσωπο, Τον αγνοώ. 

Και η λέξη: "αγνοώ" δεν σημαίνει απλώς ότι δεν υπάρχει, αλλά ότι δεν υπάρχει για μένα, δεν τον γνωρίζω, τον αγνοώ. 

Υπάρχει και συνειδητή άγνοια, ηθελημένη. Καταλαβαίνετε τι κινδύνους περιέχει η γνώση του Θεού, η γνωσιολογία, η οποία βασίζεται στις ιδιότητες του Θεού. 

Μπορεί να οδηγήσουν και στην τέλεια αθεϊα, διότι ο Θεός εξ ορισμού δεν μπορεί να μπει στα καλούπια αυτά, ούτε μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, διότι τότε μπορεί ανά πάσα στιγμή, όπως πατάω ένα κουμπί και δουλεύει ένα μηχάνημα, έτσι να πατάω το κουμπί της προσευχής και να περιμένω να έλθει η απάντηση. 

Αυτό είναι αντικειμενοποίηση του Θεού, και το χειρότερο είναι υποβιβασμός του Θεού στην κατάσταση του πράγματος.

Λοιπόν δεν μπορούμε να μιλάμε για ιδιότητες του Θεού και βάσει των ιδιοτήτων να γνωρίζουμε τον Θεό, διότι αυτό είναι επικίνδυνο. Φυσικά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και κατηγορήματα που περιλαμβάνουν τόπο και χρόνο, διότι είπαμε ότι ο χώρος και ο χρόνος εμφανίζονται με την Δημιουργία και δεν είναι επομένως εφαρμόσιμα στον Θεό.

 Και γεννιέται το ερώτημα: "Πώς μπορώ τότε να ταυτίσω τον Θεό;" Υπάρχει κάτι μέσα στην εμπειρία που να μου δείχνει το δρόμο της ταύτισης; Είναι δυνατόν να ταυτίσω κάτι, χωρίς να κάνω όλη αυτή την διαδικασία που περιλαμβάνει την αντικειμενοποίηση, τον αποκλεισμό, τις ιδιότητες και την χρήση; 

Μπορώ να ταυτίσω κάτι χωρίς να κάνω όλα αυτά; Εάν μπορώ, τότε υπάρχει μια δυνατότητα να μπορέσω να ταυτίσω και τον Θεό. 

Εάν όμως δεν μπορώ, τότε ένα από τα δύο συμβαίνει: 

Ή ότι δεν μπορώ να ταυτίσω τον Θεό καθόλου, και επομένως δεν μπορώ να πω ότι γνωρίζω τον Θεό, ή 

παραιτούμαι της έκφρασης αυτού του γεγονότος μέσω της εμπειρίας: "Γνωρίζω μεν τον Θεό, αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω, δεν μπορώ να δώσω νόημα. Επομένως δεν μπορώ να κάνω γνωσιολογία, δεν μπορώ να κάνω λόγο περί Θεού".

Αυτές οι δύο μορφές απάντησης σ’ αυτό το ερώτημα έχουν λεχθεί και επαναληφθεί και ακούγονται στην εποχή μας. 

Η μία παίρνει το όνομα του αποφατισμού, που σημαίνει ότι για τον Θεό δεν μπορείς να πεις τίποτα, σιγή απόλυτη. 

Γνώση μεν, αλλά χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος περί γνώσης. Η άλλη είναι μια μορφή μυστικισμού που επιτρέπει να γίνεται λόγος περί γνώσης του Θεού, υπό την προϋπόθεση ότι μιλάμε για συναισθήματα και βιώματα τα οποία, στην ακραία μορφή του μυστικισμού, εξαφανίζουν την διάκριση μεταξύ αυτού που γνωρίζει και αυτού που γνωρίζεται. 

Γι’ αυτό στην θρησκεία εφαρμόστηκαν αυτές οι δύο Γνωσιολογίες σε μεγάλο βαθμό, και δημιούργησαν και κάποια σύγχυση και σε μας τους Ορθοδόξους, διότι και ο Αποφατισμός αναπτύχθηκε στους Έλληνες πατέρες κατά κάποιον τρόπο, και επίσης υπάρχει και κάποιος μυστικισμός.

Ο συνδυασμός αυτός του μυστικισμού και του αποφατισμού έγινε αντικείμενο ιδιαίτερης ανάπτυξης και ιδίως στις μέρες μας από ένα διαπρεπή Ρώσο θεολόγο, τον Bladimir Lossky, ο οποίος έγραψε το έργο αυτό για τη "Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας", το οποίο δημιούργησε σύγχυση. 

Και δημιουργείται πραγματικά το πρόβλημα: Εάν αυτός είναι ο τρόπος, αυτή είναι η γνωσιολογία, μέσω ενός αποφατισμού που μας λέει ότι τον Θεό δεν τον γνωρίζω καθόλου, το ερώτημα τελικά παραμένει: Τι μπορώ να πω καταφατικά για τον Θεό, και πώς μπορώ να κάνω μια καταφατική Γνωσιολογία και όχι απλώς αποφατική; 

Είναι εύκολο να πω ότι δεν μπορώ να πω τίποτε για τον Θεό. 

Είναι εύκολο να πω τι δεν είναι ο Θεός, αλλά όταν φθάσουμε στο σημείο τι μπορώ να πω για τον Θεό θετικά, το πρόβλημα είναι να μην πέσω στην παγίδα και πω πράγματα, τα οποία δανείζομαι από την εμπειρία άλλων πραγμάτων, διότι αυτά τα άλλα πράγματα, δεν μπορούν να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με τον Θεό. 

Γίνονται μετά ανθρωπομορφικές προβολές. Επομένως πρέπει να μπορώ να πω κάτι για τον Θεό, το οποίο όμως να μην προέρχεται από την μέθοδο που χρησιμοποιώ για να γνωρίσω τα πράγματα.

Ο αποφατισμός ξεκίνησε στην ιστορία ως πρόβλημα αντιπαραβολής του Θεού με τον κόσμο. Για να γνωρίσεις τον Θεό, πρέπει να περάσεις πέρα από τον κόσμο. Να αφήσεις πίσω σου τον κόσμο. 

Μια μέθοδος που την βλέπουμε και στο Νεοπλατωνισμό, την αρχή: "επέκεινα της ουσίας". 

Αυτό πήρε στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη την μορφή της χρησιμοποίησης εκφράσεων με το συνθετικό "υπέρ". 

Ό,τι δηλαδή λέμε καταφατικά για τον κόσμο, το λέμε με το υπέρ, για τον Θεό. Λέμε ότι ο Θεός είναι αγαθός. Επειδή αυτό το παίρνουμε από την εμπειρία των ανθρώπων, μπορεί να γίνει ένας ανθρωπομορφισμός. 

Για να αποφύγουμε τον ανθρωπομορφισμό, λέμε ότι ο Θεός είναι υπεράγαθος. Το υπεράγαθος δεν σημαίνει στην περίπτωση αυτή ότι ο Θεός είναι πάρα πολύ αγαθός, δηλ. επίφαση του "αγαθός". Αλλά πρόκειται για ένα ξεπέρασμα. 

Το ίδιο όταν πούμε ότι ο Θεός είναι όχι ουσία αλλά υπερ-ούσιος, υπέρ την ουσία.

Γι’ αυτό αυτή η γλώσσα της Αποφατικής Θεολογίας, που ξεκινάει από τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, λέει τον Θεό και υπέρ-θεο. Δηλαδή θέλει να πει ότι όλα αυτά τα κατηγορήματα που χρησιμοποιούμε από την εμπειρία του κόσμου εμπεριέχουν τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού, γι’ αυτό πάμε πιο πέρα και το πιο πέρα δηλώνει αυτό το "υπέρ".

Για να κατανοήσουμε την θέση τής Πατερικής σκέψης στο πρόβλημα τής γνώσης τού Θεού, πρέπει να έχουμε υπ' όψιν τις ακόλουθες ιστορικές εξελίξεις:

Υπήρχε, πρώτα μια γραμμή, η οποία ξεκινούσε με την έννοια τού Λόγου, που εισήγαγε ο Ιουστίνος στα μέσα τού Β΄ αιώνα μ.Χ. 

Αυτή ανέπτυξε ως όργανο γνωστικό τον νου τού ανθρώπου. Η εξέλιξη που είχε αυτή η τοποθέτηση μετά τον Ωριγένη ήταν κυρίως η μορφή που έδωσε στην όλη γνωσιολογία ο Ευάγριος και η κίνηση τού Ευαγρίου στους μοναχούς, που συνίστατο κυρίως, σύμφωνα με αρχές που είχε θέσει ήδη ο Ιουστίνος, στην κάθαρση τού νου από τα αισθητά. 

Ο Θεός και ο νους τού ανθρώπου, έχουν, για την αντίληψη αυτή, κάτι το κοινό. Θα έλεγε κανείς κάτι το οντολογικά κοινό και διάφορο και αντίθετο προς κάθε τι το υλικό, επειδή ο Θεός είναι πνευματική ύπαρξη, άυλος, ασώματος και ο νους τού ανθρώπου το ίδιο.

Συνεπώς ο κρίκος μεταξύ Θεού και ανθρώπου και επομένως η οδός ή το όργανο τής γνώσης είναι ο νους.

Αυτή η παράδοση είχε τον κίνδυνο πρώτα να μην περιλάβει στην γνώση τού Θεού τα αισθητά, τις αισθήσεις τού ανθρώπου. Και βέβαια μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψης πολύ φυσικό αυτό. 

Αλλά, εν σχέσει προς την ενσάρκωση, η Χριστολογία έχει τον Χριστό ως την οδό τής γνώσης τού Θεού. 

Δηλαδή ο Θεός πλέον εν τω Χριστώ φανερώνεται κατά τρόπον αισθητό κι είναι προσιτός και προς τις αισθήσεις τού ανθρώπου. 

Αυτή δεν είναι η μόνη δυσκολία που παρουσιάζει αυτή η παράδοση. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι ο νους τού ανθρώπου εμφανίζεται να μπορεί να συλλάβει τον Θεό και να γίνεται κατά κάποιον τρόπο το πεδίο, πάνω στο οποίο ο Θεός εμφανίζεται, προσέγγιση που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες και κυρίως ο Πλάτων.

Όλη αυτή η παράδοση που είχε αιρετική κατάληξη με τους Ωριγενιστάς, οι οποίοι καταδικάσθηκαν από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο, διορθώθηκε από μίαν άλλη πάλι μοναχική παράδοση, η οποία είναι γνωστή με το όνομα τού Μακαρίου τού Αιγυπτίου και η οποία εισάγει στην γνώση τού Θεού ένα άλλο στοιχείο: Αντί τού νου ως γνωστικού οργάνου, εισάγει την καρδιά. 

Η καρδιά είναι το γνωστικό όργανο πλέον και όχι ο νους, αλλά επειδή αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με βάση την κλασσική ψυχολογία ως το γνωστικό όργανο του ανθρώπου, όπου εδράζονται τα συναισθήματα, είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε παρανόηση αυτής της παράδοσης του Μακαρίου. 

Δεν πρόκειται για τα συναισθήματα σε αντίθεση προς την λογική, αλλά για κάτι άλλο. 

Τι είναι αυτό το άλλο που δεν είναι συναίσθημα αλλά δεν είναι και λογική; Όταν λέμε καρδιά τι ακριβώς εννοούμε;

Στη Βίβλο που η καρδιά εμφανίζεται ως το όργανο της γνώσης του Θεού, ("καρδίαν καθαράν…") και η καρδιά είναι εκείνη που γνωρίζει τον Θεό ("οι καθαροί τη καρδία τον Θεόν όψονται"), με μια τυπικά σημιτική νοοτροπία που χαρακτηρίζει φυσικά την Βίβλο, η καρδιά σημαίνει το χώρο της υπακοής του ανθρώπου. Είναι εκεί που αποφασίζεται το ναι ή το όχι. 

Είναι ο χώρος της ελευθερίας, εκεί που αποφασίζει ο άνθρωπος να καταφάσκει ή να αποφάσκει, να πει ναι ή να πει όχι στο θέλημα κάποιου άλλου και φυσικά στο θέλημα του Θεού. 

Αυτή η αντίληψη ότι με την καρδιά ο άνθρωπος κάνει στην πράξη το θέλημα του Θεού είναι η πρακτική οδός της Βίβλου για την γνώση του Θεού. 

Η γνώση του Θεού δεν είναι θέμα νοητικό ούτε συναισθηματικό, είναι πρακτικό και ηθικό, δηλαδή θέμα να πράττει κανείς αυτό που ο Θεός θέλει. 

Αυτό ενώ θα μπορούσε να ικανοποιήσει την σημιτική νοοτροπία, δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει την Ελληνική νοοτροπία, από την οποία η Βίβλος θα έπρεπε πλέον να ερμηνευθεί, διότι η γνώση για τον Έλληνα έπρεπε να έχει πάντα ένα οντολογικό περιεχόμενο. 

Έπρεπε να δείχνει σε μια ταυτότητα. Δηλ. ότι κάτι υπάρχει και το γνωρίζω ως υπάρχον, ως ον. Δεν το γνωρίζω απλώς ως μια ηθική επιταγή. Ως κάτι στο οποίο απαντώ με το ναι μου ή το όχι μου αλλά ως ένα ον, μια ταυτότητα. 

Η ερμηνεία αυτής της θέσης του Μακαρίου, ότι η καρδιά είναι το γνωστικό όργανο, πρέπει να περιέχει οπωσδήποτε στοιχεία οντολογικά. Στοιχεία που να οδηγούν στην δυνατότητα να ταυτίσω κάτι. Να λέω ότι υπάρχει, ότι είναι. Διότι αν δεν είναι, δεν το γνωρίζω.

Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα την βρίσκουμε ήδη στην πατερική εποχή στον μεγάλο, θα έλεγα τον μεγαλύτερο θεολόγο τής πατερικής περιόδου με την έννοια της σύλληψης και της ευρύτητος, με την οποία συνέλαβε και συνέθεσε όλα τα μεγάλα προβλήματα, τον Μάξιμο τον Ομολογητή. 

Εκεί όλη αυτή η παράδοση του Μακαρίου χρησιμοποιείται για να διορθωθεί η γραμμή του Ευαγρίου, - άλλωστε το κάνει ο Μάξιμος αυτό γενικά για τον Ωριγενισμό, του οποίου αλλάζει εντελώς την όψη και το περιεχόμενο μ’ έναν τρόπο θετικό. Όχι με πολεμικές, που νομίζουμε πολλές φορές ότι θ’ αλλάξουμε τα πράγματα πολεμώντας. 

Δεν είναι έτσι. 

Στην πατερική περίοδο έγιναν μεταβολές που δεν δημιούργησαν θόρυβο. Ο Ωριγένης είχε τόσο κύρος, γι’ αυτό ο Αθανάσιος και οι Καππαδόκες και κυρίως ο Μάξιμος, χωρίς να τον πολεμούν, τον άλλαξαν ριζικά. 

Μέσα σ’ αυτές τις αλλαγές που έκανε ο Μάξιμος ήταν και η αλλαγή της εννοίας του Λόγου. Με την βοήθεια της Μακαριακής παράδοσης ο Μάξιμος τοποθετεί πλέον το γνωστικό όργανο στην καρδιά, αλλά με το εξής περιεχόμενο:

Ο Λόγος για τον Άγιο Μάξιμο είναι βασικά ο Λόγος του Θεού. Δηλαδή το πρόσωπο του Χριστού. Και δια του Λόγου αυτού γνωρίζει κανείς τον Θεό. Ο Μάξιμος αναπτύσσει επίσης την ιδέα ότι ο Λόγος έχει και κοσμολογικές προεκτάσεις. Δηλαδή όλα τα όντα έχουν το λόγο τους μέσα σ’ αυτόν τον ένα Λόγο του Θεού. 

Αλλά το σπουδαίο είναι ότι τον Λόγο αυτόν του Θεού τον αντιλαμβάνεται ο Μάξιμος σαν πρόσωπο, με το οποίο ο Θεός Πατήρ βρίσκεται σε αγαπητική σχέση. 

Κι εδώ είναι τώρα ο τρόπος με τον οποίο η καρδιά ως έδρα της αγάπης μεταμορφώνεται στο όργανο εκείνο, το οποίο δεν προσφέρει απλώς συναισθήματα σαν τρόπο γνώσης του Θεού αλλά προσφέρει μια προσωπική σχέση, σχέση δύο προσώπων, την οποία ο Μάξιμος ονομάζει αγαπητική σχέση. 

Με άλλα λόγια γνωρίζει τον Θεό βασικά μόνον ο Λόγος του Θεού, διότι μόνον αυτός βρίσκεται αιώνια σε μία αγαπητική σχέση, η οποία αποκαλύπτει πλέον, φανερώνει, κάνει γνωστή την ταυτότητα του Θεού ως Πατρός, ως προσώπου. 

Επομένως, όπως λέει το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός και μόνον δια του Υιού μπορείς να γνωρίσεις τον Πατέρα. 

Αλλά το ότι γνωρίζει ο Υιός τον Πατέρα είναι θέμα, κατά τον Μάξιμο, της αγαπητικής σχέσης που υπάρχει μεταξύ του Πατρός και του Υιού αιώνια, μέσω της οποίας ταυτίζεται ο Θεός ως Πατήρ, αποκαλύπτεται, γνωρίζεται, όπως θέλει μπορεί να το πει κανείς, λέει ότι "υπάρχεις ως Πατήρ μου". 

Μέσα σ’ αυτήν την σχέση Πατρός και Υιού αποκαλύπτεται ο Θεός, γνωρίζεται ο Θεός ως αλήθεια. 

Ήδη ο Μέγας Αθανάσιος κάνει παρόμοιες παρατηρήσεις, όταν λέει, για ν’ αντικρούσει τους Αρειανούς, ότι ο Υιός υπήρχε πάντοτε μαζί με τον Πατέρα*, είναι αδύνατον ο Θεός να υπήρχε χωρίς τον Υιό Του, διότι - όπως λέει - ο Υιός είναι η αλήθεια του Πατρός. Είναι η Εικών και η Αλήθεια του Πατρός. Είναι το ίδιο πράγμα εικών και αλήθεια.

(* Φανταστείτε το νερό μιας πηγής στο βουνό και το νερό το οποίο παίρνουμε από την πηγή και το βάζουμε μέσα σε ένα δοχείο. Το νερό έχει τον ίδιο χρόνο ύπαρξης είτε είναι στην πηγή, είτε στο δοχείο, είτε στο ποτήρι που γεμίζεται από το δοχείο).

Είναι σημαντικό γνωσιολογικό θέμα αυτό. Ότι δηλαδή ο Πατήρ γνωρίζει και τον εαυτό Του ακόμα κοιτάζοντας μέσα στην εικόνα Του που είναι ο Υιός. 

Δεν γνωρίζεις ποτέ τον εαυτό σου μόνος σου. Χρειάζεται μία σχέση, μία, ας πούμε, αντανακλαστική σχέση, ένας καθρέπτης. 

Ο καθρέπτης του Θεού είναι ο Υιός. Γι’ αυτό ονομάζεται εικών του Θεού και αλήθεια, όπως το αναλύει ο Αθανάσιος στον "κατά Αρειανών". 

Αυτή περίπου είναι η αντίληψη που υπόκειται ως βάση στον Μάξιμο τον Ομολογητή. Μια σχέση, λοιπόν, προσωπική αγαπητική αποκαλύπτει την αλήθεια, κάνει γνωστό ένα ον κατά τρόπον που δεν μπορεί κανείς να τον γνωρίσει διαφορετικά.

Ο Θεός γνωρίζεται, λοιπόν, βασικά από τον Υιό Του και γι’ αυτό είναι και ο Λόγος Του. Αλλά όχι διότι είναι Λόγος με την έννοια την νοητική, του νου, όπως μετά και ο Αυγουστίνος έκανε το λάθος και έπεσε σ’ αυτήν την μεγάλη παγίδα, να δει το λόγο κυρίως με την έννοια του λογικού του Θεού, της διανοίας του Θεού - ο Θεός έχει λόγο σημαίνει έχει διάνοια. 

Οι Έλληνες Πατέρες το απέφυγαν αυτό. Δεν πρόκειται περί του Λόγου του Θεού με την διανοητική έννοια. 

Εγκαταλείπουμε οριστικά πλέον τον Ωριγενισμό, τον Ευαγριανισμό, όλη αυτή την παράδοση που κάνει το νου όργανο της γνώσης. 

Αλλά είναι ένα πρόσωπο, το οποίο αγαπάται και αγαπά και δια της σχέσης αυτής της αγάπης γνωρίζει, ταυτίζει οντολογικά τον άλλον, κι επομένως ο Θεός αιώνια γνωρίζεται, υπάρχει μια αιώνια γνώση του Θεού. 

Δεν περιμένουμε να δημιουργηθεί ο κόσμος για να γίνει γνωστός ο Θεός. Είναι γνωστός ο Θεός δια του Υιού Του εν τω Υιώ Του και δια της αγάπης που υπάρχει μεταξύ αυτών των δύο.

Μπορούμε να δούμε τι γνωσιολογικές συνέπειες έχει όλη αυτή η υπόθεση, όταν την αναλύσουμε περισσότερο, διότι, θα πρέπει να φύγουμε λίγο από τα πατερικά δεδομένα, να κοιτάξουμε να την ερμηνεύσουμε. 

Εν πάση περιπτώσει τα δεδομένα τα πατερικά είναι αυτά. Όταν φθάσουμε στον ΙΔ΄ αιώνα φυσικά, που γίνεται όλη αυτή η συζήτηση με τον Άγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, έχουμε πλέον την ευχέρεια να χρησιμοποιήσουμε τον νου εκ νέου στην γνωσιολογία, διότι πλέον υπάρχει η παράδοση του Μαξίμου και δεν κινδυνεύουμε να πέσουμε πάλι στον Ωριγενισμό. 

Όπως δεν πέφτει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον Ωριγενισμό, ακριβώς διότι ακολούθησε την παράδοση του Μαξίμου. 

Οπότε ο νους δεν είναι πλέον αυτό το διανοητικό όργανο που ήταν για τον Ωριγένη και για τον Ευάγριο, αλλά είναι συνδυασμένος με την καρδιά και μπορεί να γίνει, ένα όργανο ενιαίο. 

Δηλαδή, με άλλα λόγια η καρδιά ουσιαστικά αποκτά νοητικές ικανότητες, γνωρίζει η καρδιά αλλά και ο νους αγαπά για να γνωρίσει. Δεν γνωρίζει ο νους. 

Αυτή η συνάντηση καρδιάς και νου, σε μια πιο τεχνική γλώσσα η κάθοδος του νου στην καρδιά, είναι μια Γνωσιολογία, η οποία μας φέρνει μακριά πλέον από τον Ωριγενισμό. 

Ποτέ όμως δεν πρέπει να ερμηνευθεί χωρίς τα στοιχεία που εισήγαγε ο Μάξιμος και τα οποία ανέφερα προηγουμένως. Ότι δηλ. ο κατ’ εξοχήν λόγος, ο νους, η αγάπη του Θεού του Ιδίου, με τον οποίο γνωρίζεται ο Θεός αιώνια είναι ο Υιός και ότι εμείς δια του Υιού και εν τω Υιώ και μόνο και όχι με ασκήσεις του νου και της καρδιάς, σαν να πρόκειται για μια βουδιστική άσκηση, να νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό. 

Δεν μπορείς να γνωρίσεις τον Θεό έξω από τον Χριστό.

Και τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ακριβώς ότι η μόνη πραγματική αποκάλυψη, η γνώση του Θεού, είναι αυτή που εδράζεται στην αγαπητική σχέση του Πατρός και του Υιού. 

Ο Υιός είναι Λόγος του Θεού, Μονογενής Υιός με την έννοια ότι είναι ο μοναδικά αγαπώμενος από τον Θεό και ο αιώνια αγαπώμενος. 

Κι Εκείνος σ’ αυτήν την αγαπητική σχέση αποκαλύπτει, γνωρίζει τον εαυτό Του στον άλλο. 

Και εδώ τώρα γεννάται το ερώτημα της ερμηνείας όλων αυτών των πραγμάτων. 

Πώς είναι δυνατόν μια αγαπητική σχέση να αποτελεί γνώση, αποκάλυψη της ταυτότητας, ταύτιση ενός όντος;

Στην αρχή εξετάσαμε τον τρόπο, με τον οποίο γνωρίζουμε τα αντικείμενα. 

Είπαμε, ότι αυτό δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην γνώση του Θεού, διότι η γνώση των αντικειμένων αυτών προϋποθέτει, ορισμένες συνθήκες, οι οποίες αμέσως καταργούν την έννοια του Θεού. 

Κι είπαμε πάλι, ότι υπάρχει άλλος τρόπος συνδεδεμένος με την εμπειρία μας πάντα. (Διότι αν δεν υπάρχει σύνδεση με την εμπειρία μας, δεν μπορούμε να κάνουμε ερμηνεία. Είναι εύκολο να σταματήσουμε στο τι είπαν οι Πατέρες. Αν επιχειρήσουμε όμως να κάνουμε μία ερμηνεία αυτών, χρειαζόμαστε ένα κρίκο με την εμπειρία δεν γίνεται αλλιώς. Γνώση χωρίς κάποια σύνδεση με την εμπειρία δεν μπορεί να υπάρξει). 

Και ποια λοιπόν είναι η εμπειρία της γνώσης η οποία μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του Θεού, χωρίς να έχουμε τα προβλήματα, τα οποία είδαμε στην αρχή εν σχέσει με τα αντικείμενα; 

Είναι ακριβώς αυτή που ονομάσαμε «προσωπική σχέση».

 Ένα άλλο στοιχείο βασικό είναι το στοιχείο της αγάπης. Εδώ πάλι δεν πρόκειται για συναίσθημα. Πρέπει μερικές λέξεις διαρκώς να τις επεξηγούμε. 

Ούτε πρόκειται για μια σχέση η οποία προέρχεται από αναγκαστικότητα, χωρίς ελευθερία. Κι ας προσέξουμε, διότι είναι τόσο βαθύ αυτό, ώστε μας ξεφεύγει. 

Αναγκαστικότητα περιέχουν όλες οι σχέσεις οι οποίες υπαγορεύονται από νόμους, όπως είναι και οι βιολογικοί νόμοι. 

Ή οι αισθητικοί νόμοι για τον Πλάτωνα, κυρίως για τους αρχαίους Έλληνες, ο έρως ήταν βασικό πράγμα. 

Τα αναλύει πολύ ωραία αυτά ο Συκουτρής***, καλό θα είναι να το διαβάσει κανείς οπωσδήποτε όταν θα έχει καιρό στο Συμπόσιο, την Εισαγωγή του.****

Κάνει διάκριση μεταξύ αγάπης Χριστιανικής και έρωτος Πλατωνικού. Και αποδεικνύει ότι στον Παλατωνικό έρωτα, η έλξη του καλού, που σημαίνει του ωραίου, είναι ακαταμάχητη. Δεν μπορείς το καλό να μην το αγαπάς, να μην σε έλκει το καλό.

Επομένως έχουμε μία αισθητική αναγκαιότητα, που επικρατούσε στον αρχαίο Ελληνισμό. Επίσης μπορεί να έχεις μίαν ηθική αναγκαιότητα. Έναν καλό άνθρωπο δεν μπορεί παρά να τον αγαπάς. Ή μία βιολογική αναγκαιότητα. 

