Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Η Ελληνική ιστορία, οι θεοί κι ο Θεός στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία

Ας δούμε κατ' αρχάς ποιοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες

Είναι αλήθεια ότι υπήρχε και υπάρχει μεγάλος φιλελληνισμός στην Ευρώπη, ιδίως μεταξύ των μορφωμένων ανθρώπων, οι οποίοι γοητευμένοι από την κλασική αρχαιότητα και τους κλασικούς συγγραφείς πλέκουν εγκώμια για τον ελληνικό πολιτισμό.

Δυστυχώς όμως υπάρχει, και μάλιστα πολύ έντονος μισελληνισμός, ο οποίος προωθείται από μεγάλα συμφέροντα που ακούνε στο όνομα της Παγκοσμιοποίησης.

Δεν είναι μόνο απόψεις, όπως του Κίσσιγκερ στα νεότερα χρόνια, που ισχυρίζεται ότι τους δημιουργικούς Έλληνες μόνο αν τους χτυπήσουμε στην γλώσσα, την θρησκεία και τον πολιτισμό, τότε θα τους ισοπεδώσουμε και θα τους πολτοποιήσουμε. 

Είναι δυστυχώς και πολλοί άλλοι αυτόκλητοι "σωτήρες" της ανθρωπότητας.

Δυστυχώς η υπόθεση ξεκινάει από πολύ παλιά, ίσως μάλιστα και από την δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους με την εισβολή των Βαυαρών σε όλους τους τομείς της εθνικής μας ζωής. Αυτοί "οι σοφοί" από την μια διακηρύσσουν και εκθειάζουν τον Ελληνικό πολιτισμό, από την άλλη τον κουτσουρεύουν, τον περιορίζουν στα δικά τους αναστήματα. 

Με την λογική αυτή όσο μικρότερη είναι η Ελληνική ιστορία, τόσο αυτοί αισθάνονται καλύτερα. Και εξηγώ: εφηύραν τον μύθο της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, για να μας πούνε ότι είμαστε όλοι το ίδιο, "Ινδοευρωπαίοι" και ξεχνούν την ιστορία μας, την προϊστορία μας και την μυθολογία μας. 

Δυστυχώς νεροκουβαλητές είναι και όσοι έσπευσαν να κάνουν διδακτορικά και masters στις δυτικές πρωτεύουσες, μυήθηκαν σε αυτές τις θεωρίες και ήρθαν αυτοί, που είναι ετερόφωτοι, να φωτίσουν εμάς τους αυτόφωτους, με το πνεύμα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. 

Έτσι συρρικνώνουν τα πετάγματα της Ελληνικής Μυθολογίας, εξαφανίζουν ή αμφισβητούν τις ενδείξεις της Προϊστορίας και διαστρεβλώνουν τις αποδείξεις και τα τεκμήρια της ιστορίας μας.

Όμως παρ’ όλα αυτά, η Μυθολογία, η Προϊστορία και η Ιστορία μιλάνε ξεκάθαρα για τις πανάρχαιες ρίζες του Ελληνισμού. 

Η Ελληνική Μυθολογία είναι στην πραγματικότητα μορφή Προϊστορίας. 

Η Ελληνική πάλι Προϊστορία έχει ισχυρές ενδείξεις και η Ελληνική Ιστορία έχει ακλόνητες αποδείξεις, τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και τα αρχαιολογικά ευρήματα, και συνεπώς δύσκολα μπορούν να την αλλοιώσουν.

Ας αρχίσουμε από την Μυθολογία για ένα πολύ ζωτικό θέμα, την καταγωγή της Ελληνικής φυλής. 

Η Ελληνική Μυθολογία είναι τόσο πλούσια και αναφέρεται σε τόσο αρχαίους χρόνους, ώστε να εντυπωσιάζεται κανείς με την φαντασία και την εφευρετικότητα, με την οποία οι Έλληνες περιτύλιξαν πολλά παλαιά γεγονότα, ώστε να φαίνονται απίστευτα.

Σήμερα αν κάποιος δει τα σχολικά εγχειρίδια θα διαπιστώσει ότι εμείς δεν είμαστε αυτόχθονες κάτοικοι του τόπου μας αλλά καταγόμαστε από τους Ινδοευρωπαίους και ακόμα θα δει ότι το αλφάβητό μας είναι αντιγραφή του Φοινικικού (Λογικό είναι αφού στο υπουργείο Παραπαιδειας τα βιβλία τα εγκρίνουν .... Εβραίοι!!!).

Σε αυτό το θέμα υπάρχουν διάφορες θεωρίες.

Η πρώτη θεωρία παραδέχεται ότι μέχρι 2.000 χρόνια π.Χ. οι κάτοικοι της Ελλάδος, οι Προέλληνες, δηλαδή οι κάτοικοι πριν από τους Έλληνες, αποτελούνταν από διάφορα Πελασγικά φύλα (Δρύοπες, Λέλεγες, Κάρες κ.λπ.) και ότι από το 2.000 π.Χ. και μετά άρχισαν να κατεβαίνουν Ελληνικά φύλα κατά κύματα, Αχαιοί, Ίωνες, Αιτωλοί, Δωριείς, που ανήκαν στην Άρεια φυλή. Υπέταξαν τους ιθαγενείς Πελασγούς και διαμορφώθηκε έτσι ένας ενιαίος εθνογενετικός τύπος, ο Ελληνικός.

Η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι οι Έλληνες δεν κατάγονται από τους Ινδοευρωπαίους, διότι μελέτες, κυρίως ανθρωπολογικές, αποδεικνύουν ότι υπήρχαν στην Ελλάδα πριν από αυτήν την εποχή συμπαγείς πληθυσμοί αποτελούμενοι από νεολιθικούς ανθρώπους. Οι πληθυσμοί αυτοί, οι Πελασγοί, που ήταν ελληνικά φύλα, αφομοίωσαν εθνογενετικώς τους κατά πολύ λιγότερους κατοπινούς επιδρομείς. Έτσι οι ρίζες των Ελλήνων ευρίσκονται στον ελλαδικό χώρο πολύ περισσότερα από 3.000 χρόνια.

Η τρίτη θεωρία, θεωρεί ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η θρυλούμενη κάθοδος των Ελλήνων από τον Βορρά. Οι πρόγονοι των Ελλήνων ζούσαν στα ορεινά της χώρας, ενώ οι Πελασγοί κατοικούσαν στα πεδινά. Κάποτε, λοιπόν, οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, λόγω υπερπληθυσμού, μετακινήθηκαν προς τα πεδινά εδάφη. Η εμφάνισή τους αυτή κακώς εξελήφθη ως κάθοδος νέων φυλών.

Οι Προέλληνες όμως είναι Έλληνες και κανονικά πρέπει να λέγονται Πρωτοέλληνες όχι Προέλληνες. Οι Πρωτοέλληνες λοιπόν είναι αυτόχθονες κάτοικοι της Ελλάδος. 

Εξάλλου πάντοτε η αφομοιωτική δύναμη της ελληνικής φυλής ήταν ισχυρή, διότι η Ελλάδα υπέστη εισβολές και κατακτήσεις από διάφορους λαούς και παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες δεν αφομοιώθηκαν, αλλά αντιθέτως αφομοίωσαν τους εισβολείς. 

Ακόμη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας το Ελληνικό έθνος διατήρησε τον αμιγή φυλετικό χαρακτήρα του στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία, όπου παρέμεινε ως συμπαγής μειοψηφία μέχρι το 1922.            (Αυτό εξάλλου απέδειξαν και οι έρευνες για το DNA των Αρχαιοελλήνων και των Νεοελλήνων από τον καθηγητή της Γενετικής κ. Τριανταφυλλίδη).

"Ο Ινδοευρωπαίος" είναι ένα παραϊστορικό κατασκεύασμα, που έχει γεμίσει την "ιστορία" με χιλιάδες σελίδες και μπαινοβγαίνει στις βιβλιοθήκες, χωρίς, τελικά, να βοηθήσει με την παρουσία του στην λύση προβλημάτων, που σχετίζονται με τις ατελείωτες συζητήσεις για την εθνογένεση, τις εθνικές γλώσσες, την κοιτίδα των πολιτισμών και τον επιμέρους χαρακτήρα των ευρωπαϊκών λαών" υποστηρίζει ο Γ. Χουρμουζιάδης                     (Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης 26 Νοεμβρίου 1932 - 16 Οκτωβρίου 2013 ήταν Έλληνας καθηγητής αρχαιολογίας και αντιπρύτανης στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο).

Ας δούμε τώρα τους Ελληνικούς θεούς στην Αρχαία Ελλάδα 

Οι Ελληνικοί θεοί στην Αρχαία Ελλάδα θα αποτελέσουν πολιτιστικά δημιουργήματα ή συνθέσεις, οι οποίες θα κορυφωθούν αρκετά μετά την Μυκηναϊκή εποχή, στον Όμηρο.

Οι θεοί αυτοί είναι, σε εκπληκτικό βαθμό, δημιουργήματα φτιαγμένα κατ' εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου και επιρρεπείς σε αποκλειστικά ανθρώπινα πάθη. 

Αν και υπήρχε τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού, το χάσμα αυτό το δημιούργησαν μόνο οι ανώτερες δυνάμεις του Θεού και η αθανασία Του. 

Σ' αυτές τις αριστοκρατικές ιστορίες του Ομήρου οι θεοί τείνουν να εμφανίζονται ως υπεραριστοκράτες που έπαιξαν το ρόλο των ηρώων σ' ένα πιο υψηλό επίπεδο, χάνοντας φυσικά σ' αυτήν την διαδικασία κάτι από την θεϊκή τους φύση. 

Σίγουρα πρόκειται για ποιητική κωδικοποίηση των ελευθερίων αισθημάτων και προκαταλήψεων των ανωτέρων ελληνικών τάξεων της εποχής εκείνης, που αντανακλάται στην δημιουργία μιας σειράς θεών σεβαστών από τον λαό, παρόλο που ο τελευταίος αυτός (ο λαός) συνεχίζει και την λατρεία των δικών του ταπεινότερων θεών.

Φυσικά, όλα τα προηγούμενα δεν εξαντλούν την τυχόν θετική σημασία των αρχαιοελληνικών θρησκειών, καθ' αυτές εδώ και εκεί, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. 

Είναι λοιπόν εναντίον αυτών των απομυθοποιημένων ομηρικών θεών, που θα εξεγερθεί η ελληνική φιλοσοφική παράδοση των προσωκρατικών κατ' αρχήν, είτε αμέσως, όπως ο Ξενοφάνης, είτε εμμέσως, στα πλαίσια μιας νηφάλιας φιλοσοφικής υπέρβασης του ομηρικού Δωδεκαθέου, υπέρβαση η οποία μυστικά, αλλά σταθερά,  διατρέχει μια ολόκληρη χιλιετηρίδα ελληνικής φιλοσοφίας, μέχρι τον Πλωτίνο.

Θα λέγαμε απερίφραστα πως η αρχαία ελληνική φιλοσοφία υπήρξε στην πραγματικότητα μονοθεϊστική σ' όλη της την διάρκεια, πράγμα το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει πως οι φιλοσοφικά καλλιεργημένοι Έλληνες των ανωτέρων τάξεων ζουν συχνά σε μια αξιοσημείωτη ένταση μεταξύ της κοινής λατρείας από την μια και των προσωπικών τους φιλοσοφικών ιδεωδών από την άλλη, με εμφανή φυσικά την πνευματική προτίμηση σ' αυτά τα τελευταία.

Ας δούμε ενδεικτικά μερικούς μόνον από τους κύριους ήρωες αυτής της υπέρβασης

Σημαντική φιλοσοφική μεταστοιχείωση των ομηρικών θεών, προς την κατεύθυνση του μονοθεϊσμού, αντιπροσωπεύει για παράδειγμα στους Ίωνες στοχαστές η έννοια του απείρου του Αναξιμάνδρου. 

Ο φιλόσοφος αποδίδει θείες ιδιότητες στο άπειρο, το θέλει άφθαρτο, αγέραστο, αιώνιο, ανώλεθρο. Άπειρο το οποίο αποτελεί το παμπεριεκτικό θεμέλιο του παντός, ενώ τα θεμελιώδη στοιχεία όλων των πραγμάτων οριοθετούνται από την Δίκην και Τίσιν. Την αρμονιστική δηλαδή εξισορρόπηση των όντων μεταξύ τους, στην διάρκεια της ζωής τους στον χρόνο. Διαδικασία κατά την οποία αλληλοσυμπληρώνονται, αντιπαρατιθέμενα και εναρμονιζόμενα.

Όσον αφορά στον μεγάλο στοχαστή Ηράκλειτο, αποειδωλοποιητική είναι επίσης η έννοια του λόγου εδώ. Ο λόγος ο οποίος συνδέει τα αντίθετα σ' ένα συνεχές γίγνεσθαι, χαρακτηριζόμενο ωστόσο από μια λειτουργική διαλεκτική δομική ενότητα, όντως "ξυνός", κοινός δηλαδή ο λόγος, εξ ου και το απόσπασμα 2:

"διό δή έπεσθαι τω ξυνώ λόγω... του λόγου δε όντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί, ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν".

Αν ο λόγος είναι κοινός, τότε φρόνηση και φιλοσοφία σημαίνει ακριβώς η κοινωνία με τον λόγο αυτό, συμφωνία με τον λόγο, εις τρόπον ώστε σοφία είναι το βίωμα της ενότητος, παρά το γίγνεσθαι και εντός του γίγνεσθαι.

Η έννοια του λόγου στον Ηράκλειτο πλησιάζει την έννοια του Θεού, ενός Θεού φυσικά ενδοκόσμιου και υπερβατικού συνάμα, κτιστο‐άκτιστου θα λέγαμε σε θεολογική γλώσσα και ωστόσο ενός και μόνου. 

Είναι αξιοσημείωτος ωστόσο ο πρώιμος αποφατισμός. Ο Ηράκλειτος εφαρμόζει τον αποφατισμόν αυτό για να περιγράψει αυτόν τον λόγο ως Θεόν, λόγου χάρη στο απόσπασμα 67:

"ο θεός ημέρη ευφρόνη, χειμών θέρος, πόλεμος ειρήνη, κόρος λιμός ταναντία άπαντα: ούτος ο νους, αλλοιούται δε οκώσπερ πυρ, οπόταν συμμιγήι θυώμασιν, ονομάζεται καθ' ηδονήν εκάστου" , 

δηλαδή ο Θεός είναι μερόνυκτο, χειμωνοκαλόκαιρο, ειρηνοπόλεμος, πείνα‐χόρταση, αλλοιώνεται όπως η φωτιά, όταν ανακατεύεται με διάφορα μυρωδικά, ονομάζεται ανάλογα με την μυρωδιά του καθενός από αυτά.

Ούτε ίχνος λαϊκής θρησκείας ή ειδωλολατρίας δεν βρίσκεται εδώ, ενώ διατυπώσεις, όπως η παραπάνω, φαίνονται σαν να αναζητούν μια θεολογία εντελώς ανέφικτη φυσικά στα πλαίσια της αρχαιοελληνικής μονιστικής κοσμολογικής οντολογίας, μια θεολογία λοιπόν διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών στον Θεό. 

Όμοια μ' αυτή που αναπτύχθηκε μέσα σε όλως διάφορες οντολογικές βιβλικές προϋποθέσεις, διάκρισης κτιστού και ακτίστου, από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

Μπορούμε βεβαίως να συνεχίσουμε με τον Παρμενίδη, ένα φιλόσοφο της Κάτω Ιταλίας, το μεγάλο στοχαστή του Είναι, ο οποίος συχνά στην ιστορία της φιλοσοφίας φαίνεται να αντιπαρατίθεται στο ηρακλείτειο γίγνεσθαι, δεν διαφέρουν όμως οι δύο ως προς το ότι και οι δύο επιχειρούν την κατανόηση της μιας και αμετάβλητης απόλυτης αλήθειας. 

Στον Παρμενίδη η αλήθεια αυτή είναι το Ον, ως λογικό και οντολογικό θεμέλιο του παντός, προικίζεται ξανά με τα χαρακτηριστικά του ομηρικού Θεού (295/8, 1‐14), 

"ως αγένητον εόν και ανώλεθρον εστιν, ούλον, μονογενές και ατρεμές, ηδέ τέλειον".

Φυσικά στην οντολογική αυτή προσέγγιση που θέλει το Ον θεμέλιο νόημα και αλήθεια όλων των πραγμάτων, μη δυνάμενη βεβαίως να διακρίνει απολύτως ακόμη το Ον από αυτά, συναντούμε την ίδια απόλυτη φιλοσοφική υπέρβαση κάθε ειδωλοποιημένης του μυθικής εκδοχής, όπως ακριβώς στον Ηράκλειτο. 

Υπέρβαση που θα συνεχιστεί στον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο, όπου όμως εδώ την θέση του θεμελιώδους όντος κατέχει ο νους. Φυσικά και εδώ ο νους δεν είναι ακόμα απολύτως χωρισμένος από τον κόσμο, μετέχει στη σχηματοποίηση του, πλην όμως αποτελεί την φυσική και μεταφυσική του αιτία και όχι ανθρωποπαθές είδωλο θεού.

Μια τέτοια έκθεση βεβαίως δε θα μπορούσε να αφήσει έξω τον Ξενοφάνη, τον αποφατικό θεολόγο του 6ου προχριστιανικού αιώνα, του οποίου θα μπορούσαμε να διαβάσουμε μερικά επίσης αποσπάσματα από το έργο του· 

"ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα είναι επαίσχυντα και αξιοκατάκριτα στους ανθρώπους, την κλοπή, την μοιχεία και την απάτη μεταξύ τους...

Αλλά οι θνητοί νομίζουν ότι οι θεοί γεννιούνται και έχουν φορέματα και φωνή και σώμα, σαν το δικό τους.

Οι Αιθίοπες λένε ότι οι θεοί τους είναι πλακουτσομύτηδες και μαύροι, οι Θράκες ότι οι δικοί τους θεοί είναι γαλανομάτηδες και κοκκινοτρίχηδες.

Αλλά αν και τα βόδια και τα άλογα ή τα λιοντάρια είχαν χέρια ή μπορούσαν να σχεδιάσουν με τα χέρια τους και να κάνουν τα έργα που κάνουν οι άνθρωποι, τα άλογα θα απεικόνιζαν τους θεούς αναλόγως, τα βόδια σαν βόδια και θα έκαναν το σώμα τους σαν το δικό τους.

Ένας θεός υπάρχει, ο μέγιστος ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους, καθόλου όμοιος με τους θνητούς στο σώμα ή στο πνεύμα".

Φαίνεται καθαρά εδώ ένα είδος θεολογικού αποφατισμού, ο οποίος δεν θέλει να πλησιάσει το Είναι του Θεού, σε κανένα από τα κτιστά όντα:

 "πάντα μένει (ο Θεός) στο ίδιο μέρος και δεν κινείται καθόλου, ούτε άλλωστε ταιριάζει σ' αυτόν να μετακινείται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά χωρίς κόπο, με την σκέψη του νου του σείει τα πάντα, βλέπει, σκέφτεται και ακούει ολόκληρος". 

Πρόκειται για θεολογικές διατυπώσεις οι οποίες είναι προχωρημένες για την εποχή τους και θα έλεγα και για το δυτικό Μεσαίωνα ίσως. Λέγει ο Σκόφιλντ* ότι ο ξενοφάνειος αυτός θεός διαθέτει κάτι σαν σώμα, αφού εντελώς ασώματη ύπαρξη ήταν τότε αδιανόητη, πλην όμως, παρά ταύτα, ως προς τις ανθρώπινες θεολογικές επινοήσεις το Είναι του παραμένει υπερβατικό.

Δεν χρειάζεται καν να μιλήσει κανείς για τον απολύτως υπερβατικό πλατωνικό θεό, που ταυτίζεται με το επέκεινα της ουσίας, το Εν της "Πολιτείας" (ΣΤ', 509ab), το οποίο ως αμήχανο κάλλος είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, παρέχοντας το είναι σε όλα τα όντα,

 "και τοις γινωσκομένοις τοίνυν, μη μόνον το γινώσκεσθαι φάναι υπό του αγαθού παρείναι, αλλά και το είναι τε και την ουσίαν, υπ' εκείνου όντως προσείναι ουκ ουσίας όντος του αγαθού, αλλ' έτι επέκεινα της ουσίας, πρεσβεία και δυνάμει υπερέχοντος". 

Το αγαθό είναι επέκεινα της ουσίας, παρόλο που θεμελιώνει την ουσία των όντων.

Η παράδοση αυτή φυσικά θα αναληφθεί με εξαίρετο τρόπο από τον Πλωτίνο· εδώ το Εν είναι άκρως υπερβατικό και ακόμη περισσότερο θα λέγαμε και από τον Πλάτωνα, μια και εδώ πλέον υπάρχουν σαφείς ιουδαιοχριστιανικές επιρροές.

 Έτσι λοιπόν το Εν εδώ παραμένει εντελώς αδιαφοροποίητο, δεν νοεί, δεν βλέπει εαυτό (VI, 7,39· 7,41) δεν υπάρχει ούτε λόγος ούτε αίσθηση ούτε επιστήμη του. 

Δεν παράγει καν τον εαυτό του (VI, 8,10), κυρίως όμως δεν μας επιθυμεί, "ημίν ουκ εφίεται" (VI, 9,8). Το επιθυμούμε μόνο εμείς και μάλιστα "εξ ανάγκης" (VI, 9, 9).

Παρά ταύτα όμως υπάρχει στον Πλωτίνο μια κολοσσιαίας σημασίας λεπτομέρεια, για το δεύτερο σκέλος αυτής της εισήγησης, υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα ταύτισης του υπερβατικού Ενός με το ανθρώπινο υποκείμενο, γεγονός που αποτελεί την φιλοσοφική πηγή έκτοτε κάθε νεοειδωλολατρίας για τον Δυτικό κόσμο. 