Όπου υπάρχει αναγκαιότητα δεν πρόκειται για αυτό που λέμε εδώ «αγάπη». Και πώς θα αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει αναγκαιότητα ή ότι υπάρχει; Πώς θα αποδειχθεί ότι δεν έχω σε μία περίπτωση αυτή την αναγκαιότητα; Όταν είναι δυνατόν να αντιστρέψεις τους όρους, και εδώ είναι που το Ευαγγέλιο ακριβώς έφερε την μεγάλη επανάσταση. 

Και λέγει σε μια υποσημείωσή του ο Συκουτρής, η μεγάλη επανάσταση είναι αυτή: Εάν ο Σατανάς ρωτούσε τον Θεό: "γιατί αγαπάς τους ανθρώπους, πες μου ένα λόγο, αφού οι άνθρωποι είναι έτσι κι έτσι… βλέπεις τα χάλια τους", θα τον έφερνε λέει σε δύσκολη θέση. 

Πού να βρεις λόγο να αιτιολογήσεις μια τέτοια αγάπη; Πού να βρεις λόγο να αιτιολογήσεις την αγάπη προς τον αμαρτωλό, που τα πάντα μα τα πάντα δείχνουν ότι αξίζει για περιφρόνηση κι όχι για αγάπη. 

Ακριβώς τότε αποδεικνύεις ότι αγαπάς ελεύθερα. Και δεν αγαπάς διότι πρέπει ν’ αγαπήσεις, αγαπάς διότι ελεύθερα θέλεις ν’ αγαπήσεις. 

Λοιπόν όλα αυτά τα λέω για να πω, ότι όταν μιλάμε για γνώση που περιέχει την αγάπη, πρέπει να περιέχει και την ελευθερία. 

Κι επομένως μιλάμε για μίαν αγάπη, η οποία δεν προέρχεται από τέτοιου είδους αναγκαιότητες, οποιασδήποτε μορφής και της πιο λεπτής και της πιο πνευματικής, όπως θα λέγαμε ή ηθικής. 

Ο Θεός αγαπά ακριβώς κατ’ αυτό τον τρόπο, και αυτό είναι που αποκαλύπτει ο Χριστός. 

Αποκαλύπτει μιαν Αγάπη του Θεού ελεύθερη σε τέτοιο σημείο που δεν δεσμεύεται από την αμαρτωλότητα του ανθρώπου. 

Εάν βγάλετε από το Ευαγγέλιο την αγάπη προς τον αμαρτωλό, πέφτει ολόκληρη η ελευθερία της αγάπης του Θεού, διότι το ν’ αγαπάς τον δίκαιο και τον καλό είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Το ν’ αγαπάς όμως τον αμαρτωλό και να πεθαίνεις για τον αμαρτωλό, όπως κάνει ο Χριστός, αυτό είναι πια τρέλα, ανοησία, ελευθερία όμως.

Το τρίτο στοιχείο που έχει η αγάπη, για την οποία μιλάμε ως γνωστικό μέσο, είναι ότι μόνο μέσω ενός πλέγματος σχέσεων μπορείς να γνωρίσεις τον Θεό. 

Εάν δεν υπάρχει αγαπητική σχέση, εάν δεν υπάρχει αγάπη δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς τον Θεό. 

Και εδώ φθάνουμε τώρα σε ένα σημείο θα έλεγα οφθαλμοφανέστατο στην Καινή Διαθήκη: Θα μπορούσαμε να δούμε μερικά εδάφια που λένε αυτό το περίεργο, αν και τόσο απλό, ότι εάν δεν αγαπά κανείς, δεν γνωρίζει τον Θεό. 

Ο Απόστολος Παύλος στην Α΄προς Κορινθίους, η οποία ασχολείται με το θέμα της γνώσης και είναι ακριβώς εκπεφρασμένη αυτή η θεματολογία του, καταλήγει, καυχώνται πολλοί ότι έχουν γνώση! 

Και βέβαια πρέπει να δούμε τώρα τι θα πει να έχεις γνώση. 

Λέει ο Απόστολος Παύλος στο κεφ. 8/η΄: "η γνώσις φυσιοί η δε αγάπη οικοδομεί". 

Και λέει εκεί την φράση: "ει δε τις δοκεί ειδέναι τι ουδέπω ουδέν έγνωκε καθώς δει γνώναι. Ει δε τις αγαπά τον Θεόν ούτος έγνωσται υπ’ αυτού" (Α΄ Κορ. 8/η΄ 2 – 4).

Προσέξτε αυτό το εδάφιο, το οποίο είναι καθαρά γνωσιολογία. "Ει δε τις δοκεί ειδέναι… ουδέν έγνωκε". Πλήρης απουσία γνώσης. 

Μετά φθάνει στο σημείο: "Ει δε τις αγαπά τον Θεόν, ούτος έγνωσται υπ’ αυτού". Και στην κριτική έκδοση θα βλέπατε ότι πολλά χειρόγραφα παραλείπουν την λέξη "τον Θεόν" και είναι ίσως και τα αρχαιότερα.  

Οπότε φαίνεται μετά καθαρά "ει τις αγαπά, ούτος έγνωσται υπό του Θεού". Δηλαδή η αγάπη είναι προϋπόθεση. 

Το δε "έγνωσται υπό του Θεού" σημαίνει ότι βασικά, (όπως το λέει αλλού ο Παύλος στην προς Γαλάτας, "γνώντες δε Θεόν" αμέσως όμως διορθώνει τον εαυτόν του και λέγει "μάλλον δε γνωσθέντες υπό Θεού"). 

Ότι δεν μπορείς να γνωρίσεις τον Θεό, εάν δεν γνωσθείς από τον Θεό, διότι δεν έχουμε την ελευθερία, δεν μπορούμε ως κτίσματα να έχουμε την ελευθερία της γνώσης που έχει ο άκτιστος Θεός.

Λοιπόν ο Θεός πρώτος μας γνωρίζει, μας αποκαλύπτει τον εαυτόν Του αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει, εάν δεν υπάρχει ως προϋπόθεση η αγάπη. 

Εάν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπήσει, δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό. 

Και όταν πάμε στην Α΄ Ιωάννου, εκεί πλέον είναι σαφές. Λέει εκεί: "ο μη αγαπών, ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εσίν".        (Α΄ Ιωάννου 4/δ΄ 8). 

Το "ο δε μη αγαπών" έχει μια ειδική σημασία στο κεφάλαιο εκείνο, στην επιστολή αυτή. Σημαίνει τις σχέσεις της κοινότητος, της εκκλησίας. Πρέπει να υπάρχει, να ανήκει κανείς στο πλέγμα αυτών των σχέσεων μέσα στην Εκκλησία. 

Θα δούμε τι σημασία έχει πλέον η Εκκλησιολογία για την γνωσιολογία. 

Πάντως στην Ιωάννη εκεί επιστολή, είναι σαφές αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που επίσης θα πρέπει να το προσέξει κανείς.

Ευθύς αμέσως που λέει όλα αυτά, τα υπόλοιπα επεξηγούν το τι σημαίνει ότι ο Θεός είναι αγάπη, πράγμα που το έχουμε πολλές φορές παρεξηγήσει. "Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού". "ότι ο Θεός αγάπη εστί" διότι "τον Υιόν αυτού τον Μονογενή απέσταλκε".

Η αγάπη του Θεού δεν είναι ένα συναίσθημα του Θεού, ούτε είναι απόρροια της φύσης του Θεού, όπως λέμε μερικές φορές ότι "κατά φύσιν αγαπά ο Θεός". 

Κι οι Πατέρες ήταν πάρα πολύ προσεκτικοί και τα ανήρεσαν αυτά, διότι και οι αρχαίοι Έλληνες και ο Πλάτων έλεγε ότι ο Θεός είναι και αγάπη και εκχυλίζει αγάπη από την φύση Του. 

Και το αρνείται ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, το κτυπάει αυτό, διότι δημιουργήθηκαν προβλήματα με τον Ευνόμιο.

Κτυπάει ακριβώς αυτήν την ιδέα του Πλάτωνος. Ονομάζει τον "Έλληνα φιλόσοφο" όπως λέει και τονίζει ότι για μας δεν είναι "έκχυσις κρατήρος" η αγάπη του Θεού. 

Δεν βγαίνει από την φύση Του. 

Η αγάπη του Θεού συνίσταται στο ότι είναι Πατήρ και έχει έναν Υιό. Και αυτόν τον Υιό "έδωκε ημίν". 

Η αγάπη του Πατρός είναι ο Υιός, δηλαδή ένα πρόσωπο, μια σχέση προσωπική, η οποία και προσφέρεται πλέον και σε μας ως τρόπος γνώσης του Θεού. 

Λοιπόν, το συμπέρασμα είναι ότι η γνώση προέρχεται μόνο από μια αγαπητική σχέση, την οποία ο Θεός ο ίδιος ξεκινάει και προσφέρει, διότι εμείς δεν μπορούμε ν’ αρχίσουμε αυτή την σχέση, εν ελευθερία.

Και εδώ είναι ένα τεράστιο φιλοσοφικό πρόβλημα, γιατί εμείς ως δημιουργήματα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ελεύθερα τίποτα, διότι όλα μας είναι δεδομένα. 

Αυτό θα πει να είσαι δημιούργημα, να είσαι κτιστό, να μην είσαι άκτιστο. 

Στην πραγματικότητα και η ίδια η ύπαρξή σου είναι δεδομένη. Επομένως έχεις μια αναγκαστικότητα στη γνώση. 

Δεν μπορείς να γνωρίσεις εν απολύτω ελευθερία. 

Ο Θεός λοιπόν ο Οποίος είναι ο μόνος ελεύθερος απόλυτα, είναι και ο μόνος που μπορεί ν’ αγαπά ελεύθερα, γι’ αυτό, αυτός προσφέρει πρώτος τη γνώση του εαυτού Του. 

Μας γνωρίζει εν τω Υιώ Του, ως υιούς Του. Αυτό θα πει το "μάλλον δε και γνωσθέντες υπ’ αυτού", που λέει ο Παύλος. Και δι’ αυτού του τρόπου εμείς Τον γνωρίζουμε πλέον ως Πατέρα.

Τελικό συμπέρασμα: Γνώση του Θεού σημαίνει την ένταξή μας στην αγαπητική σχέση Πατρός και Υιού εν ελευθερία, εν τη ελευθερία μας. 

Η σχέση αυτή είναι ελεύθερη και δεν είναι υποχρεωτική διότι ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να μας αγαπά. Το κάνει εν ελευθερία. 

Ούτε κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να Τον αγαπάμε. Και εμείς εν ελευθερία θα μπούμε σ’ αυτή την σχέση. 

Η ένταξη λοιπόν μέσα σε μια τέτοια αγαπητική σχέση, εμπεριέχει την δυνατότητα εδώ και τώρα του οντολογικού ταυτισμού του Θεού, ως υπάρχοντος "εν προσώπω Ιησού Χριστού", διότι από την σχέση αυτή ο Θεός υπάρχει για μας μέχρι τέτοιου οντολογικού σημείου, ώστε εάν εκλείψει, εκλείπει και η ίδια μας η υπόσταση.

Αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα, ότι εάν δεν ενταχθούμε στην αγαπητική σχέση, η οποία υπάρχει μεταξύ του Πατρός και του Υιού, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό. 

Θα Τον γνωρίζουμε κατά χίλιους τρόπους φιλοσοφικούς, παγανιστικούς, μυστικούς, αλλά όχι ως Πατέρα, που σημαίνει Πατέρα του συγκεκριμένου Υιού, ενός προσώπου, και στην συνέχεια ως Πατέρα μας, λόγω του ταυτισμού μας με το πρόσωπο του Υιού ως πατέρα και δικού μας.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η αγάπη πρέπει να δημιουργεί το πλέγμα των σχέσεων αυτών, μέσα στο οποίο όλοι όσοι γνωρίζουν τον Θεό ως Πατέρα κατ’ αυτόν τον τρόπο εν Χριστώ, βρίσκονται σε αλληλοεξάρτηση υπαρξιακή μεταξύ τους. 

Επομένως πρέπει να ανήκεις στην κοινότητα, στο σώμα αυτό που δημιουργεί αυτή η σχέση. 

Δεν μπορείς να γνωρίζεις το Θεό έξω απ’ αυτό το σώμα, αυτών που Τον γνωρίζουν με τον τρόπο που τον γνωρίζει ο Υιός. 

Κι αυτό σημαίνει ότι μόνο εν τη Εκκλησία γνωρίζεται ο Θεός πλήρως. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλιώς γνωρίζεται ως άλλο τι, όχι ως ο Πατήρ. 

Αλλά ο Θεός είναι ο Πατήρ. Έτσι αποκαλύπτεται. Έτσι θέλει να αποκαλύπτεται. 

Δεν ξέρω τι άλλο είναι. Μπορεί να είναι και πολλά άλλα πράγματα, αλλά επειδή όπως ανέφερα στην αρχη, η γνώση προϋποθέτει ελεύθερη αποκάλυψη.

Αυτός ο τρόπος ελεύθερα μας αποκαλύπτει τον Θεό ως Πατέρα.

Όλα αυτά, για να γίνουν, χρειάζεται μια κάθαρση. Δεν μπορείς να φθάσεις στο σημείο αυτό να γνωρίσεις τον Θεό, να τον γνωρίσεις μ’ αυτό τον τρόπο, χωρίς να ξεκαθαρίσεις τις σχέσεις σου γενικά, διότι όλες οι σχέσεις παρεμβάλλονται στην γνώση. 

Για να γνωρίσω ακόμη κι αυτό το τραπέζι, παρεμβάλλονται οι σχέσεις που έχω με όλον τον φυσικό χώρο, με τα χρώματα, με τα σχήματα, με τα πάντα.

Δεν γνωρίζουμε ποτέ αντικείμενα χωρίς αυτήν την ευρύτερη εμπειρική σχέση. 

Λοιπόν το ίδιο ισχύει και για την γνώση του Θεού. 