Πράγματι στην έκτη Εννεάδα του Πλωτίνου (VI, 9,11) και μετά από μια περιπέτεια απέκδυσης του πραγματικού ψυχοσωματικού εαυτού, το ανθρώπινο νοερό εγώ ταυτίζεται με το "Εν" ("εν άμφω") χωρίς βέβαια να το περιλαμβάνει, γινόμενο όμως και αυτό, όπως και εκείνο, επέκεινα της ουσίας. 

Για πρώτη φορά, το ανθρώπινο υποκείμενο γίνεται επέκεινα της ουσίας, ταυτιζόμενο με το Εν. Πρόκειται για μια κορυφαία στιγμή του ανθρωπίνου στοχασμού, με καταλυτικές συνέπειες για όλη την νεώτερη πνευματική Ιστορία.

Μέσω του Αυγουστίνου οι θέσεις αυτές θα περάσουν στην Δύση, εκχριστιανισμένες, δίνοντάς μας ένα υποκείμενο θεμελιωμένο στην αντίληψη πως ο άνθρωπος είναι στην ουσία του ψυχική βούληση για δύναμη, ένα είδος δευτέρου απολύτου, που σιγά‐σιγά συγγενεύει ως προς την ουσία του με το θείο απόλυτο. Συγγενεύοντας δε με το θείο απόλυτο, σιγά‐σιγά το αντιλαμβάνεται κατ' εικόνα του. 

Ο άνθρωπος είναι στην ουσία του ψυχή βουλόμενη, εκπληρώνει επομένως την ουσία του βουλόμενος την κυριαρχία πάνω σ' ότι δεν είναι ψυχικό, πάνω στην ιστορία, πάνω στο σώμα κατ' αρχήν, πάνω στην κοινότητα, και το είναι του εκφράζεται πρώιμα ήδη στον Αυγουστίνο, μ' ένα τρόπο που πολύ αργότερα ο Νίτσε, αντιστρέφοντας βέβαια τους πόλους, θα ονομάσει βούληση για δύναμη.

Δύο λοιπόν είναι οι μεγάλες και τρομερές συνέπειες αυτής της φιλοσοφικής πρωτοειδωλολατρίας. 

Η πρώτη είναι ο νεώτερος υποκειμενισμός, γνωστός κυρίως στην εκδοχή που έφερε στο προσκήνιο ο Καρτέσιος, ως ψυχικό, αποσυνδεδεμένο του σώματος και της κοινότητος, Εγώ, το οποίο δεν χρειάζεται παρά μόνο την ισχύ του πνεύματός του προκειμένου να είναι όντως. Πρόκειται γι' αυτό που ένας μεγάλος κοινωνιολόγος, ο Νόμπερτ Ελλίας, περιέγραψε ως 

"χωρίς εμείς εγώ". 

Είναι ένα υποκείμενο το οποίο είναι αποσυνδεδεμένο από ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράδοση ή κοινότητα ή κάτι το οποίο θα το συνέδεε με τον πραγματικό κόσμο. Είναι το υπερεξηρμένο, αποσυνδεδεμένο εγώ, το οποίο συναντούμε στους μεταφυσικούς στοχασμούς του Καρτέσιου και ολοκληρώνεται με την φαινομενολογία στον 20ό αιώνα. Το ίδιο το φροϋδικό Εγώ κατάγεται από τέτοιου είδους διαπιστώσεις, αν και στη συνέχεια έλαβε κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες, (κυρίως με το Λακάν), εκδοχές.

Ο Καρτέσιος είναι ιδιαίτερα σημαντικός επειδή πραγματοποιεί μια στροφή, η οποία καθιστά το νεώτερο δυτικό υποκειμενισμό πολύ πιο ανθρωποκεντρικό από τον αρχαίο και αυτό είναι πολύ σημαντικό. 

Εδώ πια η αλήθεια του υποκειμένου δεν βρίσκεται έξω του, στο "Εν" ή στον Θεό, αλλά στην αυτοβεβαίωσή του, στον στοχασμό του που σκέφτεται το Εν ή τον Θεό, το υποκείμενο είναι η σκέψη του Ενός, όχι η ταύτιση του Ενός με το υποκείμενο αλλά απλώς και μόνο η σκέψη ως συμπερίληψη του Ενός μέσα στην έννοια του υποκειμένου.

Δεύτερη τρομερή συνέπεια είναι η οντοθεολογία, έτσι όπως την ονόμασε ο Χάιντεγκερ**

Πρόκειται για την μεγάλη φιλοσοφικοθεολογική ειδωλολατρία της νεωτερικότητας όπου ο Θεός γίνεται μια έννοια του ανθρωπίνου νου, έστω η υψηλότερη, και η έννοια αυτή λειτουργεί σαν είδωλο του Θεού. 

Ο Θεός γίνεται η σκέψη του ανθρώπου γι' αυτόν, ή όπως θα έλεγε ο Φόυερμπαχ***, η εικόνα του ανθρώπου. 

Πρόκειται γι' αυτόν ακριβώς τον Θεό που κατέρρευσε στην Δύση, τον Θεό των ηθικολόγων και των ευσεβιστών, όπως θα έλεγε ο Νίτσε. 

Υποκειμενισμός και οντοθεολογία θεμελιώνονται με την σειρά τους από ένα σμήνος ολόκληρο ειδωλολατρικών, λαϊκών ή στοχαστικών, με κοινό χαρακτηριστικό τους πάντως την αυτονόμηση των κτισμάτων από τον δυσφημισμένο Κτίστη τους και την οικοδόμηση του κοινωνικού επίσης, καταπώς θάλεγε και ο Καστοριάδης****, σ' αυτήν ακριβώς την αυτονομία.

Και οι Ορθόδοξοι επίσης ακολούθησαν σ' αυτό το δρόμο. Μια θεμελιώδης φιλοσοφικοθεολογική έννοια στους ορθοδόξους κύκλους εν προκειμένω, υπήρξε αυτή της Σοφίας. 

Η ρωσική θεολογία του 19ου-20ου αιώνα, απ’ τον Σολόβιεφ ως τον Μπουλγάκωφ, υπήρξε στο βάθος μια προσπάθεια αυτόνομης θεμελίωσης του είναι της κτίσεως σε σχέση μ' αυτό του Θεού, χωρίς όμως να καταργεί Αυτόν τον τελευταίο. 

Μπορεί βεβαίως η Σοφιολογία να διορθωθεί με βάση την πατερική θεολογία και, ως προς το ότι δεν καταργεί τον Θεό, είναι θεολογικότερη των αναλόγων δυτικών τάσεων, βρίσκεται όμως στην ίδια νεοειδωλολατρική τροχιά, πράγμα το οποίο το απέδειξε, μ' ένα φοβερό τρόπο, και ο σοβιετικός μαρξισμός, ο οποίος εν μέρει κληρονομεί αυτού του είδους την αυτόνομη θεώρηση των κτισμάτων σε σχέση με τον Θεό. 

Είναι μια αυτόνομη θεώρηση, διότι ουσιαστικά η έννοια της Σοφίας είναι μια έννοια πανθεϊστική, υπάρχει στον Θεό και υπάρχει στα όντα, και υπάρχει αυτονόμως στα όντα εις τρόπον ώστε να είναι δυνατόν να τα σκεφτεί κανείς σε μια πιο εκκοσμικευμένη εκδοχή, ακόμη και χωρίς τον Θεό.

Αλλά, δε θα πρέπει να παραλείψουμε να κάνουμε, ως χριστιανοί, την αυτοκριτική μας, εφόσον μάλιστα κάθε είδους ειδωλολατρία έχει απολύτως και ριζικώς υπερβαθεί στους κόλπους της ορθόδοξης θεολογίας, με την απόλυτη διάκριση κτιστού και ακτίστου και την θεοπρεπή τους βαθιά κοινωνία, μέσω των ακτίστων ενεργειών, εν Χριστώ, στην Εκκλησία. 

Ο Θεός είναι αρρήτως Παρών στην κτίση, χωρίς να συγχέεται αλλά και χωρίς να χωρίζεται από αυτήν. 

Το Άγιο Πνεύμα κάνει τον κόσμο σώμα Χριστού, πολλαπλή ενσάρκωση του Λόγου, ανοίγοντας τον, στο αποφατικό μυστήριο και την απροσδιοριστία την δική Του. 

Πράγματι, λοιπόν, το:

  "ει ήμεν ημείς Χριστιανοί, ουδείς αν είη ειδωλολάτρης", 

εάν ήμασταν Χριστιανοί, δεν θα ήταν κανείς απολύτως ειδωλολάτρης, όπως έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά για να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει όλη αυτή η παράδοση να προσληφθεί όχι αυτοδικαιωτικά ή ιδεολογικά (σαν ένα ακόμη είδωλο - το υψηλότερο!) αλλά κενωτικά, υπαρξιακά, ταπεινά και θα έλεγα επίσης δια‐λογικά, ως προς όλον αυτόν τον δυτικό και ανατολικό κόσμο που πάσχει σήμερα αναζητώντας εναγώνια το νόημα και την αλήθεια της ιστορίας του.

Υπάρχει στο σημείο αυτό η ανάγκη να ξαναδούμε την παράδοση αυτή και να την ερμηνεύσουμε και διακριτικά και υπαρξιακά, με όλη την πλήρη έννοια, διανοητική και υπαρξιακή, της λέξης ερμηνεία. 

Μπορούμε σίγουρα να πουμε ότι η ιερά παράδοση είναι δεδομένη, αλλά όμως η ιερά παράδοση κατακτάται, η παράδοση ξαναποκτάται, η παράδοση ανακτάται, είναι μια κολυμβήθρα στην οποία βαπτιζόμαστε. 

Όταν η παράδοση ανακτάται ταπεινά, κενωτικά, καθαρτικά, ερμηνευτικά, τότε βλέπουμε και τα δικά μας λογικά όρια μέσα σ' αυτήν και στην περίπτωση αυτή, βεβαίως, διαλεγόμαστε και με τον άλλο και με τον τρόπο αυτό βεβαίως και ο άλλος έχει οφέλη, αλλά και εμείς έχουμε και ιστορική ταυτότητα, αλλά και υπαρξιακή αυθεντικότητα.

Λοιπόν, να μιλήσουμε με όλους, οι οποίοι αναζητούν σήμερα την αλήθεια της ιστορίας τους, αλλά και κάθε άνθρωπο ο οποίος την αναζητά, 

αρκεί να μην υποκύψουμε στον οικουμενισμό και να μην θεωρήσουμε τις αγαπολογιες ως συνθετικό κρίκο για να αμπεμπολήσουμε την ορθοδοξία, την αληθινή Εκκλησία την οποία ίδρυσε κι απέκτησε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και μεγάλος Θεός με το Ίδιο Του το Αίμα.

Αυτόν τον μέγα και φτωχό κόσμο ο Χριστός τον υπεραγαπά και περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψουμε κι εμείς για να τον αγαπήσουμε με όλο μας το είναι.

****************************************

*Ο Σκόφιλντ (C.I. Scofield) ήταν ένας Αμερικανός θεολόγος και ιεροκήρυκας, γνωστός κυρίως για τη δημιουργία της "Μελέτης της Αγίας Γραφής Σκόφιλντ" (Scofield Reference Bible), η οποία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1909.

**Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger‎‎, 26 Σεπτεμβρίου 1889 - 26 Μαΐου 1976) ήταν Γερμανός φιλόσοφος. Υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές αλλά και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα, αφενός για τον ενεργό του ρόλο ως πρύτανης και σύμβουλος σε θέματα παιδείας στη ναζιστική Γερμανία και για τις ρατσιστικές (σύμφωνα με τη γνώμη των επικριτών του) αντιλήψεις του, και αφετέρου για τη βαρύτητα του φιλοσοφικού του έργου, που επηρέασε ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά ρεύματα της σύγχρονης εποχής, τον υπαρξισμό, και γέννησε θερμούς υποστηρικτές και φανατικούς επικριτές. 

***Ο Λούντβιχ Αντρέας Φόιερμπαχ (Ludwig Andreas Feuerbach, 28 Ιουλίου 1804 - 13 Σεπτεμβρίου 1872) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και ανθρωπολόγος.

****Κορνήλιος Καστοριάδης (1922–1997) ήταν κορυφαίος Ελληνογάλλος φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής, γνωστός ως ο "στοχαστής της αυτονομίας". Συνιδρυτής της ομάδας "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα" και συγγραφέας του έργου "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας", ανέπτυξε μια ριζοσπαστική κριτική στην μαρξιστική ορθοδοξία και τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Παυλισμός ή Χριστιανισμός;

Κάτι αρχάς σε επίσημο ακαδημαϊκό επίπεδο (π.χ. στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), ο πλέον δόκιμος όρος είναι "Παύλεια Θεολογία" κι όχι Παυλισμός.

Αυτός ο όρος εστιάζει στην ανάλυση του μηνύματος του Παύλου χωρίς τις αρνητικές προεκτάσεις που μερικές φορές αποδίδονται στον όρο "Παυλισμός" από όσους υποστηρίζουν ότι ο Παύλος αλλοίωσε την διδασκαλία του Ιησού.

Η ερώτηση αν ο Χριστιανισμός είναι "Παυλισμός" (δηλαδή διδασκαλία που βασίζεται αποκλειστικά στον Απόστολο Παύλο) ή Χριστιανισμός (διδασκαλία του Ιησού Χριστού) είναι ένα σύνθετο θεολογικό και ιστορικό ζήτημα.

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει την άποψη ότι ο Παύλος, με τις επιστολές του και την θεολογία του (δικαίωση διά της πίστεως, όχι των έργων του Νόμου), διαμόρφωσε τον χριστιανισμό περισσότερο από τον Ίδιο τον Ιησού. 

Κάποιοι - παγανιστές κυρίως - υποστηρίζουν ότι ο Παύλος δημιούργησε μια νέα θρησκεία, εστιάζοντας στον θάνατο και την ανάσταση, παρά στις διδασκαλίες του Ιησού για την βασιλεία του Θεού.

Η επικρατούσα ομως χριστιανική θεολογία δεν δέχεται αυτόν τον διαχωρισμό, διότι ο Χριστιανισμός θεωρείται η ενότητα της διδασκαλίας του Ιησού, της ερμηνείας της από τους Αποστόλους (μεταξύ των οποίων ο Παύλος) και της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας. 

Ο Παύλος δεν θεωρείται ιδρυτής, αλλά ο κατεξοχήν ερμηνευτής και διάδοχος του μηνύματος του Ιησού προς τους εθνικούς (μη Εβραίους).

Αν και ο Παύλος δεν γνώρισε τον Ιησού εν ζωή, οι επιστολές του βασίζονται στην εμπειρία της Ανάστασης και την παράδοση την οποίαν παρέλαβε. 

Η θεολογία του Παύλου, αν και έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, στοχεύει στην κατανόηση του έργου του Χριστού, όχι στην αντικατάστασή του.

Ο Χριστιανισμός, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, ενσωματώνει την θεολογία του Παύλου ως αναπόσπαστο κομμάτι της, αλλά ο θεμέλιος λίθος παραμένει το πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Απάντηση στην συκοφαντία τού Νεοπαγανισμού ότι ήταν πράκτορας των Ρωμαίων ο απόστολος Παύλος.                    (Μια εκ των πολλών συκοφαντιών)

Τα αρχαία πρόσωπα και γεγονότα, καθώς και τα αρχαία κείμενα, μπορούν να ερμηνευτούν όπως βολεύει τον καθένα, παίρνοντας ακόμη και τις πιο αντιφατικές ερμηνείες, ανάλογα με τις ιδεολογικές προϋποθέσεις και τις επιδιώξεις κάθε μελετητή. 

Έτσι, ο απόστολος Παύλος κατά καιρούς έχει συκοφαντηθεί ως πράκτορας των Εβραίων (του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ) που διέδωσε τον χριστιανισμό, ώστε να κυριαρχήσει παγκόσμια το "εβραϊκό πνεύμα" που δήθεν αυτός εκφράζει, ενώ τώρα βλέπουμε να κατηγορείται ως πράκτορας των Ρωμαίων που κατ’ ουσίαν εξαπάτησε και τους Εβραίους (στους οποίους αρχικά προσχώρησε) και τους χριστιανούς.

Επίσης έχει διατυπωθεί η άποψη, σε νεότερη "μελέτη", ότι ο Παύλος …δεν υπήρξε καν, αλλά ήταν ο ίδιος ο Ιησούς, που μεταμφιέστηκε και άλλαξε ταυτότητα για να αποφύγει την "αληθινή εκτέλεσή Του", αφού κατά την άποψη αυτή φυσικά η Ανάστασή Του ήταν απλά μύθος.

Επειδή η λεπτομερής αναίρεση της ιδέας περί του Παύλου ως...Ρωμαίου πράκτορα και των συνοδευτικών ιδεών απαιτεί πολύ χρόνο και εκτενές κείμενο, θα σχολιάσω πολύ λίγα δίνοντας αφορμή σε ειλικρινείς μελετητές να ερευνήσουν τα υπόλοιπα.

Ήταν ο Παύλος ο "πατέρας του χριστιανισμού";

Κατ’ αρχάς, ο Παύλος κατά κανένα τρόπο δεν υπήρξε "πατέρας του χριστιανισμού", όπως αρέσκονται να διατείνονται διάφοροι. 

Από τις αρχαίες πηγές φαίνεται ότι ο Παύλος δεν επηρέασε καθόλου τον χριστιανισμό, εκτός από την ώθηση που έδωσε για την απομάκρυνσή του από τον ιουδαϊσμό, με την μη τήρηση του Νόμου από τους εξ εθνικών χριστιανούς (που επέφερε την κατάργηση του Νόμου στους χριστιανούς γενικότερα), η οποία και πάλι:

α) Είναι σύμφωνη με την διδασκαλία, του Χριστού, ο οποίος δίνει την "καινήν εντολήν" της αγάπης και αφήνει παραγγελίες για βάπτισμα και θεία Μετάληψη, και όχι για θυσίες και καθαρμούς κ.τ.λ., και 

β) Αποφασίστηκε από την αποστολική σύνοδο και όχι από τον ίδιο τον Παύλο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, πριν καν την ανάληψη αποστολικής δράσης από τον Παύλο, ο άγιος διάκονος Φίλιππος είχε βαφτίσει τον Αιθίοπα ευνούχο και ο Πέτρος τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, στην περίπτωση του οποίου συνέβη και το περίφημο όραμα, που έδειξε στον Πέτρο ότι ο χριστιανισμός δεν πρέπει να περιοριστεί στους Εβραίους, όραμα που επικαλέστηκε ο Πέτρος ενώπιον των ιουδαιοχριστιανών που αντιδρούσαν.     (όπως αντέδρασαν αργότερα, εναντίον του Παύλου) αλλά και κατά την αποστολική σύνοδο (βλ. Πράξεις, κεφ. 10, 11 και 15).

Μια ανάγνωση των ευαγγελίων και των επιστολών που έγραψαν άλλοι απόστολοι φανερώνει ότι δεν υπάρχει καμιά διαφωνία ανάμεσα στην διδασκαλία του Χριστού, των λοιπών αποστόλων και του Παύλου. 

Σύμφωνα με ολόκληρη την Καινή Διαθήκη ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο Μεσσίας που προαναγγέλθηκε από τους προφήτες, σταυρώθηκε για την σωτηρία του κόσμου, ίδρυσε την Εκκλησία, κάλεσε τους ανθρώπους να ενωθούν με Αυτόν με την ένταξή τους στην Εκκλησία (η οποία γίνεται με το Βάπτισμα), άφησε την εντολή της αγάπης, παρέδωσε τη Θεία Μετάληψη και θα επανέλθει ως κριτής κατά την "Ημέρα του Κυρίου", που θα είναι η μέρα της ανάστασης των νεκρών. 

Ο Παύλος εξάλλου δεν θα μπορούσε να αλλάξει τον χριστιανισμό και να τον μετατρέψει σε αυτό που ξέρουμε, γιατί ήταν ένας έναντι όλων των υπόλοιπων (δεκάδων) αποστόλων. 

Στα μέρη όπου δίδαξε ο ίδιος, δίδαξαν και άλλοι απόστολοι, όπως ο Πέτρος, ο Ανδρέας και ο Ιωάννης (ο Ιωάννης πιθανόν δεν ήταν στην Έφεσο τον ίδιο καιρό με τον Παύλο - δεν ξέρουμε πότε πήγε, αλλά ο Παύλος πήγε αδιαμφισβήτητα, αφού μαρτυρίες σαν των Πράξεων κεφ. 19 αποκλείεται να είναι φανταστικές - γι’ αυτό και δεν αναφέρεται συνάντησή τους εκεί). Πώς λοιπόν ο Παύλος, ένας "άσχετος" κατά τους συκοφάντες του, ακύρωσε τους πάντες και "επέβαλε" ως χριστιανισμό "αυτό που ήθελε";

Απόδειξη ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη είναι ότι δε θ’ αλλάξει καθόλου ο χριστιανισμός, αν αφαιρέσουμε από την Καινή Διαθήκη ολόκληρη την διδασκαλία του Παύλου, όπως εκφράζεται είτε στις επιστολές του είτε στις Πράξεις των Αποστόλων.

Η αξιοπιστία των Πράξεων κι ο Άρειος Πάγος

Οι Πράξεις των Αποστόλων είναι αδύνατο να περιέχουν φανταστικές διηγήσεις. 

Ο χρόνος συγγραφής τους πρέπει να τοποθετηθεί πριν το 65 μ.Χ., αφού η αφήγηση διακόπτεται απότομα και δεν κάνει λόγο για τον διωγμό του Νέρωνα και τα γεγονότα γύρω απ’ αυτόν.

Γράφονται λοιπόν ενώ όλοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων είναι ζωντανοί. 

Αφηγήσεις επεισοδίων όπου ολόκληρες πόλεις αναστατώνονται, συμμετέχουν Ρωμαίοι, τοπικοί άρχοντες κ.τ.λ., δεν μπορεί να είναι φανταστικές, γιατί κανέναν δεν θα έπειθαν, αφού η καταγραφή είναι σχεδόν σύγχρονη των γεγονότων.