Ολόκληρη η ύπαρξή μας με όλες τις εμπειρικές μας σχέσεις, είναι μπλεγμένη στην γνώση του Θεού. 

Γνωρίζω τον Θεό με όλες τις σχέσεις μου, με τα πράγματα, με την φύση, με τις αισθήσεις μου, με τα αντικείμενα. 

Δεν είναι μια γνώση αυτή που περνάει μόνο από το μυαλό μου, ούτε μόνο από την καρδιά σαν συναισθηματικό κέντρο, αλλά είναι μια τέτοια ευρύτερη υπαρξιακή γνώση, που εμπεριέχει όλη μου την ταυτότητα. 

Η δε ταυτότητά μου σχετίζεται με όλες τις σχέσεις που έχω με τα πράγματα, με τα πρόσωπα, με τα αντικείμενα, με τους πάντες. Ιδίως με τις προσωπικές σχέσεις, διότι αυτές επηρεάζουν την ταυτότητά μου. 

Όλα αυτά λοιπόν πρέπει να περάσουν από ένα φιλτράρισμα, από ένα ξεκαθάρισμα. 

Να δούμε κατά πόσον αυτά μπορούν να ενταχθούν σ’ αυτήν την σχέση με τον Θεό που μας Τον αποκαλύπτει, Τον γνωρίζει σε μας κατ’ αυτό τον τρόπο ο Υιός Του. 

Εκεί θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα και χρειάζονται πραγματικά κάθαρση. Θα έλεγα ότι η ασκητική προσπάθεια είναι ακριβώς αυτή. 

Αυτό που λένε κάθαρση από τα πάθη εννοείται ακριβώς ως το ξεκαθάρισμα των υπαρξιακών μας σχέσεων με κάθε τι που είναι εμπεπλεγμένο στην ταυτότητά μας την προσωπική. 

Και αυτό το ξεκαθάρισμα είναι απαραίτητη προϋπόθεση.

Στο σημείο αυτό αποκτούν μεγίστη σημασία τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: "ου παντός… το περί Θεού φιλοσοφείν", αλλά "των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων ή καθαιρομένων". 

Αλλά δεν πρέπει να διαβάζουμε τους Πατέρες απομονώνοντας τα εδάφια. 

Ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος σε κάποιον άλλο λόγο του τονίζει, ότι δηλαδή η γνώση του Θεού έχει μεν ως προϋπόθεση την κάθαρση, ταυτίζεται όμως τελικά με την αγάπη. 

Γράφει: "Θεός μεν εστι φως το ακρότατον… όσον αν καθαιρώμεθα, φανταζόμενον. Και όσον αν φαντασθώμεν, αγαπώμενον. Και όσον αν αγαπήσωμεν… νοούμενον".

Έτσι η κάθαρση δεν είναι ο σκοπός. Αυτή καθ’ εαυτήν η άσκηση δεν αποκαλύπτει τον Θεό. Ούτε γνωρίζουμε τον Θεό αυτομάτως δια της κάθαρσης των παθών. 

Ο Θεός γνωρίζεται εν τη κοινωνία του σώματος του Υιού Του. 

Με το να εμπλακούμε στις σχέσεις που δημιουργεί αυτό το σώμα. Τότε ο Θέος αποκαλύπτεται και τότε οι σχέσεις μας με τον Θεό είναι σχέσεις Πατρός και Υιού. 

Κι έτσι δίνουμε νόημα σ’ αυτό που λέμε, δυστυχώς μόνο με τα λόγια πολλές φορές όταν ρωτούν, τι διαφέρει ένας ασκητής Χριστιανός από ένα γκουρού; Ακούμε την απάντηση: "μα εμείς κάνουμε την άσκηση εν Χριστώ". 

Τι θα πει "εν Χριστώ"; Δηλαδή μια λέξη λέμε, ένα όνομα, και τελείωσε το θέμα; Όλη η άλλη ιστορία είναι βουδιστική κι από εκεί και πέρα μπαίνει ένα όνομα, ο Χριστός, και τελείωσε η ιστορία. 

Τι υπαρξιακό αντίκρυσμα έχει ο Χριστός που εισάγουμε σαν ειδοποιό διαφορά; Εάν δεν βάλουμε αυτά τα στοιχεία του σώματος του Χριστού, των σχέσεων που δημιουργεί ο Χριστός εν τη κοινωνία του σώματός του, της Εκκλησίας δηλαδή, δεν μπορούμε να βρούμε την ειδοποιό διαφορά, με όλα αυτά. 

Ένας βουδιστής γνωρίζει τον Θεό καθαιρόμενος από τα πάθη με τον ίδιο τρόπο εν τοιαύτη περιπτώσει. 

Δεν είναι λοιπόν η άσκηση ο τελικός σκοπός. Η γνώση του Θεού δεν προέρχεται, δεν εξαρτάται, δεν πραγματοποιείται αυτομάτως με την κάθαρση των παθών. 

Χρειάζεται το θετικό στοιχείο της ένταξης στο σώμα μέσα στο οποίο ο Χριστός αποκαλύπτεται σαν κοινωνία πολλών προσώπων, τα οποία με την αγάπη που τα συνδέει βλέπουν τον Θεό παρόντα εν Χριστώ. 

Χρειάζεται το θετικό στοιχείο της ένταξης στο σώμα μέσα στο οποίο ο Χριστός αποκαλύπτεται σαν κοινωνία πολλών προσώπων, τα οποία με την αγάπη που τα συνδέει βλέπουν τον Θεό παρόντα εν Χριστώ. 

Εν τη Εκκλησία και κυρίως εν τη Ευχαριστία ερμηνεύονται τα δόγματα. Και εκεί και μόνον ο Θεός γνωρίζεται κατά τον πληρέστερο τρόπο που έχουμε. 

Όλες οι άλλες είναι προϋποθέσεις και δεν αρνούμαι την σημασία τους και την σπουδαιότητά τους. Αλλά επειδή κινδυνεύουμε να τις κάνουμε αυτοσκοπούς, είμαι υποχρεωμένος να τονίσω ότι δεν είναι αυτοσκοποί.

Η γνώση του Θεού λοιπόν προϋποθέτει, την ελεύθερη εμπλοκή μας στις αγαπητικές σχέσεις που δημιουργεί ο ίδιος ο Θεός με μας εν Χριστώ. 

Αν ο Θεός αγαπά τον αδελφό μου εν Χριστώ και εγώ μισώ τον αδελφό μου δεν μπορώ να γνωρίσω τον Θεό. 

Πρέπει την ίδια αγάπη που ο Θεός έχει με τον αδελφό μου, να την έχω και εγώ με τον αδελφό μου. 

Η γνώση του Θεού περνάει απ’ αυτήν την τεθλασμένη οδό, που δεν είναι η κάθετη απλώς μεταξύ της καρδιάς μου και του Θεού, αλλά έχει και την οριζόντια διάσταση. 

Γι’ αυτό "ο μη αγαπών, ουκ έγνω τον Θεό, ότι ο Θεός αγάπη εστί".

Πριν κλειστεί εδώ το θέμα της Γνωσιολογίας πρέπει με βάση όσα ήδη αναφέραμε αμε να ξεκαθαρίσουμε το θέμα του αποφατισμού που θίξαμε πιο πάνω. 

Με αφορμή τα όσα έγραψε ο LOSSKY στη "Μυστική Θεολογία" του χρησιμοποιώντας κυρίως τους Καππαδόκες Πατέρες και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, υπερτονίσθηκε τα τελευταία χρόνια η άποψη της αγνωσίας του Θεού. 

Πράγματι για να αντικρούσουν τους Ευνομιανούς οι Καππαδόκες Πατέρες, υπερτόνισαν την ιδέα ότι ο Θεός δεν γνωρίζεται, όσο και αν τον πληρίασει κανείς. "Καν υπέρ εκείνον (τον Παύλον) γένη… και εγγυτέρω Θεού πλέον απέχει Θεού και της τελείας καταλήψεως ή όσον ημών υπεραίρει του συνθέτου και ταπεινού και κάτω βρίθοντος κράματος" (Γρηγόριος ο Θεολόγος).  

Αλλά δεν πρέπει να λησμονούνται τα εξής βασικά σημεία:

Α. Η «αγνωσία» του Θεού περιγράφεται από τους Πατέρες ως ακαταληψία ή το ακατάληπτον του Θεού. Δεν πρόκειται συνεπώς για άρνηση κάθε είδους γνώσης του Θεού (τότε οι λόγοι του Κυρίου "ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν" κλπ δεν θα είχαν νόημα), αλλά περί μιας συγκεκριμένης μορφής γνώσης, της κατάληψης, η οποία και είναι αδύνατος.  

Αυτό το είδος της γνώσης - το οποίον επέτρεπαν οι Ευνομιανοί - είναι αυτό που αναλύσαμε πιο πάνω ως "γνώση πραγμάτων", και είδαμε πώς και γιατί δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της γνώσης του Θεού.

Β. Αυτό που αρνούνται οι Πατέρες είναι η γνώση της φύσης ή της ουσίας του Θεού, το να γνωρίσει κανείς "την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν, και εαυτή, λέγω δη τη Τριάδι γινωσκομένην" (Γρηγόριος ο Θεολόγος). 

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι αρνούνται οι Πατέρες το να γίνει λόγος περί Θεού ως Τριάδος. 

Οι Ευνομιανοί με το να ταυτίζουν την ουσία ή φύση του Θεού με τον Πατέρα δημιουργούσαν την σύγχυση ότι, αφού μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό ως Πατέρα, άρα μπορούμε να γνωρίσουμε την φύση του Θεού (αφού θεία ουσία και Πατήρ συμπίπτουν πλήρως εννοιολογικά). 

Η διάκριση όμως μεταξύ ουσίας και Πατρός, στην οποία επέμειναν οι Καππαδόκες Πατέρες απέκλειε την σύγχυση αυτή. Έτσι το να λέμε ότι δεν γνωρίζουμε το Θεό ως ουσία δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ότι δεν Τον γνωρίζουμε ως Πατέρα (ή ως Τριάδα προσώπων). 

Και αντίστροφα, το να λέμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό ως Πατέρα, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι Τον γνωρίζουμε ως ουσία ή φύση.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η ανάλυση που έγινε εδώ είναι σύμφωνη με την πατερική γνωσιολογία: ο Θεός γνωρίζεται μόνον "εν προσώπω" και ως πρόσωπα, και όχι ως φύση ή ουσία. 

Η Πατερική γραμματεία δεν μας παρέχει βέβαια ανάλυση υπαρξιακή, του τι σημαίνει να γνωρίζεις "εν προσώπω" ή ως πρόσωπα. 

Μας παρέχει όμως την βασική αρχή ότι υπάρχει ριζική διάκριση ως προς τη γνωσιολογία μεταξύ φύσης και προσώπου, αφού την μεν φύση του Θεού δεν μπορείς με κανένα τρόπο να την γνωρίσεις, ενώ την προσωπική ύπαρξή Του μπορείς. 

Συνεπώς ο αποφατισμός ως προς την φύση του Θεού δεν πρέπει να γενικεύεται σε αποφατισμό και αγνωσία ως προς την προσωπική Του ύπαρξη.

Πέρα από την γενική αυτή αρχή της διάκρισης μεταξύ της ουσίας του Θεού που είναι παντελώς ασύλληπτος και της προσωπικής – τριαδικής υπάρξεώς Του, που μας γνωρίζεται δια του Υιού εν Πνεύματι, οι Πατέρες δεν προσφέρεουν, όπως είπαμε, ανάλυση του τι σημαίνει να γνωρίζεις τον Θεόν "εν προσώπω Ιησού Χριστού" και ως Τριάδα προσώπων. 

Η ανάλυση αυτή δεν χρειάστηκε να γίνει στην εποχή των Πατέρων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνει ποτέ εις τον αιώνα. 

Αντίθετα, χρέος της Δογματικής, είναι να προχωρεί σε ερμηνεία των δογμάτων, αρκεί να μην προδίδει ή διαστρέφει το πνεύμα των Πατέρων. 

Αυτό έκαναν και όλοι οι μεγάλοι Πατέρες: ερμηνεύοντας τους προηγουμένους των, βάσει αναγκών της εποχής τους, προέβαιναν σε ανάλυση βασικών όρων.

Μια τέτοια ανάλυση που επέβαλαν ιστορικές ανάγκες σχετικά με το θέμα της Γνωσιολογίας, ήταν στην πατερική εποχή η διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό. 

Η διάκριση αυτή που εμφανίζεται αμυδρά στον Μέγα Αθανάσιο και είναι σαφέστερη στους Καππαδόκες Πατέρες, αναπτύσσεται ως γνωστόν εκτενώς από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. 

Με τον τρόπο αυτόν διατηρείται η Πατερική αρχή του ακαταλήπτου της ουσίας του Θεού και προσφέρεται ως γνωσιολογική βάση η ενέργεια ή ενέργειες του Θεού. 

Έτσι και πάλι ο αποφατισμός περιορίζεται στην ουσία του Θεού. Τόσο τα πρόσωπα, όσο και οι ενέργειες του Θεού, άκτιστα και τα δύο, μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε τον Θεό και να θεολογήσουμε. 

Όμως στην περίπτωση αυτή, όπως είδαμε, η γνώση δεν μπορεί να νοηθεί ως κατάληψη. 

Είναι ένα είδος γνώσης που χρειάζεται ανάλυση προκειμένου να ερμηνευθεί η θέση των Πατέρων. Αυτή την ανάλυση προσπαθήσαμε να κάνουμε.

***Ο Ιωάννης Συκουτρής (Σμύρνη, 1 Δεκεμβρίου 1901 — Κόρινθος, 21 Σεπτεμβρίου 1937) ήταν διακεκριμένος Έλληνας φιλόλογος. 

Καταγόταν από την Χίο και φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, ενώ αργότερα δίδαξε στην Αθήνα, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το εξαιρετικής ποιότητας έργο του, στο οποίο δεσπόζουν οι εκδόσεις και οι εισαγωγές στην Ποιητική του Αριστοτέλη και το Συμπόσιο του Πλάτωνα, αλλά και για την αυτοκτονία του σε νεαρή ηλικία.