Είναι εξαιρετικά ακραία η σκέψη ότι ολόκληρη η Καινή Διαθήκη περιέχει κατασκευασμένες διηγήσεις, οι οποίες εντούτοις κατόρθωσαν να γίνουν πιστευτές ως αληθινές, να επηρεάσουν τόσο πολύ κόσμο, όλων των κοινωνικών στρωμάτων, να οδηγήσουν χιλιάδες ανθρώπους κάθε ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης να προτιμήσουν βασανιστήρια και θάνατο από το να αρνηθούν το Χριστό (ή μήπως ΚΑΙ αυτό είναι "ψέμα";) και με τον ισχυρισμό φυσικά ότι γίνονται άγιοι και έχουν προσωπική επαφή με τον Χριστό και ένωση με Αυτόν. 

Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις Πράξεις και είναι γνωστά από την ιερά παράδοση, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, προφανώς είναι αληθινά. Η αναφορά των Πράξεων δεν έχει γίνει αιώνες μετά, η δε ιερά παράδοση αποτελεί επίσης ιστορική πηγή, άσχετα αν αυτό δεν αρέσει σε ανθρώπους ιδεολογικά προκατειλημμένους ενάντια στον χριστιανισμό.

Για τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη συγκεκριμένα, ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος μεταφέρει την πληροφορία: "μαρτυρείται επί τούτοις και τον Αρεοπαγίτην εκείνον, Διονύσιος όνομα αυτώ, ον εν ταις Πράξεσι μετά την εν Αρείω Πάγω προς Αθηναίους Παύλου δημηγορίαν πρώτον πιστεύσαι ανέγραψεν ο Λουκάς, της εν Αθήναις εκκλησίας πρώτον επίσκοπον αρχαίων τις έτερος Διονύσιος, της Κορινθίων παροικίας ποιμήν, γεγονέναι ιστορεί" (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 14, 10).

Οι ομιλίες που περιέχουν οι Πράξεις προφανώς είναι καταγεγραμμένες κατά το νόημα, όχι κατά λέξη, όπως όλες οι ομιλίες στα ιστορικά έργα της αρχαιότητας (γνωστό το φιλολογικό πρόβλημα για τις δημηγορίες στο έργο του Θουκυδίδη). 

Γι’ αυτό π.χ. στην ομιλία του απ. Παύλου στην Αθήνα δεν αναφέρεται το όνομα του Ιησού Χριστού, ενώ δεν μπορεί ο Παύλος να μην το ανέφερε, ούτε είναι δυνατόν να μίλησε τόσο λίγη ώρα, όση διαρκούν τα λόγια που καταγράφει ο Λουκάς.

Σημειωτέον ότι, η εικόνα της επίσκεψης του Παύλου στην Αθήνα και γενικά η εικόνα του, όπως δίνεται από τον ευαγγελιστή Λουκά, κάθε άλλο παρά εξιδανικευμένη είναι, πράγμα που συνηγορεί πάρα πολύ υπέρ της αξιοπιστίας της.

Για το ζήτημα της ομιλίας, του Παύλου, στον Άρειο Πάγο παραθέτω τα εξής ενδιαφέροντα από την Ελληνική Βικιπαίδεια:

Ο Απόστολος Παύλος οδηγήθηκε στον Άρειο Πάγο, γύρω στο 51 μ.Χ., μετά από διάλογο που είχε με τους Στωικούς και τους Επικουρείους στην αγορά της Αθήνας, έναν από τους τόπους όπου κήρυττε εκτός από την τοπική ιουδαϊκή συναγωγή. 

Ωστόσο, είναι δύσκολο να διευκρινιστεί αν ο "Άρειος Πάγος" που αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων ήταν ο γνωστός λόφος ή το σεβαστό δικαστικό σώμα. Αμφότερες οι εκδοχές έχουν τα επιχειρήματά τους.

Το ότι ο Παύλος δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο είναι κάτι που μαρτυρούν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Επιπλέον, έχει σχολιαστεί ότι το πρωτότυπο κείμενο της αφήγησης δίνει την αίσθηση πως ο Άρειος Πάγος ήταν όντως το δικαστικό σώμα ("Σταθείς δε ο Παύλος εν μέσω του Αρείου Πάγου έφη [...] Και ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών", Πράξεις 17:22, 33). 

Το γεγονός, επίσης, ότι οι επικριτές, του Παύλου, υποστήριζαν πως κήρυττε "ξένα δαιμόνια" μπορεί να συσχετιστεί με τις αρμοδιότητες του δικαστικού σώματος του Αρείου Πάγου, μεταξύ των οποίων ήταν η προάσπιση της θρησκείας και των ηθών των Αθηνών. 

Μάλιστα, η περίπτωση του Παύλου φαίνεται να μοιάζει με αυτήν του Σωκράτη, καθώς ο τελευταίος είχε προσαχθεί στον Άρειο Πάγο με την κατηγορία ότι διέφθειρε τους νέους, αμελούσε τα παραδοσιακά θρησκευτικά καθήκοντα και εισήγαγε θρησκευτικούς νεωτερισμούς. 

Αν ωστόσο ο Παύλος όντως δικάστηκε, τότε πιθανότατα αυτό έγινε στην Βασιλική Στοά, που βρισκόταν στην αγορά, διότι θεωρείται ότι εκείνη την εποχή στον χώρο του λόφου γίνονταν δίκες μόνο για ανθρωποκτονίες. 

Δεδομένης της εκδοχής της δίκης, η υπόθεση του Παύλου θεωρήθηκε ανάξια περαιτέρω εξέτασης λόγω της αναφοράς του στην ανάσταση των νεκρών.

Στον αντίποδα των επιχειρημάτων επισημαίνεται πως στην ομιλία του Παύλου στον Άρειο Πάγο υπήρχε αρκετός κόσμος, συμπεριλαμβανομένων και γυναικών, γεγονός που ίσως δεν θα συνέβαινε αν γινόταν κανονική δίκη.

Επιπλέον, η αφήγηση του συμβάντος στις Πράξεις των Αποστόλων δεν περιέχει κάποια δικαστική διαδικασία. Αν επομένως δεν έγινε δίκη, τότε ο Παύλος οδηγήθηκε στον λόφο του Αρείου Πάγου, με σκοπό να τον ακούσουν οι παριστάμενοι, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για φιλοσοφική συζήτηση. Βλ. Πράξεις 17:21.

Σύμφωνα με μια τρίτη άποψη, η οποία προσπαθεί να συνδυάσει τα επιχειρήματα των άλλων δύο, ο Παύλος παρουσιάστηκε ενώπιον του σώματος του Αρείου Πάγου αλλά όχι για δίκη. Επρόκειτο απλώς για μια ακροαματική διαδικασία, προκειμένου οι άρχοντες να κρίνουν αν το κήρυγμα του Παύλου εγκυμονούσε πνευματικούς κινδύνους για τους Αθηναίους.

Το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η ασάφεια δεν σημαίνει φυσικά ότι η ιστορία είναι φανταστική, αλλά ότι για τον αναγνώστη, της εποχής εκείνης, τα πράγματα ήταν σαφή,  γι’ αυτό άλλωστε το επεισόδιο με τον Άρειο Πάγο δεν αμφισβητήθηκε στην αρχαιότητα λόγω, υποτίθεται, αναρμοδιότητας του χώρου για τέτοια δραστηριότητα. 

Ο Λουκάς κατά κοινή ομολογία είναι ένας πολύ προσεκτικός ιστορικός ερευνητής, τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα που αναφέρει επιβεβαιώνονται από τις υπόλοιπες πηγές. Τα περαιτέρω αφήνω να τα κρίνει ο αναγνώστης του παρόντος - ας του δείξουμε και λίγη εμπιστοσύνη.

Παύλος και Εβραίοι

Αν ο Παύλος ήταν όντως Ιουδαίος που μεταστράφηκε, και μάλιστα σημαντικός Ιουδαίος, οι πρώην ομόθρησκοί του επιχείρησαν να τον θανατώσουν;

Φυσικά, αυτό αναφέρεται καθαρά στις Πράξεις των Αποστόλων. Το προσπάθησαν και στην Δαμασκό και αργότερα, όταν ήρθε στην Ιερουσαλήμ και άρχισε να διηγείται την μεταστροφή του (Πράξεις, 9, 22-30).

Γι’ αυτό οι χριστιανοί τον φυγάδευσαν στην Καισάρεια και κατόπιν στην πατρίδα του, την Ταρσώ. Εκεί, στην Ταρσώ, πήγε και τον βρήκε ο άγιος απόστολος Βαρνάβας και τον έφερε στην Αντιόχεια (Πράξεις 11, 25), πράγμα που επιβεβαιώνει φυσικά την καταγωγή του από εκεί.

Αν δεν τον ξεσήκωνε ο Βαρνάβας, ο Παύλος δεν φαίνεται να είχε πρόθεση να αναλάβει αποστολική δράση στον χριστιανισμό. 

Στην Αντιόχεια, κατά τη διάρκεια λειτουργίας, παρουσία σημαντικών και αγίων χριστιανών (όπως οι "Συμεών ο επικαλούμενος Νίγερ, και Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου του τετράρχου σύντροφος"), ο Βαρνάβας και ο Παύλος προσκλήθηκαν από το Άγιο Πνεύμα να αναλάβουν αποστολική δράση και έτσι άρχισαν οι περιοδείες τους (Πράξεις, αρχή κεφ. 13). 

Η πρόσκληση αυτή δεν ήταν ένα "κόλπο του Παύλου", που "ξεγέλασε τους χριστιανούς", όπως φαίνεται από την αναφορά σ’ αυτές τις σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας.

Στην συνέχεια ο Παύλος εξακολούθησε να καταδιώκεται από τους Ιουδαίους (βλ. π.χ. Πράξεις κεφ. 17 και κεφ. 20, 3). και χρόνια αργότερα, όταν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, έπεσε θύμα νέας απόπειρας των Ιουδαίων εναντίον του, από την οποία και σώθηκε επειδή ο Ρωμαίος χιλίαρχος τον συνέλαβε ως επαναστάτη, σώθηκε δε από τους Ρωμαίους επικαλούμενος την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη (Πράξ. 21, 27 κ.εξ., και κεφ. 22). 

Όταν κάποιοι Ιουδαίοι ορκίστηκαν να τον δολοφονήσουν, οι Ρωμαίοι τον οδήγησαν στην Καισάρεια, προς τον ηγεμόνα, με μεγάλη στρατιωτική δύναμη (Πράξεις 23, 12 κ.εξ.) Γιατί τον προστάτευσαν τόσο; Μήπως ήταν πράκτοράς τους;

Όχι, αλλά γιατί ήταν ένας Ρωμαίος απειλούμενος από τους Ιουδαίους. Αν ήταν αφύσικη η προστασία του δε θα μπορούσε να κρυφτεί το γεγονός. Και, αν ο Λουκάς ήθελε να αποσιωπήσει στοιχεία από την όλη δράση του Παύλου, δε θα έγραφε κάτι τόσο "προδοτικό" της δήθεν μυστικής του ιδιότητας.