**** Η έκδοση του "Συμποσίου" του Πλάτωνα από τον Ιωάννη Συκουτρή (1934) θεωρείται σταθμός στην ελληνική φιλολογία και ένα από τα κορυφαία έργα της νεοελληνικής γραμματείας. 

Βασικά Χαρακτηριστικά της Έκδοσης

Περιλαμβάνει το αρχαίο κείμενο, την μετάφραση στην δημοτική και εκτενή εισαγωγή και σχόλια.

Η εισαγωγή του Συκουτρή αποτελεί από μόνη της μια αυτοτελή μελέτη για την ζωή του Πλάτωνα, την δομή του διαλόγου και την φιλοσοφία του έρωτα.

Χρησιμοποίησε μια ρέουσα, ζωντανή δημοτική που έφερε το πλατωνικό έργο πιο κοντά στο ευρύ κοινό. 

Η έκδοση αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην εποχή της: 

Συντηρητικοί κύκλοι και η Εκκλησία τον κατηγόρησαν για αθεΐα και προσβολή των χρηστών ηθών, λόγω της ερμηνείας του για τον αρχαιοελληνικό έρωτα 

Ο Συκουτρής δέχθηκε ανελέητες προσωπικές επιθέσεις και συκοφαντίες. 

Η ψυχολογική πίεση από αυτόν τον πόλεμο θεωρείται ένας από τους βασικούς λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία το 1937, σε ηλικία μόλις 36 ετών.


Τι δείχνουν τα αριθμογράμματα του αρχαίου Ελληνικού αλφαβήτου;

Γνωρίζετε τα αριθμογράμματα του αρχαίου Ελληνικού αλφαβήτου;

Kάθε ένα από αυτά τα γράμματα αντιστοιχεί σε έναν φυσικό αριθμό, που ξεκινάει από τον αριθμό 1 και καταλήγει στον αριθμό 900.

(Α=1, Β=2, Γ=3, Δ=4, Ε=5, S(F)=6, Ζ=7, Η=8, Θ=9,

Ι=10, Κ=20, Λ=30, Μ=40, Ν=50, Ξ=60, Ο=70, Π=80, Q=90,

Ρ=100, Σ=200, Τ=300, Υ=400, Φ=500, Χ=600, Ψ=700, Ω=800 και Πί=σαμπί=900).

Ας δούμε τι μας δείχνει αυτή η υπέροχη και θεόπνευστη μαθηματική γλώσσα.

Εδώ φαίνεται, ότι ο ΚΥΡΙΟΣ ΙΕΟΒΑ της Παλαιάς Διαθήκης, Είναι ο Ιησούς Χριστός της Καινής Διαθήκης.

ΚΥΡΙΟΣ ΙΕΟΒΑ =20+400+100+10+70+200+10+5+70+2+1=888

ΙΗΣΟΥΣ=10+8+200+70+400+200=888

ΚΥΡΙΟΣ ΙΕΟΒΑ=ΙΗΣΟΥΣ =888

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται ότι ο Ιεχοβάς της Παλαιάς Διαθήκης, Είναι ο Ιησούς της Καινής Διαθήκης.

ΙΕΧΟΒΑΣ=888

ΙΗΣΟΥΣ=888

ΙΕΧΟΒΑΣ=ΙΗΣΟΥΣ=888

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται ότι ο Ιησούς, είναι Πράγματι Θρησκεία, Αρμονική Νομοτέλεια, Κήρυκας της Γαλήνης και μετά την ανάληψη, ονομάζεται ΑΜΗΝ και Είναι ο ΜΕΓΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ!!!

ΙΗΣΟΥΣ=888

ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ=535+353=888

Η ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ=8+299+581=888

ΚΗΡΥΞ ΓΑΛΗΝΗΣ=588+300=888

ΑΜΗΝ ΜΕΓΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ=99+249+540=888

(το Όνομα ΑΜΗΝ, όπως φαίνεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη)

ΙΗΣΟΥΣ=ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ=ΑΜΗΝ ΜΕΓΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ=ΚΗΡΥΞ ΓΑΛΗΝΗΣ=ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ=888

++++++++++++++++++++++++++

Εγώ είμαι το Α και το Ω είπεν ο Ιησούς στον Ιωάννη (στην Αποκάλυψη)

ΙΗΣΟΥΣ=888=3χ8=24 το Α & το Ω.

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται ότι ο Θεός είναι Άγιος και Αγαθός και ότι Είναι στις ιερές μονές!!!

ΘΕΟΣ=9+5+70+200=284

ΑΓΙΟΣ=1+3+10+70+200=284

ΑΓΑΘΟΣ=1+3+1+9+70+200=284

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ=10+5+100+1+40+70+50+8=284

ΘΕΟΣ=ΑΓΙΟΣ=ΑΓΑΘΟΣ=ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ=284

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ ο αριθμός 284, πολλαπλασιαζόμενος τρεις φορές ή προφέροντας την λέξη ΑΓΙΟΣ τρεις φορές - όσα Είναι και τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος - μας δίδει τον αριθμό 892 και προκύπτει η ολοκληρωμένη έννοια του Θεού: ΑΠΕΙΡΟΝ ΠΝΕΥΜΑ.

ΑΓΙΟΣ+ΑΓΙΟΣ+ΑΓΙΟΣ=284+284+284=892

ΑΠΕΙΡΟΝ ΠΝΕΥΜΑ=1+80+5+10+100+100+50+80+50+5+400+40+1=892

ΑΓΙΟΣ+ΑΓΙΟΣ+ΑΓΙΟΣ=ΑΠΕΙΡΟΝ ΠΝΕΥΜΑ=892

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται, ότι ο Θεός Είναι Άτμητος.

Ο ΘΕΟΣ ΕΣΤΙΝ=919

ΑΤΜΗΤΟΣ=1+300+40+8+300+70+200=919

Ο ΘΕΟΣ ΕΣΤΙΝ=ΑΤΜΗΤΟΣ=919

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται ότι ο Θεός Είναι Τριαδικός και Απόρρητος.

Ο ΓΑΡ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ=999

ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ=999

ΑΠΟΡΡΗΤΟΣ=999

++++++++++++++++++++++++++

ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟΝ=849+565=1414

ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ ΕΣΤΙΝ=849+565=1414

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται, ότι το όνομα Εμμανουήλ, Είναι η Θεία Τριάδα: «Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι τ’ όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενο μεθ’ ημών ο Θεός» (κατά Ματθαίον α’ 23)

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ=644

Η ΘΕΙΑ ΤΡΙΑΣ=644

Δηλαδή με το Εμμανουήλ όνομα που δόθηκε στον Ιησού, που σημαίνει «μεθ’ ημών ο Θεός», Θεός, νοείται η Θεία Τριάς!!!

++++++++++++++++++++++++++

Εδώ φαίνεται, ότι ο Θεός Είναι Ένας.

ΟΤΙ ΘΕΙΟΝ ΕΝ=579

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙ=579

++++++++++++++++++++++++++

Ξέρετε ποιός είναι ο Ιησούς πλανεμένοι νεοπαγανιστές, παντός είδους αιρετικοί και ψευδομάρτυρες του Ιεχοβα;

ΕΙΜΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ=2503

Ο ΧΡΟΝΟΜΕΤΑΒΑΙΝΩΝ ΘΕΟΣ=2503

Αυτός, που υπήρχε, πριν από τον Αβραάμ ο Ιεχοβάς=888. 

Αυτός, που ήλθε και σαρκώθηκε στη γη, ο Ιησούς=888. 

++++++++++++++++++++++++++

Αυτός, που ανελήφθη στον Ουρανό - με την ταχύτητα του φωτός - για να καθίσει στα δεξιά του Πατρός.

Η ΤΑΧΥΤΗΣ ΦΩΤΟΣ=8+1809+1870=3687

Η ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΕΞΑΫΛΩΣΙΣ ΕΣΤΙ=3687

++++++++++++++++++++++++++

Γνωρίζετε ποιός είναι ο Πανεπόπτης οφθαλμός;

Ο ΔΕ ΠΑΝΕΠΟΠΤΗΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ=2438

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ=2438

Ο ΔΕ ΠΑΝΕΠΟΠΤΗΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ ΕΣΤΙΝ= Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ=2438

++++++++++++++++++++++++++

Γνωρίζετε τι ήταν η δίκη του Ιησού;

ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ=1500

ΦΩΣ=1500

ΔΙΚΗ ΙΗΣΟΥ=ΦΩΣ=1500

++++++++++++++++++++++++++

Ξέρετε ποιος Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, που εσείς οι πλανεμένοι νεοπαγανιστές, λοιποί αιρετικοί και ψευδομάρτυρες του Ιεχοβα που τον απαξιώνετε;

Ο Ιησούς Χριστός, Είναι ο Τριαδικός Θεός Κύριος.

ΕΣΤΙΝ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ=1799

ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΥΡΙΟΣ=1799

ΕΣΤΙΝ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ=ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΥΡΙΟΣ=1799

++++++++++++++++++++++++++

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΗΝ=443

Ο ΛΟΓΟΣ=443

++++++++++++++++++++++++++

Η ύπαρξη του Τριαδικού Θεού Είναι μέγα και ακατάληπτο Μυστήριο και μόνο πιστεύεται. Δεν ερμηνεύεται. (Α΄Τιμοθ. Γ΄16).

++++++++++++++++++++++++++

Γνωρίζετε ποιόν Θεό πρέπει να επικαλείστε, όταν προσεύχεστε; Προσεύχεστε στον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Μοναδικό και Αληθινό Τριαδικό Θεό, που μετά την ανάληψη μετονομάστηκε ΑΜΗΝ.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ=1463

ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΑΜΗΝ=1463

++++++++++++++++++++++++++

ΑΜΗΝ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ= 751+70+680+770+751=2370

ΕΣΤΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ=

515+370+231+770+484=2370

++++++++++++++++++++++++++

Δεκτά τι λένε τα αριθμογράμματα για την Παναγία, την Μητέρα του Χριστού;

ΧΑΙΡΕ ΠΑΡΘΕΝΕ ΜΑΡΙΑ =1118

Η ΜΑΡΙΑ ΗΤΟ ΑΠΕΙΡΟΓΑΜΟΣ=1118

ΧΑΙΡΕ ΠΑΡΘΕΝΕ ΜΑΡΙΑ =Η ΜΑΡΙΑ ΗΤΟ ΑΠΕΙΡΟΓΑΜΟΣ=1118 !!!

++++++++++++++++++++++++++

Παρατηρήστε και κλάψτε ταυτόχρονα για όλα αυτά τα αισχρά που λετε για την Παναγία.

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ= 8+80+1+100+9+5+50+70+200+40+1+100+10+1=675

Α΄ΘΕΟΤΟΚΟΣ=

1+9+5+70+300+20+70+200=675

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ=Α΄ΘΕΟΤΟΚΟΣ=675

++++++++++++++++++++++++++

Και τον Σταυρό ή τον βρίζετε ή δεν παραδέχεστε.

Εδώ όμως φαίνεται ότι ο Σταυρός Είναι γνώση.

ΣΤΑΥΡΟΣ=200+300+1+400+100+70+200=1271

Η ΓΝΩΣΙΣ=8+1263=1271

ΣΤΑΥΡΟΣ=ΓΝΩΣΙΣ=1271

++++++++++++++++++++++++++

Πόσα άλλα θέλετε να δείτε για ν' ακολουθήσετε την ορθοδοξία;

Θέλετε επιχειρήματα; Εδώ είμαστε. 

Πείτε μας τι πιστεύετε και με επιχειρήματα κι αν είναι σωστά να σας ακολουθήσουμε κι εμείς. 

Δεν έχετε όμως επιχειρήματα κι αυτά που γράφετε ή σχολιάζετε είναι αντιγραφές από ημιμαθείς παγανιστές ή αιρετικούς αρθρογράφους.

Ξυπνάτε, διότι πολύ σύντομα θα βρεθούμε όλοι στο τελευταίο Δικαστήριο κι εκεί υπάρχει Κάποιος που μας περιμένει να δώσουμε λόγο για τις σκέψεις, τα λόγια, τα γραφόμενα και τις πράξεις μας. 

Είστε έτοιμοι;


Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Τι έλεγαν οι φιλόσοφοι για τους "θεούς"


Φιλόσοφοι: Το πρώτο αμυδρό φως στο δωδεκαθεϊστικό σκοτάδι

Οι μεγάλοι σοφοί της αρχαιότητας απέρριψαν επιδεικτικά την αρχαιοελληνική θρησκεία, την οποία χαρακτήρισαν απαράδεκτη, παράλογη και εν πολλοίς επικίνδυνη για την ανθρώπινη κοινωνία!

Όλα σχεδόν τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας άσκησαν κριτική και αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία.

 «Κατά τους εξ π.Χ. αιώνας προσεπάθησαν να υπερβούν την πολυθεΐαν, να διαμορφώσουν μίαν υψηλοτέραν ιδέαν περί πνευματικού Θεού, να καθάρουν την έννοιαν του θείου από όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία είχαν επισωρεύσει η μυθολογία, η δεισιδαιμονία και η πρωτόγονος μαγική σκέψις των μαζών»

 (Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων», Αθήνα 1964, σελ.75). 

«Οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι αντιτάχθησαν στην ειδωλολατρική πολυθεΐα και ηγωνίσθησαν, ώστε να καθαρθεί η έννοια του θείου από το μη θεοπρεπές στοιχείον». (Ν. Βασιλειάδη « Ο ανθρωπισμός του Χριστιανισμού» Αθήναι 1986, σελ. 48).

Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Είς Θεός, εν τε θεοίσι καί ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα». Όμως «πάντα θεοίσ’ ανέθηκαν Όμηρος θ’ Ησίοδος τε… όσσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν» (Ξενοφ. Απ.,11)! 

Τους θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρου αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας, ανάρμοστα για την θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιοι με όσους λένε πως οι θεοί πεθαίνουν!

Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) επιζητούσε «εξαγνισμόν από τα είδωλα» και πνευματική λατρεία του θείου (Αποστ.5, Diels).

 Συνέλαβε την έννοια του ενός Θεού υποστηρίζοντας πως « Έν πάντα… εκ πάντων έν καί εξ ενός πάντα…ταυτό τε ζών καί τεθνηκός καί εγρήγορος καί καθεύδον καί νέον και γηραιόν… αγαθόν και κακόν -εν καί ταυτόν-» (Β΄ 50, 10, 88, 58). 

Καθιέρωσε την πνευματική έννοια του Λόγου ως την υπέρτατη αιτία των πάντων και ως τον πάνσοφο νου που συγκροτεί τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν (Α 16).

Υποστήριζε πως ο Ομηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδρασή στα ήθη των ανθρώπων. 

Ακόμη στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και Θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κλπ)

Ο Αναξίμανδρος (610-564 π.Χ.) αποφάνθηκε πως το θείον είναι «αθάνατον καί ανόλεθρον», «περιέχει δε άπαντα καί πάντα κυβερνά» (Αριστ., Μεταφ. 203Β).

Ο Εμπεδοκλής (493-433 π.Χ.) καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα (Β΄ 134)

Ο Παρμενίδης (5ος αιών π.Χ.) αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο και αποφάνθηκε πως αυτό είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη σύλληψη. Το θείον είναι «ατεμές» και «ακίνητον» (Β΄ 23,24,26)

Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι’ αυτά, αλλά πύρινες μάζες. 

Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος.

 Ο Μητρόδωρος (5ος αιών π.Χ.), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως «οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν»                                  (P. Decharme, «Ελληνική Μυθολογία» τομ. Α΄, σελ.286).

Ο Πρωταγόρας (480-411 π.Χ.) θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατύρησε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι’ αυτό οι φανατικοί ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν (Θ.Η.Ε., τομ. 10,692).

Ο Ηρόδοτος (480-421 π.Χ.) δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς και στηλίτευσε την απαράδεκτη ιερή πορνεία (Ιστ. Ι. 199). 

Ο Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν επίσης τις ανόητες μαντείες του δελφικού μαντείου (P. Dech., ό.π.). 

Επίσης ο Επίχαρμος (530-440 π.Χ.) λοιδορούσε την αρχαία ειδωλολατρεία, διότι αυτή θεωρούσε «τούς θεούς είναι ανέμους, ύδωρ, γήν, ήλιον, πύρ, αστέρες» (Στοβ. Ανθ. 91,92).

Ο Πίνδαρος (522-446π.Χ.) στα περίφημα ποιήματά του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που προσβάλουν το θείο, (Πινδ. Ολυμ. Θ΄35) και (P. Dech., ό.π., σελ.7) 

και δεν έκρυβε τις μονοθείζουσες ιδέες του (Θ.Η.Ε., τόμ. 10, 393).

Ο Πρόδικος (5ος αιών π.Χ.) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεωρούσαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για την ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια οι πηγές, τα ζώα, κ.λπ. (Ξενοφ. Απομν. 11,3)

Ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε την θρησκεία της εποχής του γιατί οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! 

(Cicero de Nat. Deor. I,II, 13).

Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, αφενός μεν από σεβασμό προς τα ζώα και αφετέρου, επειδή ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιες ταπεινές πράξεις (Θ.Η.Ε., τόμ. 6,415).

Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) χαρακτήρισε τις γελοίες για τους θεούς διηγήσεις των ποιητών «αοιδών δυστήνους λόγους»       (Ευρ., Ηρακλ. Μαιν. 1346) και 

υποστήριξε πως «εί οι θεοί εισί κακοί ουκ εισί θεοί» (Ευρ., Βαλλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος του φανατικού ειδωλολατρικού όχλου και να καταφύγει στην Μακεδονία!

Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Κατά κανόνα ομιλούσε για Θεό και σπανιότατα ομιλούσε για θεούς. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως «έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων».

Ο Πλάτων (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την «Πολιτεία» του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοί μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε εμφατικά ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368Α-383C). 

Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στην δική του ιδεατή θεότητα, το «Όντως Όν». 

Χαρακτηριστικά είναι τα εξής αποφθέγματα του μεγάλου φιλοσόφου, τα οποία προδίδουν τις μονοθεϊστικές αντιλήψεις του: «Ο δή Θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον άν είη μάλιστα» (Νομ. IV 716e), 

«Ομοιούσθαι Θεώ» (Πολ. 613Β), 

«Ο Θεός έχει ταίς χερσίν αυτού τήν αρχήν, το μέσον και το πέρας πάντων των όντων» (Νομ. Δ 713e).

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) όρισε το θείον ως «τό πρώτον κινούν ακίνητον», ως «Νόησιν Νοήσεως» και ως «Ζώον αΐδιον άριστον» (Μεταφ. 1072, Β΄ 29) ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μία υπερβατική αρχή. 

Υπεράσπισε την ενότητα της θείας ουσίας ως εξής: «ουκ πολυκοιρανίη εις κοίρανος» (Μεταφ. 1076Α). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τις ανόητες περί θεών πίστεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας και γι’ αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό!

Οι Στωικοί, ακολουθώντας την διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα Θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά 

(P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Αθήναι 1977, σελ 304).

Αρνητές της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές, οι κυνικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι.

Το τελειωτικό κτύπημα στην αρχαία θρησκεία, το έδωσε ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (317-297 π.Χ.) ο οποίος διατύπωσε την θεωρία η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της πολιάς αρχαιότητας, τους οποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν!

Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν του ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας († 165 μ.Χ.) έγραφε πως «Οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, κάν άθεοι ενομίσθησαν, οίον εν Έλλησι μέν Σωκράτης καί Ηράκλειτος καί οι όμοιοι αυτοίς» (Ιουστ. Α΄ Απολ. α΄ 46,3, ΒΕΠΕΣ 3,186) και 

«Ουχ αλλότρια εστί τά τού Πλάτωνος διδάγματα τού Χριστού, όσα ούν παρά πάσι καλώς είρηται ημών τών Χριστιανών εστί» (Ιουστ. Β΄ Απολ. 13,2-4, ΒΕΠΕΣ 3,207)! 

Ο Κλήμης ο Αλαξανδρεύς επίσης μίλησε περί «ειδικής αποκαλύψεως» από τον Θεό στους αρχαίους Έλληνες σοφούς (Προτρεπτ. VI, ΒΕΠΕΣ 7,52)!

Αργότερα με το έπος και την σπουδή των κλασικών ο Βυζαντινός αναλαμβάνει την ελληνική του καταγωγή, χωρίς να αισθάνεται πως κάτι τέτοιο βλάπτει την Χριστιανικότητά του, συνδυάζοντας φιλοσοφία και θεολογία και ανακηρύσσοντας θαρραλέα τους σοφούς της αρχαιότητας χριστιανούς προ του γράμματος! 

Συναρμόζοντας τους αρχαίους με τους μέσους αιώνες στην ψυχή τους, οι άνθρωποι της εποχής εκείνης απεργάζονται δυναμικά την ιστορική του έθνους συνέχεια, το σε όραμά τους θα ζωντανέψει στους νάρθηκες των Εκκλησιών, όπου ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι άλλοι μεγάλοι του προχριστιανικού ελληνισμού θα ιστορηθούν με αμφίεση προφητών. 

Ο νεώτερος ελληνισμός, όπως άλλωστε και ο λεγόμενος βυζαντινός που τον γέννησε δεν συνιστούν παράλληλα ή προδρομικά φαινόμενα των νεοτέρων χρόνων της Ευρώπης, αλλά συνιστούν, και εδώ έγκειται η εθνική μας ιδιορρυθμία, ανάπλαση και μεταστοιχείωση ενός και του αυτού λαού, από εσωτερική περίσσια και όχι από εξάντληση.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Οι Νεοπαγανιστές διατυμπανίζουν την δόξα και την σοφία της αρχαίας Ελλάδος χωρίς να γνωρίζουν

Οι φιλόσοφοι τρώγονταν σαν τα σκυλιά και διαφωνούσαν για το καθετί.

Το αρχαίο σκοτάδι τού πολυθεϊσμού, άρχισε να σκορπίζει από το αμυδρό λυχνάρι φωτός πλήθους φιλοσόφων. Οι άνθρωποι αυτοί, έκαναν μια επικίνδυνη υπέρβαση τής πολυθεϊστικής πλάνης με κίνδυνο τής ζωής τους, Εδωσαν ακτίνες αληθείας στον βάρβαρο και δεισιδαίμονα αρχαίο κόσμο.

Γι' αυτό οι αρχαίοι ειδωλολάτρες δωδεκαθεϊστές δεν τούς συγχώρεσαν, αλλά η πλειοψηφία τών φιλοσόφων διώχθηκε ή δολοφονήθηκε και τα συγγράμματά τους καταστράφηκαν.

Σήμερα χάρη στους Χριστιανούς κυρίως, έχουν διασωθεί πλήθος κειμένων με την σοφία τους που αντιγράφονταν για αιώνες στα Χριστιανικά μοναστήρια, σωζόμενα από τον δωδεκαθεϊστικό σκοταδισμό τών πολλών.

Αρχαίοι φιλόσοφοι... αλληλοϋβριζόμενοι

Ποια ήταν η πραγματικότητα χωρίς ωραιοποιήσεις;

Είναι σημαντικό να δούμε τον τρόπο που οι φιλόσοφοι αλληλοκατηγορούνταν μεταξύ τους και έστελναν στο πυρ το εξώτερο τις αντίπαλες φιλοσοφίες και τους αντίπαλους φιλόσοφους, ώστε να πάψει ο μύθος πως δήθεν οι φιλόσοφοι ήταν μία όμορφη παρέα συζητητών, οι οποίοι συνεργάζονταν και αλλοβοηθιούνταν.

-Ο Αριστοτέλης γράφει (Μεταφυσ. Α’, 986b, 27) ότι ο Ξενοφάνης ήταν πολύ κατώτερος από τον Παρμενίδη και μάλιστα «μικρόν αγροικότερος».

-Ο Αριστοτέλης αποκαλεί απαίδευτους τους Κυνικούς γράφοντας «οι Αντισθένιοι και οι ούτως απαίδευτοι» (Μετά τα Φυσικά, Η’, 3 (1043b, 24)).

-Ο Αριστοτέλης γράφει για τον Πρωταγόρα: «ενώ δεν λένε τίποτα αυτού του είδους οι διανοητές, δίνουν την εντύπωση ότι λένε κάτι σημαντικό» (Μετά τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b, 4)).

- Ο Παρμενίδης πήρε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στον Ηράκλειτο. Κάπου γράφει:

«...οι δε φορούνται κωφοί ομώς τυφλοί τε τεθηπότες άκριτα φύλαυτόν εστι κέλευθος» (Απ. 6, 8).

Δηλαδή: «Ενώ αυτοί παραδέρνουν κουφοί μαζί και τυφλοί, σαστισμένοι, μπουλούκια χωρίς κρίση, αυτοί που δεν κάνουν παρά να θεωρούν το «είναι» και το «μη είναι» σαν το ίδιο πράγμα».

-Ο Ηράκλειτος χλευάζει τον Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας κοπίδων εστίν αρχηγός», «ο Πυθαγόρας είναι αρχηγός στους αγύρτες»,

-Ο Ηράκλειτος περιφρονεί τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο λέγοντας (Απ. 40): «Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο («Πολυμαθίη νόον έχειν ου διδάσκει˙ Ησίοδον γαρ αν εδίδαξε και Πυθαγόρην αύτις τε Ξενοφάνεά τε και Εκαταίον»).

-Ο Ξενοφάνης, όταν ο Εμπεδοκλής του είπε ότι ο σοφός άνδρας δεν βρίσκεται, αυτός του απάντησε ειρωνικά: «φυσικά, διότι πρέπει κανείς να είναι σοφός ώστε να αναγνωρίσει τον σοφό» («Εμπεδοκλέους δε ειπόντος αυτώ ότι ανεύρετός εστιν ο σοφός, "εικότως," έφη: "σοφόν γαρ είναι δει τον επιγνωσάμενον τον σοφόν"» Διογένης Λαέρτιος, IX, 20).

-Για τον Επίκουρο, «ο στωικός Διότιμος, εχθρικά διατεθειμένος απέναντί του, τον διέβαλε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, κυκλοφορώντας πενήντα αισχρές επιστολές με το όνομα του Επίκουρου. 

Το ίδιο έκανε κι εκείνος που συγκέντρωσε και απέδωσε στον Επίκουρο τα ερωτικά γράμματα που αποδίδονται στον Χρύσιππο. 

Ακόμη, ο στωικός Ποσειδώνιος και ο κύκλος του και ο Νικόλαος και ο Σωτίων (...) υποστηρίζουν πως ο Επίκουρος περιφερόταν στα χαμόσπιτα και διάβαζε καθαρτήριες ευχές.(...)

Λένε, επίσης, ότι ήταν προαγωγός του ενός αδελφού του (...) ˙ ότι παρουσίαζε ως δικές τους τις διδασκαλίες του Δημοκρίτου για τα άτομα και του Αριστίππου για την ηδονή˙ ότι δεν ήταν γνήσιος Αθηναίος πολίτης (...). 

Ο Επίκτητος τον ονομάζει αισχρολόγο και τον βρίζει για τα καλά. 