Ομοίως, από την παραμονή του Παύλου στην φυλακή και τις συζητήσεις του με τους ηγεμόνες Φήλικα και Φήστο και τον Ηρώδη Αγρίππα (από κεφ. 24 και κάτω) δεν συνάγεται καμιά ιδιότητά του ως πράκτορα. 

Συνάγεται μόνο ότι ήταν ένας εξαιρετικά μορφωμένος και αξιόπιστος άνθρωπος, όχι δηλαδή ένας "ημιμαθής βάρβαρος".

Τέλος, να πούμε ότι ο Παύλος είπε προς το πλήθος των Ιουδαίων: "εγώ μεν ειμί ανήρ Ιουδαίος, γεγεννημένος εν Ταρσώ της Κιλικίας, ανατεθραμμένος δε εν τη πόλει ταύτη παρά τους πόδας Γαμαλιήλ" (Πράξ. 22, 3). 

Αν δεν ήταν μαθητής του Γαμαλιήλ, όπως κατηγορείται, δε θα μπορούσε να πει ένα τέτοιο ψέμα στο συναγμένο πλήθος των Ιεροσολύμων.

Ωστόσο, αν και η απουσία εξωχριστιανικών μαρτυριών για μαθητεία του Παύλου στο Γαμαλιήλ κάνει κάποιους να το θεωρήσουν ψεύδος, δεν φαίνεται να συγκινούνται από την απουσία πηγών, που να υποστηρίζουν ότι οι χριστιανοί πυρπόλησαν την Ρώμη και ότι γενικά ασκούσαν "τρομοκρατία", όπως διατείνονται με ζήλο διάφοροι νεόκοποι "μελετητές"…

Τι κέρδισε ο Παύλος με όλα αυτά; Απογοητεύσεις, συκοφαντίες (μέχρι την εποχή μας), κινδύνους, ξύλο, φυλακίσεις και τελικά αποκεφαλισμό. Μα θα έπρεπε να είναι το μεγαλύτερο κορόιδο κι όχι "πονηρός πράκτορας". 

Πλούτο κέρδισε; Πού είναι; 

Μήπως εξουσία; Πού είναι, όταν συνεχώς γύριζε από τόπο σε τόπο, εισπράττοντας ύβρεις και ραβδισμούς, για να κηρύσσει όχι τον εαυτό του, αλλά ένα διωγμένο, "νικημένο" και σταυρωμένο Μεσσία, "Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν" (Α΄ Κορινθ. 1, 23); 

Αρνήθηκε και να γίνει ηγέτης χριστιανικής μερίδας, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, αντιτείνοντας: "Μήπως ο Παύλος σταυρώθηκε για σας; Ή στο όνομα του Παύλου βαφτιστήκατε;".                                (βλ. Κορινθ. 1, 10 κ.εξ.).

Θέλεις να δεις ένα πραγματικό ψευδαπόστολο; Δες τον Μωάμεθ: ο "Θεός" έδωσε εντολή στους ανθρώπους να υποτάσσονται "στον παντοδύναμο Θεό και στον προφήτη του" (όπως αναφέρεται στο Κοράνι), έγινε ηγέτης μιας αυτοκρατορίας και εξάπλωσε την διδασκαλία του με το ξίφος, παίρνοντας δούλους, γυναίκες και λάφυρα. 

Συγκρίνεται με τον Παύλο, που όλη η ζωή του ήταν μόνο ταλαιπωρίες;

Μη διαβάζετε μόνον, μελετήστε λίγο περισσότερο εσείς οι ημιμαθείς παγανιστές - δεν είναι κακό - ξεστραβώνεστε!


Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Ήταν ποτέ οι Πατέρες της εκκλησίας ανθέλληνες;

Οι Πατέρες της ορθοδόξου εκκλησίας ήταν υπέρ της Ελληνικής φιλοσοφίας

Οι ηγέτες του Νεοπαγανισμού, για να φανατίσουν τα θύματά τους κατά των Χριστιανών, τους δείχνουν εδάφια στα οποία οι Πατέρες μιλούν κατά των "Ελλήνων" και κατά της "Ελληνικής πλάνης", για να τους παρουσιάσουν ως ανθέλληνες. 

Φυσικά άλλα από αυτά τα χωρία τα αλλοιώνουν, άλλα τα διαστρέφουν, και κυρίως, δεν λένε ποτέ ότι η λέξη: "Έλληνας" στην Βυζαντινή εποχή σήμαινε: "ειδωλολάτρης", και δεν είχε εθνική χροιά. 

Επίσης δεν τους λένε και όλα εκείνα τα Πατερικά χωρία, που δείχνουν ότι οι Πατέρες αυτό που απέρριπταν ήταν Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ, και όχι η Ελληνική παιδεία, την οποία επαινούν, και ήταν μάλιστα γνώστες της, και συνεχιστές της. 

Τέτοια χωρία θα δούμε στο μικρό αυτό άρθρο, που κονιορτοποιούν τα ψεύδη των απατεώνων ειδωλολατρών.

"Πρώτον, αν και η ελληνική παιδεία δεν κρίθηκε ποτέ, ούτε από τον Χριστό ούτε από τους Αποστόλους του ως θεόπνευστη, οπωσδήποτε δεν απορρίφθηκε από αυτούς ως βλαβερή. 

Δεύτερον, πολλοί από τους Έλληνες φιλοσόφους δεν απέχουν πολύ από την γνώση του αληθούς Θεού" 

(Σωκράτης ο Βυζάντιος, 5ος αι.).

"Αν υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ των ειδωλολατρικών κειμένων και των χριστιανικών, θα μας ήταν χρήσιμη η γνώση και των δύο. 

Και στην αντίθετη περίπτωση όμως, η παράλληλη και συγκριτική μελέτη και γνώση της διαφοράς τους δεν είναι ασφαλώς μικρή ωφέλεια για την αναγνώριση με βεβαιότητα της καλύτερης και ανώτερης απ' τις δυο".

(Μέγας Βασίλειος," Προς τους νέους, για την επωφελή μελέτη των ελληνικών κειμένων").

"Νομίζω ότι όλοι όσοι είναι μυαλωμένοι ομολογούν ότι η παιδεία είναι το πρώτιστο αγαθό μας. Και δεν εννοώ μόνο την ευγενέστερη δική μας παιδεία, δηλαδή την Χριστιανική, αλλά και την Εθνική, την οποία πολλοί από τους Χριστιανούς, κακώς γνωρίζοντες τα πράγματα, απορρίπτουν ως επίβουλη και εσφαλμένη και απομακρύνουσα από τον Θεό. Δεν πρέπει να μην τιμάμε την παιδεία, όπως νομίζουν μερικοί, τους οποίους πρέπει να θεωρούμε σκαιούς (αναιδείς) και απαίδευτους". 

(Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον κ., 11 Migne Ε. Π. 36, 508)

"Προσήκει μη καμείν πανταχόθεν ανιχνεύοντας την αλήθειαν" 

(Περί της Εξαημέρου, PG 44, 27A)

"Ει γαρ και μη καθώς προσήκε περί αναστάσεως φιλοσοφούσιν άπαντες [οι αρχαίοι φιλόσοφοι], αλλ’ όμως περί της κρίσεως και της κολάσεως και των εκεί δικαστηρίων άπαντες συμφωνούσιν, ότι έσται τις των ενταύθα γινομένων αντίδοσις εκεί".

(Εις Λάζαρον, 4,4, PG 48, 104 Ιωάννης Χρυσόστομος).

"Ήν μεν ουν προ της του Κυρίου παρουσίας εις δικαιοσύνην Έλλησιν αναγκαία φιλοσοφία, νυνί δε χρησίμη προς θεοσέβειαν γίνεται προπαιδεία τις ούσα τοις την πίστην δι’ αποδείξεων καρπουμένοις. 

(Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς Α’, 5).

Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι όταν οι Πατέρες μιλούσαν κατά της "ελληνικής πλάνης", εννοούσαν την ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΗ ΠΛΑΝΗ, ανθρώπων σαν αυτούς που διαστρέφουν τα κείμενα, για να προωθήσουν τις απάτες τους. Και είναι προφανής ο λόγος γιατί οι πατέρες έγραφαν εναντίον τέτοιων απατεώνων.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ο Πλάτων κατά του Ομήρου και του Αισχύλου

Αν αυτά που έγραψε ο Πλάτων κατά του Ομήρου και του Αισχύλου, τα έλεγε κάποιος Χριστιανός, οι Νεοπαγανιστές θα χάλαγαν τον κόσμο ότι είναι "ανθέλληνας", "σκοταδιστής", "εναντίον της αρχαιοελληνικής τέχνης", "εχθρός του πολιτισμού", και άλλα τέτοια. 

Για τον Πλάτωνα όμως σιωπούν. Μάλιστα, ενώ οι Παγανιστές ζητούν να διδάσκονται στα σχολεία εντατικά τα μαθήματα για την Ελληνική Μυθολογία, ο Πλάτων ζητάει να μην διδάσκονται, επειδή κάνουν κακό στους νέους! 

Μάλιστα ο Πλάτων τα θεωρεί και βλάσφημα για τους "θεούς", για όσα τους φορτώνουν, έστω και αν αυτά είναι συμβολικά!

Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, στο Βυζάντιο οι Χριστιανοί διδάσκονταν Όμηρο στις σχολές τους.

Ο Πλάτων, θεωρούσε την ιδανική του Πολιτεία, απαλλαγμένη από τα αίσχη των πράξεων των "θεών" της αρχαίας Ελλάδος, επικρίνει αυστηρά τον Όμηρο και τους τραγικούς ποιητές, συμπεριλαμβανομένου του Αισχύλου, θεωρώντας ότι η ποίησή τους είναι παιδαγωγικά επιβλαβής και οντολογικά ψευδής. Κύριοι λόγοι είναι η ανθρωπομορφική και ανήθικη απεικόνιση των θεών, η καλλιέργεια συναισθηματικής αστάθειας στους πολίτες και η μίμηση αισθητών ειδώλων αντί για την αλήθεια των Ιδεών.

Ο Πλάτων κατηγορεί τον Όμηρο ότι παρουσιάζει τους θεούς να ψεύδονται, να μοιχοποιούνται και να προκαλούν κακά, δίνοντας κακά παραδείγματα στους νέους.

Η ποίηση του Ομήρου και του Αισχύλου, παρουσιάζοντας ήρωες να θρηνούν ή να φοβούνται, καλλιεργεί την δειλία και την έλλειψη αυτοελέγχου (σωφροσύνης) στους πολίτες.

Ο Πλάτων θεωρεί ότι οι ποιητές μιμούνται τον αισθητό κόσμο, ο οποίος είναι ήδη μια "σκιά" της πραγματικότητας, άρα βρίσκονται "τρίτοι από την αλήθεια".

Μάλιστα γράφει ότι ακόμα και ως συμβολικές, αυτές οι πράξεις είναι απαράδεκτες για να διαβάζονται από τους νέους, γιατί τους ΔΙΑΦΘΕΙΡΟΥΝ. 

Στην ιδανική πολιτεία του, ο Πλάτων επιτρέπει μόνο ύμνους στους θεούς και εγκώμια αγαθών ανδρών, αποκλείοντας την δραματική ποίηση που βασίζεται στο πάθος.

Αλλά ας τα δούμε κατ' ευθείαν από τον Πλάτωνα αυτά:

Αρχαίο Κείμενο

Πλάτωνος Πολιτεία, βιβλίο 2

378d

...τα παιδία ευθύς και γέρουσι και γραυσί, και πρεσβυτέροις γιγνομένοις και τους ποιητάς εγγύς τούτων αναγκαστέον λογοποιείν. 

Ήρας δε δεσμούς υπό υέος και Ηφαίστου ρίψεις υπό πατρός, μέλλοντος τη μητρί τυπτομένη αμυνείν, και θεομαχίας όσας Όμηρος πεποίηκεν ου παραδεκτέον εις την πόλιν, ούτ’ εν υπονοίαις πεποιημένας ούτε νευ υπονοιών. ο γαρ νέος ουχ οίός τε κρίνειν ότι τε υπόνοια και ό μή, αλλ’ ά αν τηλικούτος ων λάβη εν ταις δόξαις δυσέκνιπτά.

383a [3]

πολλά άρα Ομήρου επαινούντες, αλλά τούτο ουκ επαινεσόμεθα, την του ενυπνίου πομπήν υπό Διός τω Αγαμέμνονι: ουδέ Αισχύλου, όταν φη η Θέτις τον Απόλλω εν τοις αυτής

383b

γάμοις άδοντα ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας νόσων τ' απείρους και μακραίωνας βίους, ξύμπαντά τα’ ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας παιάν’ επηυφήμησεν, ευθυμών εμέ. 

Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη ο δ’ αυτός υμνών, αυτός εν θοίνη παρών, αυτός τάδ’ ειπών, αυτός εστιν ο κτανών τον παίδα τον εμόν.

Μετάφραση 

"...και τους νέους, τους γέρους και τις γριές, και τους ανθρώπους της μέσης ηλικίας, και (ειδικά) τους ποιητές πρέπει να αναγκάσουμε να συνθέτουν ιστορίες [λογοποιείν] που να βρίσκονται κοντά σε αυτά [τα πρότυπα]. 

Τα δεσμά της Ήρας [1] από τον γιο της [τον Ήφαιστο], και τις ρίψεις [2] [του Ηφαίστου] από τον πατέρα του, όταν πήγε να υπερασπιστεί την μητέρα του που την έδερναν, και τις θεομαχίες όσες έχει πλάσει ο Όμηρος, δεν πρέπει να γίνουν δεκτές στην πόλη, ούτε αν είναι γραμμένες με αλληγορική έννοια [υπονοίαις] ούτε χωρίς αυτήν, διότι ο νέος δεν είναι σε θέση να κρίνει τι είναι αλληγορία και τι όχι, αλλά όσα τέτοια εντυπώνονται στις γνώμες [τις πεποιθήσεις] του σε τόσο μικρή ηλικία, γίνονται δυσκολοεξάλειπτα.

[Εδώ ο Πλάτων λογοκρίνει τους μύθους. Θεωρεί ότι οι ποιητές (Όμηρος, Αισχύλος) δεν πρέπει να παρουσιάζουν τους θεούς να τσακώνονται ή να λένε ψέματα, γιατί οι νέοι δεν καταλαβαίνουν τις αλληγορίες και παίρνουν τοις μετρητοίς τις ανήθικες πράξεις].

Το απόσπασμα 383a-b επικρίνει τον Αισχύλο (από το χαμένο έργο Θέτις), όπου ο Απόλλων προφητεύει ευτυχία στον γάμο της Θέτιδος, αλλά αργότερα είναι αυτός που σκοτώνει τον γιο της, τον Αχιλλέα. 

Ο Πλάτων θεωρεί ανεπίτρεπτο να παρουσιάζεται ένας θεός ως ψεύτης.

Οι Χριστιανοί ήξεραν και ξέρουν να εκτιμήσουν την τέχνη του Ομήρου και του Αισχύλου. 

Ήξεραν και ξέρουν να εκτιμούν τους συμβολισμούς των δύο αυτών καλλιτεχνών. Όμως πολλοί αρχαίοι Έλληνες, αρνούνταν αυτή την τέχνη, γιατί την θεωρούσαν κακή επιρροή στους νέους, όταν οι αρχαίοι "θεοί", έδιναν τόσο κακά παραδείγματα!

Βέβαια οι Χριστιανοί, δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα, γιατί γνωρίζουν, ότι οι αρχαίοι δαίμονες, όχι μόνο αυτά, αλλά και πολύ χειρότερα έκαναν και κάνουν! 

Και αποδεχόμαστε τους ωφέλιμους συμβολισμούς, ενώ το "ήθος" της αρχαίας θρησκείας και τα έργα των αρχαίων δαιμόνων, είναι για εμάς και τα παιδιά μας, παραδείγματα ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗΝ!


Υποσημειώσεις:

1. Ο Ήφαιστος έδεσε την μητέρα του την Ήρα στο θρόνο της με αόρατες αλυσίδες

2. Ο Δίας έριξε τον Ήφαιστο στην γη, με αποτέλεσμα να μείνει για πάντα κουτσός

3. Σε αυτό το χωρίο αναφέρεται και ο Καβάφης στο ποίημά του "Απιστία"

4. Ο Πάρης σκότωσε με βέλος τον Αχιλλέα με την βοήθεια του Απόλλωνα

Πρωτομαγιά: εργατική, αποκρυφιστική και παγανιστική γιορτή

Η Πρωτομαγιά, αν και σήμερα εορτάζεται κυρίως ως εργατική αργία, έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Ελλάδα, ενώ η Ορθόδοξη παράδοση την αντιμετωπίζει είτε αδιάφορα είτε ως ευκαιρία για πνευματική αναφορά, απορρίπτοντας τα ειδωλολατρικά στοιχεία.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν την έλευση του Μαΐου (που ονομαζόταν Ανθεστηριώνας ή Θαργηλιώνας) ως την "νίκη" του καλοκαιριού κατά του χειμώνα (άρες μάρες κουκουνάρες). 

Η γιορτή ήταν αφιερωμένη στην θεά της γεωργίας Δήμητρα και την κόρη της, Περσεφόνη, η οποία επιστρέφει από τον Άδη στην γη, φέρνοντας την ανθοφορία.

Οι νέες κοπέλες στόλιζαν τα μαλλιά τους με λουλούδια και έφτιαχναν στεφάνια (Ανθεσφόρια), που αποτελούν την αρχαία ρίζα του σημερινού Μαγιάτικου στεφανιού. 

Σε κάποιες περιοχές, η γιορτή είχε διονυσιακό χαρακτήρα, με έθιμα που συμβόλιζαν την αναγέννηση της φύσης, όπως η αναβίωση του "νεκρού" Διονύσου που "ανασταίνεται".

Στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο, οι νέοι διακοσμούσαν ένα πράσινο κλαδί με λουλούδια, φρούτα και κορδέλες, συμβολίζοντας την γονιμότητα.

Οι ορθόδοξοι πατέρες της εκκλησίας αντιμετωπίζουν την αναβίωση των αρχαίων εθίμων ως "νεοπαγανισμό". 

Θεωρούν ότι η αποθέωση της φύσης και τα μαγικά τελετουργικά (όπως το πήδημα πάνω από φωτιές) έρχονται σε αντίθεση με την χριστιανική πίστη.

Το "κέρδος" τους είναι συμβολικό, τελετουργικό κι άνευ ουσίας. Είναι μια προσπάθεια να "εξασφαλίσουν" μια καρποφόρα, ασφαλή και τυχερή νέα σεζόν, συμμετέχοντας στον ρυθμό της φύσης.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, από την αρχαιότητα, πολέμησαν την λατρεία της φύσης ("ειδωλολατρία") και τόνισαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να λατρεύει τον Δημιουργό (Θεό) και όχι τα δημιουργήματά Του (λουλούδια, φύση).

Γενικά η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην Πρωτομαγιά δεν βασίζεται σε κάποια επίσημη απαγόρευση, αλλά στο γεγονός ότι η ημέρα αυτή θεωρείται κοσμική αργία (εργατική πρωτομαγιά) και παγανιστική εορτή. 

Τα σοβαρά στοιχεία που καθιστούν την Πρωτομαγιά ξένη προς την Ορθόδοξη παράδοση είναι τα εξής: 

Τα έθιμα της ημέρας, όπως το πλέξιμο του στεφανιού, αποτελούν κατάλοιπα της αυθόρμητης λατρείας της φύσης, η οποία θεωρείται πνευματικά άστοχη για έναν Χριστιανό. 

Στην ελληνική λαογραφία, ο μήνας Μάιος και ειδικότερα η πρώτη του μέρα συνδέονται με πολλές δεισιδαιμονίες, μάγια και την πεποίθηση ότι είναι εποχή που "πιάνουν" οι μάγισσες, στοιχεία που καταδικάζονται από την Εκκλησία. 

Ως εργατική γιορτή, η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε το 1889 ως ημέρα διεκδικήσεων, με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, απέχοντας από το πνευματικό περιεχόμενο των εορτών της Εκκλησίας, αν και υπάρχουν απόψεις ότι έχει συνδεθεί και με θεωρίες συνωμοσίας και με αποκρυφιστικές ομάδες. 

Η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε κυρίως ως ημέρα μνήμης της εξέγερσης των εργατών του Σικάγο το 1886 για το οκτάωρο.

 Στους ισχυρισμους για την σύνδεση της με τους "Ιλλουμινάτι" οι σιωνιστές απαντούν ότι ανήκουν στην σφαίρα της συνωμοσιολογίας και της "σκοτεινής" αποκρυφιστικής παράδοσης.

Πάντως πολλές από τις μεγάλες χριστιανικές εορτές έχουν ρίζες σε αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, καθώς η Εκκλησία συχνά επέλεγε να "εκχριστιανίσει" προϋπάρχουσες γιορτές για να διευκολύνει την αποδοχή της νέας θρησκείας.

Οι κυριότερες γιορτές με παρόμοιο υπόβαθρο περιλαμβάνουν:

1. Τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου)

Η ημερομηνία αυτή συνέπιπτε με σημαντικές παγανιστικές εορτές του χειμερινού ηλιοστασίου:

Saturnalia (Σατουρνάλια): Ρωμαϊκή γιορτή προς τιμήν του Κρόνου.

Dies Natalis Solis Invicti: Η ημέρα γέννησης του "Αήττητου Ήλιου".

Yule: Παγανιστική γιορτή των βόρειων λαών για την επιστροφή του φωτός. 

2. Το Πάσχα (Pascha)

Αν και η θεολογική βάση είναι το Εβραϊκό Πάσχα, πολλά έθιμα και η ονομασία (σε κάποιες γλώσσες) συνδέονται με την άνοιξη:

Ostara: Γιορτή της εαρινής ισημερίας προς τιμήν της θεάς Εostre (από όπου προέρχεται το όνομα "Easter").