Ακόμη και ο Τιμοκράτης, αδελφός του Μητρόδωρου και μαθητής του Επίκουρου μέχρι να εγκαταλείψει την Σχολή, στο έργο του με τον τίτλο Ευφρανταί γράφει ότι ο Επίκουρος ξερνούσε δύο φορές την ημέρα, επειδή του άρεσε να απολαμβάνει τα γεύματα, και ότι ο ίδιος με δυσκολία κατάφερε να ξεφύγει από εκείνες τις νυχτερινές φιλοσοφικές συζητήσεις (...)» (Διογένης Λαέρτιος, X, 3-6), 

ενώ ο Τίμων, σκεπτικός, μαθητής του Πύρρωνα, «λέει για τον Επίκoυρο: ο πιο ποταπός κι ο πιο ξεδιάντροπος από τους φυσικούς, δασκαλάκος για παιδιά φερμένος από τη Σάμο, ο πιο ανάγωγος από τα ζωντανά» (Διογ. Λαέρτ., X, 3).

-Αντίστοιχα, ο Επίκουρος «τους Πλατωνικούς τους αποκαλούσε «κόλακες του [Συρακούσιου τύραννου] Διονύσιου» και τον ίδιο τον Πλάτωνα «χρυσό»˙ 

τον Αριστοτέλη «άσωτο, που σπατάλησε την πατρική περιουσία και κατατάχθηκε στο στρατό και πουλούσε φάρμακα»˙ 

τον Πρωταγόρα «χαμάλη» και «γραφιά του Δημόκριτου» και επαρχιακό γραμματοδιδάσκαλο˙ 

τον Ηράκλειτο «κυκητή» [λόγω της θεωρίας του για τον κυκεώνα, απ. 125], 

τον Δημόκριτο «Ληρόκριτο» [φαφλατά], 

τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο» [βλάκα], 

τους Κυζικηνούς [τον αστρονόμο και μαθηματικό Εύδοξο] «εχθρούς της Ελλάδας», 

τους διαλεκτικούς [τους Μεγαρικούς, του φίλου του Σωκράτη, Ευκλείδη] «φθονερούς για τα πάντα» και 

τον Πύρρωνα «αμαθή και ακαλλιέργητο» (Διογένης Λαέρτιος, X, 7-8), 

ενώ για το δάσκαλό του: «ο ίδιος ο Επίκουρος λέει στα γράμματά του για τον Ναυσιφάνη: «αυτά τον έφεραν εκτός εαυτού, σε σημείο που να με προσβάλει και να με αποκαλέσει "καθηγητή"». Και τον ονόμαζε σουπιά και αγράμματο και απατεώνα και πόρνο» (Διογ. Λαέρτ., X, 7-8).

-«Σε γενικές γραμμές ήταν [ο Αριστοτέλης], σύμφωνα με τον Επίκουρο, αντίπαλος πιο βλαβερός για την σωτηρία της ζωής εκείνων που προετοιμάζονται, όπως οι αθλητές, για το στίβο της πολιτικής» (Φιλόδημου Περί ρητορικής, 2, 58, 10-15).

-Ο Πλούταρχος στο ένα από τα δύο συγγράμματα που έγραψε κατά των Επικούρειων, το Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας, τονίζει (κεφ. 1 (1128bc)) ότι όπως «άνθρωποι με ασυγκράτητη και ακόρεστη φιλοδοξία κατηγορούν την δόξα στους άλλους, σαν να είναι αντεραστές τους, για να την κερδίσουν χωρίς ανταγωνισμούς», έτσι κι ο Επίκουρος, αντί να «ζήσει στην αφάνεια» διακήρυττε το «λάθε βιώσας», ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να ακολουθήσει το ρητό του, ενώ ο ίδιος να κερδίσει δόξα και να μη μείνει στην αφάνεια – όπως θα έπρεπε, αν ακολουθούσε ο ίδιος το ρητό του.

-Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι παραδοξότερα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.

-Ο Κλεάνθης έλεγε πως οι Περιπατητικοί παθαίνουν κάτι ανάλογο μ’ αυτό που παθαίνουν οι λύρες, οι οποίες βγάζουν ωραίο ήχο, αλλά δεν ακούνε ποτέ τον εαυτό τους (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173).

-Ο Πλατωνικός Αρκεσίλαος είπε «δε συγκινούμαι από κολακείες» και ο Στωικός Κλεάνθης του απάντησε: «σε κολακεύω λέγοντας ότι άλλα λες και άλλα κάνεις» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 171).

-Ο Αρκεσίλαος παρομοίαζε τους Επικούρειους και τους μη Επικούρειους με τους άντρες και τους ευνούχους αντίστοιχα (Διογένης Λαέρτιος, IV, 6).

-ο Πλάτωνας κατηγορούσε τους σοφιστές. Ο Πλάτωνας δεν αναφέρει καν ούτε μια φορά το όνομα του Δημόκριτου (που είχε τόση φήμη στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αι., όση έχει ο Πλάτωνας σήμερα), επειδή τον μισούσε για την υλιστική φιλοσοφία του.

-Ο Πλάτωνας αποκαλεί τον πρώτο Κυνικό, τον Αντισθένη, περιπαιχτικά «οψιμαθή γέροντα» (Σοφιστής, 251b).

-Αντίστοιχα, ο Αντισθένης αποκαλούσε τον Πλάτωνα «επηρμένο»: «Έσκωπτέ τε Πλάτωνα ως τετυφωμένον» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7).

-Ο Πλάτων κατηγορούσε τον Αριστοτέλη, ότι ο τελευταίος τον εγκατέλειψε. «Απέστη δε Πλάτωνος έτι περιόντος· ώστε φασίν εκείνον ειπείν, "Αριστοτέλης ημάς απελάκτισε καθαπερεί τα πωλάρια γεννηθέντα την μητέρα."» (Διογένης Λαέρτης, V, 2).

-«Τους Ακαδημαϊκούς ο Τίμων τους διασύρει με τούτα τα λόγια: Των Ακαδημαϊκών η σαχλή περιττολογία» (Διογένης Λαέρτιος, IV, 67).

-Ο φιλόσοφος Μενέδημος «περιφρονούσε τους διδασκάλους της σχολής του Πλάτωνα και  του Ξενοκράτη» (Διογένης Λαέρτιος, II, 134).

-Ο Διογένης ο Κυνικός κοροϊδεύει τον Πλάτωνα και τη φιλοσοφία του. 

Ο Διογένης ο Κυνικός «την μην Ευκλείδου [όχι του μαθηματικού] Σχολήν έλεγε χολή, την δε Πλάτωνος διατριβήν κατατριβήν» (Διογένης Λαέρτιος VI, 24, 26 και 40 και 53).

-«Ο Θεόπομπος στον Ηδυχάρη λέει "Δεν υπάρχει τίποτε που να είναι πραγματικά ένα, αφού και ο αριθμός δύο, μόλις είναι ένα, όπως λέει ο Πλάτων"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).

-Ο Τίμων παίζοντας με το όνομα του Πλάτωνα έλεγε «όπως ανέπλαττε ο Πλάτων παράξενες κοινοτοπίες» («ως ανέπλασσε Πλάτων πεπλασμένα θαύματα ειδώς») (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).

-«Ο Άλεξις στον Αγκυλιώνα του γράφει "Μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις. Πήγαινε να τρέξεις μαζί με τον Πλάτωνα, και θα τα μάθεις όλα για το σαπούνι και το κρεμμύδι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 27).

-«Ο Άμφις στον Δεξιδημίδη γράφει "Ω Πλάτων, όλο κι όλο που ξέρεις είναι μόνο να σκυθρωπιάζεις, σμίγοντας σεμνά τα φρύδια σαν σαλιγκάρι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).

-«Ο Άλεξις στον Παράσιτο γράφει "Παρά να μωρολογείς μόνος με τον Πλάτωνα". Τον χλευάζει και ο Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα, στην Κίρκη και στις Πλούσιες» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).

-ο Λουκιανός έβριζε τον Αριστοτέλη («ο πιο αχρείος από όλους τους κόλακες» Νεκρικοί διάλογοι Διογένους και Αλεξάνδρου), 

τον Εμπεδοκλή τον έλεγε («αλαζόνα», «κουτό», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου) 

τον Πλάτωνα («έμπειρος στην τέχνη να κολακεύει τους τυράννους», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αίακου) και 

τον Σωκράτη («σοφιστής», «ψευτογενναίος», Νεκρικοί διάλογοι Μενίππου και Κέρβερου).  

-Ο Ιουλιανός συνιστούσε το διάβασμα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Στωικών, αλλά όχι τα έργα του Πύρρωνα (Σκεπτικοί) και του Επίκουρου (Επιστολή στον Αρσάκειο). Επίσης έγραψε πραγματεία κατά των Κυνικών. Ενώ ο ίδιος δεν ήταν Κυνικός, συμβούλευε έναν Κυνικό πώς πρέπει να είναι ο Κυνικός.

-Ο Νεοπλατωνικός Παγανιστής φιλόσοφος Ιάμβλιχος, που ήταν μαθητής του Πορφυρίου και επηρέασε σημαντικά την σκέψη του Ιουλιανού, στο έργο του Αβάμμωνος διδασκάλου προς την "Πορφυρίου προς Ανεβώ επιστολήν αποκρίσεις και των εν αυτή απορρημάτων λύσεις" χαρακτηρίζει τους Έλληνες ανώριμους από την ίδια την φύση τους, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια˙ τους κατηγορεί ότι αλλοιώνουν με την λεπτολογία τους όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.513). 

Γιατί τα λέει αυτά αφού ήταν Παγανιστής;

-Οι φιλόσοφοι όχι μόνο αλληλοβρίζονταν, αλλά ο Πλάτωνας είχε δοκιμάσει να κάψει τα βιβλία του Δημοκρίτου, αλλά δεν προχώρησε πολύ, όχι διότι άλλαξε μυαλά και παράτησε την νοοτροπία του αρχαιοέλληνα Ιεροεξεταστή, αλλά επειδή τον έπεισαν ότι όσα και να κάψει, ήδη τα κατείχαν ήδη πάρα πολλοί (Διογένης Λαέρτιος, IX, 40: «Πλάτωνα θελήσαι συμφλέξαι τα Δημοκρίτου συγγράμματα, οπόσα εδυνήθη συναγαγείν, Αμύκλαν δε και Κλεινίαντούς Πυθαγορικούς κωλύσαι αυτόν, ως ουδέν όφελος· παρά πολλοίς γαρ είναι ήδη τα βιβλία»).

Ας μην μας λένε λοιπόν οι Νεοπαγανιστές για την δόξα και την σοφία της αρχαίας Ελλάδος. Και ας μη μας λένε ότι δήθεν οι Χριστιανοί ήταν οι ενάντιοι στους φιλοσόφους. ΟΙ ΙΔΙΟΙ οι φιλόσοφοι τρώγονταν σαν τα σκυλιά, και διαφωνούσαν για το κάθε τι. 

Μόνο η Χριστιανική πίστη έφερε στον κόσμο την αλήθεια και την ελευθερία σκέψης.


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Αρχαιολάτρες και νεοειδωλολάτρες

 


Ένα νέο φαινόμενο μπαίνει τα τελευταία χρόνια στην ζωή των Ελλήνων: η εμφάνιση της "αρχαιολατρίας" ή "νεοειδωλολατρίας". 

Βεβαίως, παρόμοια φαινόμενα κατέγραψε η ιστορία και στο Βυζάντιο, λίγο πριν την Άλωση, στις μέρες του Πλήθωνα. 

Όμως η σύγχρονη μορφη της νεοειδωλολατρίας έχει όλα τα χαρακτηριστικά των ρευμάτων της "Νέας Εποχής" και παρουσιάζεται ιδιαίτερα σκληρή και υβριστική απέναντι στην Χριστιανική Πίστη.

Συνήθως, η πρώτη αντίδρασή μας μπροστά στο νέο αυτό ρεύμα της νεοειδωλολατρίας είναι ένα ειρωνικό μειδίαμα ή η γνώμη ότι δεν πρέπει "να ασχολείται κανείς με τέτοια πράγματα· υπάρχουν σοβαρότερα". 

Ή ακόμη βλέπουμε τούς οπαδούς του νεοεποχίτικου αυτού ρεύματος σαν αθεράπευτους νοσταλγούς ενός ενδόξου παρελθόντος χωρίς επιστροφή.

Μια τέτοια αντιμετώπιση είναι εσφαλμένη και ασφαλώς δηλώνει άγνοια των νέων δεδομένων, της έκτασης και του μεγέθους του προβλήματος. 

Αντίθετα από ό,τι νομίζεται, η νεοειδωλολατρία στις μέρες μας σαγηνεύει και θα πλανήσει πολλές ψυχές και μάλιστα νέων ανθρώπων, διότι η νεοεποχίτικη αυτή ιδεολογία στοχεύει στην εθνική υπερηφάνεια.

Το σύνθημα ότι "όλες οι θρησκείες είναι καλές, ο Θεός είναι ένας και ο ίδιος παντού", που καλλιεργείται ευρύτατα από τα ρεύματα της "Νέας Εποχής", έχει οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο να μη μπορεί να διακρίνει εύκολα τον Αληθινό Θεό από τούς ψευδείς "θεούς", τα είδωλα. 

Άλλωστε ο σύγχρονος άνθρωπος ανύψωσε σε λατρεία την θεραπεία της επιστήμης και της τεχνολογίας και έτσι κατήντησε να είναι στην πράξη πιο ειδωλολάτρης από τούς αρχαίους ειδωλολάτρες. Είναι η "θρησκεία της εκκοσμίκευσης". Ο αστικός πολιτισμός - στην βάση του καταναλωτικός - είναι ουσιαστικά πιο ειδωλολατρικός από την αρχαιοελληνική πολυθεΐα. 

Ηπροσπάθεια (της επαναβίωσης της ειδωλολατρίας) αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού εμφανίζεται συνυφασμένη με το αίτημα ανεύρεσης ή βίωσης της "γνήσιας" Ελληνικότητας. 

Συγκεκριμένα η ειδωλολατρία θεωρείται το πλέον εναρμονισμένο με τον Ελληνισμό θρησκευτικό σύστημα" (Β. Μπακούρου, Θα μπορούσε να αναβιώση σήμερα η αρχαία Ελληνική θρησκεία; Τρίτο Μάτι, Οκτώβριος 1997, σελ.22).

Στην προσπάθεια όμως αυτή της Ελληνικής νεοειδωλολατρίας για την δήθεν ανεύρεση της Ελληνικής "γνησιότητος" διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: γίνεται ένα τεράστιο ιστορικό άλμα από την αρχαιοελληνική πραγματικότητα στην σύγχρονη εποχή και αποσιωπάται ή παραβλέπεται, εκ μέρους των νεοειδωλολατρών, ή απορρίπτεται μετά βδελυγμίας η χιλιετής Βυζαντινή περίοδος. 

Και τίθεται το ερώτημα: Γιατί αυτή η προκατειλημμένη, αντιϊστορική, αντιεπιστημονική, και κατά βάθος ανθελληνική συμπεριφορά; 

Μήπως η Βυζαντινή περίοδος δεν είναι βασικό και μάλιστα μακρόχρονο τμήμα της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους; 

Μήπως οι Βυζαντινοί μας πρόγονοι της Αγιά - Σοφιάς και της Άλωσης, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων δεν ήταν Έλληνες; 

Μήπως άραγε συμπλέουμε με τις κατά καιρούς εμφανιζόμενες παρόμοιες ξένες, ανθελληνικές και αυθαίρετες τοποθετήσεις; 

Μήπως οι Βυζαντινοί Έλληνες, μέσα στα πλαίσια των πολιτισμικών ανακατατάξεων, μιας ολόκληρης χιλιετίας δεν είχαν το δικαίωμα επιλογής στο θρήσκευμα, αποποιούμενοι τους μύθους της ειδωλολατρίας; 

Ή μήπως η αρχαιοελληνική θρησκεία, την οποία δήθεν επαναβιώνουν οι νεοειδωλολάτρες, ήταν αμιγώς ελληνική και γηγενής, απηλλαγμένη συγκριτιστικών διεργασιών μεταξύ της ελληνικής ειδωλολατρίας και των λοιπών θρησκευτικών μορφών της ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και των κατακτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου; 

Περίεργο κι όμως αληθινό: Οι νεοειδωλολάτρες συμπατριώτες μας με ένα παράλογο άλμα αναζητούν μόνον τούς "παππούδες" τους και αρνούνται τούς "πατέρες" τους;

Μεταξύ των πολλών δημοσιευμάτων στο θέμα αυτό περιορίζομαι στα όσα γράφει σε κύριο άρθρο του περιοδικού "Δαυλός" ο ιδιοκτήτης του: «Εδώ και 17 περίπου αιώνες ο Ελληνισμός δεν έδωσε τίποτε που να γίνη παγκόσμιο και πανανθρώπινο...", αντίθετα, υπήρξε μια "δισχιλιετής νόθευση, αλλοίωση και εκτροπή του Ελληνισμού, η ιστορική αφασία του...» (Δαυλός, τ. 154, Οκτώβριος 1994). 

Στο Βυζάντιο, κατ’ αυτόν, «τα πολιτικά και ιδεολογικά του στοιχεία μέχρι λίγο προ της Άλωσης ήταν κατά το πλείστον όχι απλώς ξένα προς κάθε Ελληνικό, αλλά και αποδεδειγμένα έπαιξαν τον ρόλο του ιστορικού εξολοθρευτή και "διακόπτη" της τυπικής ελληνικής συνέχειας» (Δαυλός, τ. 135, Μάρτιος 1993). 

Αυτά γράφει ο "Δαυλός" παραθεωρώντας ολόκληρη την Ελληνική γραμματολογία και τον ελληνόψυχο πολιτισμό της μακράς Βυζαντινής περιόδου.

Και όμως, τα έθνη επιβιώνουν διαχρονικά. Και η ελληνικότητα του Έθνους μας, έτσι όπως προβάλλεται στα πλαίσια της νεοειδωλολατρικής αναβίωσης είναι ασφαλώς ακρωτηριασμένη από ένα σημαντικό τμήμα της, αφού εξοστρακίζεται απ’ αυτήν ο Βυζαντινός πολιτισμός, που είναι γέννημα δικό της. 

Η πορεία του Ελληνικού Έθνους περνά ιστορικά και υποχρεωτικά μέσα από το Βυζάντιο.

Είναι δε απορίας άξιο ότι σ’ αυτή την προσπάθεια συμπλέουν οι Έλληνες νεοειδωλολάτρες με τούς δυτικούς στοχαστές, οι οποίοι «πρώτοι τόνισαν ως αναγκαιότητα για την δήθεν επανασύνδεση των νεοελλήνων με την Αρχαιότητα την αποτίναξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και την εγκόλπωση της ειδωλολατρίας (π.χ.Charles de Mouy)» (Β. Μπακούρου, ενθ. ανωτ. σελ. 22).

Είναι φανερό, ότι ο κύριος λόγος αυτού του βιασμού της ιστορίας είναι η προσπάθεια να αποξενωθή ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός από το κύρια ερείσματά του, δηλαδή την Ελληνική Χριστιανική Πατερική Γραμματολογία, η οποία κατόρθωσε το θαύμα της εναρμονισης της Χριστιανικής Αληθείας και της Ελληνικής γλώσσας και σοφίας δια των Ελλήνων Πατέρων της Βυζαντινής περιόδου. 

Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προσπάθεια των Ελλήνων νεοειδωλολατρών είναι αντιϊστορική και προκρουστική, εξωπραγματική και άκρως ουτοπική, αφού μάλιστα επιδιώκει να επιβληθή στο λαό σαν μορφολογικό κατασκεύασμα λογίων παγανιστών και δεν έχει ερείσματα στα βιώματα, όχι μόνον του Ελληνικού λαού, αλλά και του ευρωπαϊκού πολιτισμού γενικώτερα, που θεμελιώνονται στην Χριστιανική αντίληψη περί Θεού και κόσμου.

Παρ’ όλα ταύτα, η Εκκλησία οφείλει να δει την αναβίωση αυτή σαν πηγή συγχύσεως και να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την σωστή και έγκαιρη ενημέρωση και την περιφρούρηση του Ορθοδόξου Πληρώματος. 

Εξ άλλου, πολλά προβλήματα, όμοια μ’ εκείνα που παρουσιάζονται με την δραστηριότητα όλων των παραθρησκευτικών ρευμάτων της "Νέας Εποχής", μπορούν να δημιουργηθούν από την αναβίωση του νεοειδωλολατρικού φαινομένου. Και μεταξύ αυτών είναι ασφαλώς η συνοχή της ελληνικής οικογενείας και της ελληνικής κοινωνίας, οι βάσεις της ελληνικής παιδείας και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Από την μελέτη των κειμένων των νεοειδωλολατρών και τις εμφανίσεις νεοειδωλολατρών - αρχαιολατρών, που όλο και πληθαίνουν σε περιοδικά, εφημερίδες, σεμινάρια, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, ομιλίες ή πολιτιστικές εκδηλώσεις εξάγεται αβίαστα η διαπίστωση ότι επιδιώκεται η ανατροπή των θεμελιωδών βάσεων και των ηθικών αξιών, πάνω στις οποίες εδράζεται η κοινωνική συνοχή και η πολιτιστική πρόοδος, ο Ελληνικός και Ευρωπαϊκός πολιτισμός γενικώτερα. 

Ο Νόμος της Αγάπης, που για τούς Χριστιανούς είναι η πεμπτουσία της ζωής και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, υποβαθμίζεται από τούς νεοειδωλολάτρες και στην θέση της κηρύσσεται η Δίκη (δικαιοσύνη - υπό ποία άραγε έννοια).  

«Ο Εβραιοχριστιανισμός, δηλώνει εκπρόσωπος της νεοειδωλολατρίας, έχει σαν πρώτιστο ιδανικό του την Αγάπη, κι όταν λέμε <Αγάπη> εννοούμε ένα συναίσθημα που δεν έχει Μέτρο, ούτε Λογική, είναι δηλαδή Α-μετρο και Α-λογο, ενώ εμείς αντιθέτως είχαμε την Δίκη (δικαιοσύνη) σαν πρώτιστο ιδανικό μας» (ΜΕΕΕ, Διϊπετές, τ. 4, σελ. 26-27).

Ακόμη, η περί καλού και κακού γενικά αντιχριστιανική αντίληψη των ρευμάτων αυτών, δηλαδή η καθαρά νεοεποχίτικη διδασκαλία ότι δεν υπάρχει διαφορά - διάκριση μεταξύ καλού και κακού, μπορεί να προκαλέση συγχύσεις, ουσιώδεις κοινωνικές αλλαγές ή και κοινωνικές συγκρούσεις. 

Η "αντίστροφη" αυτή "ηθική", εκτός από τα κείμενά τους, διαφαίνεται και στον ελευθεριάζοντα τρόπο συμπεριφοράς κατά τις φυσιολατρικές ή άλλες νεοπαγανιστικές λατρευτικές εκδηλώσεις τους. 

Περαιτέρω, η συγκριτιστική προσπάθεια, όπου αυτή υπάρχει, στην ανάμιξη ειδωλολατρικών και χριστιανικών παραδόσεων και εθίμων (π.χ. αναστενάρια, θυσίες ζώων-ταύρων, ή άλλοι τρόποι εκχύσεως αίματος) ή η "συμβολική" και "μυστική" τάχα ερμηνεία χριστιανικών διδασκαλιών και μυστηριακών λατρευτικών πράξεων, μπορούν να προκαλέσουν αλλοίωση του Ορθοδόξου φρονήματος και νόθευση της Χριστιανικής Αλήθειας με δεισιδαιμονίες και ποικίλα μυθεύματα.

Η θέση αυτή θα δεχθεί βεβαίως σφοδρή επίθεση, καθόσον ο σύγχρονος Έλληνας σε ανησυχητικό βαθμό έχει μάθει να θεωρει καλό ό,τι του αρέσει σύμφωνα με την νεοεποχίτικη αντίληψη.

Για όλους αυτούς τούς λόγους η προσπάθεια για την επιστροφή στην παλαιά εκείνη πλάνη της ειδωλολατρίας πρέπει να εκληφθεί ως οπισθοχώρηση σε πρωτόγονες μορφές πολυθεΐας και πνευματικής άγνοιας. 

Για να χρησιμοποιήσω, ανάλογα προσαρμοσμένους, τούς λόγους του Απ. Πέτρου: «Εάν, αφού απέφυγαν τα μιάσματα του κόσμου δια της επιγνώσεως του Κυρίου και Σωτήρος Ιησού Χριστού, πάλιν εμπλέκονται εις αυτά και νικώνται, τότε τα τελευταία των έχουν γίνει χειρότερα από τα πρώτα. Θα ήτο καλύτερον γι’ αυτούς να μην είχαν γνωρίσει τον δρόμον της δικαιοσύνης, παρά, αφού τον εγνώρισαν, να στρέψουν τα νώτα προς την αγίαν εντολήν, που τούς παραδόθηκε. Εις αυτούς εφαρμόζεται η αληθινή παροιμία: "Σκύλος που επέστρεψε εις το δικό του ξέρασμα" και "χοίρος, μετά το λούσιμο, κυλίεται πάλιν στο βούρκο» (Β΄ Πέτρ. β΄, 20-22).

Ο "σπερματικός λόγος" του Θεού με σαφήνεια διεμήνυσε στον τιμώμενο ιδιαιτέρως από τούς νεοειδωλολάτρες Ιουλιανό τον παραβάτη, δια του μαντείου των Δελφών: "Χαμαί πεσέ Δαίδαλος αυλά. Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και λάλον ύδωρ".

Οι Μεγάλοι σοφοί της φυλής μας Σωκράτης, Πλάτων και Αριστοτέλης, υπέδειξαν τον Ένα Θεό και εισήλθαν στον μονόδρομο της μονοθεΐας. 

Ασφαλώς εμείς οι νεοέλληνες, όσο και αν είμαστε υπερήφανοι για το ένδοξο και λαμπρό αρχαιοελληνικό παρελθόν μας, δεν θα επιστρέψουμε στην προ αυτών σκοτεινή περίοδο της ειδωλολατρίας. 

Πάσα, περαιτέρω, προσπάθεια για επαναβίωση της λατρείας των ειδώλων πρέπει να ερμηνευθεί μόνον ως αυτονόμηση του ανθρώπου από τον Αληθινό Θεό και πάσα προσφορά λατρείας στα είδωλα ως πράξη δαιμονική, καθόσον «α θύει τα έθνη, δαιμονίοις θύει και ου Θεώ» (Α΄ Κορ. ι΄, 20).

Ο εκπρόσωπος της "Μεγάλης Εθνικής Εκκλησίας των Ελλήνων", σε συνέντευξή του δηλώνει: «Η Μυθολογία και η Φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η πραγματικότητα, κλειδωμένη όμως και με το κλειδί πεταγμένο κάπου στην θάλασσα. Κι εμείς πρέπει ν’ αναζητήσουμε αυτό το κλειδί... για να μεταβούμε στη συνέχεια και στο Υπερφυσικό» (Διϊπετές, τ. 4, σελ. 29).

Βεβαίως, για το κατά πόσον η Μυθολογία και το θρησκευτικό της περιεχόμενο, δηλαδή η πολυθεϊκή ειδωλολατρία, είναι "η πραγματικότητα", ας μας επιτραπεί να πούμε ότι αυτό είναι πεποίθηση μόνον των ιδίων των οπαδών της ΜΕΕΕ. Εκείνο όμως που δεν μπορούν να αντιληφθούν είναι ότι το "κλειδί είναι πεταγμένο κάπου στη θάλασσα", και η αναζήτησή του είναι μια ματαιοπονία.