Τα αυγά και οι λαγοί αποτελούν αρχαία σύμβολα αναγέννησης της φύσης. 

3. Τα Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)

Συνδέονται με τον αγιασμό των υδάτων, ένα στοιχείο που υπήρχε σε αρχαίες τελετουργίες καθαρμού.

Στην αρχαιότητα υπήρχαν παρόμοιοι εορτασμοί για την επιφάνεια θεών.

Οι λαϊκές παραδόσεις με τους καλικάντζαρους του Δωδεκαημέρου έχουν έντονο δαιμονολογικό και παγανιστικό χαρακτήρα. 

4. Την γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου)

Η γιορτή αυτή τοποθετήθηκε κοντά στο θερινό ηλιοστάσιο.

Το έθιμο με τις φωτιές (Κλήδονας) είναι καθαρά παγανιστικό κατάλοιπο ηλιολατρικών τελετών για την δύναμη του ήλιου. 

5. Τα αναστενάρια (21 Μαΐου)

Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην Βόρεια Ελλάδα (γιορτή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης).

Περιλαμβάνει την πυροβασία και εκστατικούς χορούς που θεωρείται ότι έχουν ρίζες στις διονυσιακές λατρείες. 

6. Τις Απόκριες

Αποτελούν την πιο ξεκάθαρη επιβίωση των Διονυσιακών εορτών (όπως τα Ανθεστήρια), με την χρήση μασκών, την σάτιρα και την κατάλυση των κοινωνικών κανόνων πριν από την νηστεία της Σαρακοστής. 

Πολλές από αυτές τις παραδόσεις επιβιώνουν σήμερα ως λαογραφικά έθιμα, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να τονίζει το πνευματικό τους περιεχόμενο απομονώνοντας τις μαγικές ή δεισιδαιμονικές πτυχές τους.

Η Εκκλησία δεν υιοθέτησε αυτά τα στοιχεία τυχαία, αλλά εφάρμοσε μια στρατηγική που ονομάζεται "εκχριστιανισμός". Η λογική πίσω από αυτή την πρακτική έχει τρεις κύριους πυλώνες:

Α. Η Θεωρία της "Παιδαγωγίας"

Οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος) πίστευαν ότι ήταν αδύνατο να ξεριζωθούν απότομα πανάρχαιες συνήθειες αιώνων. Έτσι, προτίμησαν να "βαπτίσουν" τις γιορτές:

Αντί να απαγορεύσουν την γιορτή του Ήλιου (25 Δεκεμβρίου), τοποθέτησαν εκεί την γέννηση του Χριστού, τον οποίο ονόμασαν "Ήλιο της Δικαιοσύνης".

Ο στόχος ήταν να αλλάξει το αντικείμενο της λατρείας, ενώ η μορφή παρέμενε οικεία στον λαό.

Β. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι ο Χριστιανισμός "προσλαμβάνει" τον κόσμο για να τον μεταμορφώσει. Δηλαδή, παίρνει κάτι "γήινο" ή "σκοτεινό" (όπως οι φωτιές ή τα στεφάνια) και του δίνει ένα νέο, ιερό νόημα.

Παράδειγμα: Το αυγό από σύμβολο γονιμότητας των αρχαίων, έγινε σύμβολο του κενού Τάφου και της Ανάστασης.

Γ. Η Διάκριση "Λατρείας" και "Εθίμου"

Η επίσημη θέση της Εκκλησίας διαχωρίζει την Δογματική Πίστη από την Παράδοση (Λαογραφία):

Ανέχεται τα έθιμα (π.χ. το μαγιάτικο στεφάνι ή τον Κλήδονα) ως "λαϊκά δρώμενα", αρκεί να μην θεωρούνται από τους πιστούς ως θρησκευτικά μυστήρια.

Όταν όμως ένα έθιμο αγγίζει την μαγεία ή την δεισιδαιμονία (π.χ. τα Αναστενάρια), η Εκκλησία συχνά παίρνει αποστάσεις ή τα καταδικάζει ως "ειδωλολατρικά υπολείμματα".

Γιατί όμως η Πρωτομαγιά παραμένει "στο στόχαστρο";

Ενώ τα Χριστούγεννα "απορροφήθηκαν" πλήρως, η Πρωτομαγιά παρέμεινε "αβάπτιστη" για δύο λόγους:

Δεν συνδέθηκε ποτέ με κάποιο κεντρικό εκκλησιαστικό γεγονός.

Η φύση της (έμφαση στην σαρκική χαρά, την μέθη και την βλάστηση) θεωρείται ότι προάγει μια "υλιστική" θεώρηση της ζωής που έρχεται σε σύγκρουση με την ασκητική φύση της Ορθοδοξίας.

Όσον αφορά το μαγιάτικο στεφάνι δεν θεωρείται "επικίνδυνο" με την έννοια της άμεσης απαγόρευσης, αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία το αντιμετωπίζει με επιφύλαξη επειδή συνδυάζει παγανιστικά κατάλοιπα με δεισιδαιμονίες που αγγίζουν τα όρια της μαγείας. 

Συγκεκριμένα, οι λόγοι που το καθιστούν πνευματικά "επίφοβο" είναι ότι σε πολλές περιοχές, το στεφάνι δεν είναι απλώς διακοσμητικό. Συνοδεύεται από αντικείμενα όπως σκόρδο (για το μάτι), αγκάθια (για τους εχθρούς) ή τσουκνίδες. Αυτή η χρήση του ως "μαγικού φυλακτού" για προστασία του σπιτιού έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πίστη στην πρόνοια του Θεού. 

Η Εκκλησία ανησυχεί (δεν φοβάται) μήπως ο πιστός διολισθήσει σε μια μορφή φυσιολατρίας, ξεχνώντας τον Κτίστη (Θεό) για χάρη της κτίσης. 

Το γεγονός ότι το στεφάνι φυλάσσεται μέχρι τις 24 Ιουνίου (του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα) για να καεί στις φωτιές, θεωρείται καθαρά παγανιστική τελετουργία κάθαρσης και μαντείας που δεν έχει καμία θέση στη χριστιανική ζωή. 

Επειδή η Πρωτομαγιά συμπίπτει συχνά με την περίοδο του Πάσχα, η έμφαση στην "αναγέννηση της φύσης" μέσω του στεφανιού μπορεί να επισκιάσει το νόημα της Ανάστασης του Χριστού, που είναι η μόνη αληθινή αναγέννηση για τον χριστιανό. 

Στην πράξη, η Εκκλησία το ανέχεται ως λαογραφικό έθιμο, αλλά προειδοποιεί όταν αυτό αρχίζει να θεωρείται απαραίτητο για την "τύχη" ή την "προστασία" του σπιτιού, υποκαθιστώντας την προσευχή και τα μυστήρια. 

Την 1η Μαΐου γιορτάζουν ο Προφήτης Ιερεμίας, ο Ιερομάρτυρας Βατάς, και οι Οσιομάρτυρες Ακάκιος, Ευθύμιος και Ιγνάτιος.

Η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μια ορθολογική κοινωνία χωρίς θαύματα, και η επιστροφή στα παγανιστικά έθιμα είναι μια επιστροφή σε σκοταδιστικές δοξασίες.

Υπήρχαν προχριστιανοί φιλόσοφοι στην αρχαία μονοθεϊστική Ελλαδα;

Ο Θεός, ως "Φως Αληθινό", σε κάποιο βαθμό "φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον" (Ιωάννης 1/α: 9). 

Και από τον φωτισμό αυτό, δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι Εβραίοι (δια των προφητών τους), αλλά ούτε και οι Έλληνες (δια των Φιλοσόφων τους). 

Γι' αυτό και παρά την Πολυθεϊστική άγνοια του αρχαιοελληνικού πλήθους, κάποιοι Φιλόσοφοι ανάμεσά τους, προσέγγισαν σωστά τον Θεό, ως ΕΝΑΝ. 

Βεβαίως η Χριστιανική αλήθεια δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί στον άνθρωπο από τον Ίδιο τον Θεό. 

Γι' αυτό και οι αρχαίοι μας πρόγονοι δεν είχαν ακόμα συλλάβει την απόλυτη διάκριση μεταξύ κτιστού κόσμου και Ακτίστου Θεού. 

Ο Μονοθεϊσμός τους, ήταν κυρίως Πανθεϊστικού χαρακτήρα, για την πλειονότητα των Φιλοσόφων, εφ' όσον συνέχεαν την Θεϊκή Ουσία με την ουσία των κτισμάτων και θεωρούσαν τα κτίσματα ως "απόρροια" της Ουσίας του Θεού. 

Παρ' όλα αυτά, δεν παύει να εντυπωσιάζει το μέγεθος της οξύνοιάς τους, να μιλούν για "Έναν Θεό", σε μια τόσο σκοτεινή εποχή, κατά την οποία ο απλός λαός ήταν δέσμιος των δαιμονίων του Πολυθεϊσμού, και των πολυθεϊστικών ιερατείων. 

Είναι χαρακτηριστική αυτή η οξύνοια, των Μονοθεϊστών αρχαίων Φιλοσόφων, που ήταν τόσο μπροστά από την εποχή τους.

Από την πρώτη εμφάνιση της ελληνικής θρησκείας στο προσκήνιο της ιστορίας, ο οξυδερκής μελετητής διαβλέπει να υπάρχουν δύο κατευθύνσεις: Μια μονοθεϊστική και μια πολυθεϊστική. 

Είναι λάθος λοιπόν να προσπαθούν ορισμένοι να αποδείξουν μόνο πολυθεϊστική την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και να μισούν τον μονοθεϊσμό, διότι έτσι μισούν και την αρχαία Ελλάδα. 

Οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα καλλιέργησαν μονοθεϊστικές αντιλήψεις.

Οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, προετοίμασαν, έστω και σκιωδώς, την είσοδο του Χριστιανισμού στην ιστορία ως μοναδικής αλήθειας του σύμπαντος κόσμου.

Ο σπουδαίος θρησκειολόγος, αείμνηστος Λεωνίδας Φιλιππίδης, στο μεγαλειώδες έργο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ αναφέρει χαρακτηριστικά αποσπάσματα της Ορφικής Θεολογίας, δια της οποίας εξαίρεται η μοναδικότητα ενός Θεού και έμεσσα και το Τριαδικόν αυτού, πολύ πριν ο Όμηρος παρουσιάσει στα έξοχα επικά του ποιήματα την πολυθεΐα της αρχαίας Ελλάδος.

Χαρακτηριστικά είναι τα κάτωθι σημεία και χωρία της ορφικής θεολογίας (αντλημένα από την προαναφερθείσα μελέτη):

Εις δε Λόγον θείον βλέψας, τούτω προσέδρευε…

μούνον (μόνον) δ’ εσόρα κόσμοιο άνακτα

Εις εστ’ αυτογενής. ενός έκγονα πάντα τέτυκται,

Εν δ’ αυτοίς αυτός περιγίγνεσθαι . ουδέ τις αυτόν

Εισοράα θνητών, αυτός δε γε πάντας οράται….

Ουδέ τις εσθ’ έτερος χωρίς μεγάλου βασιλήος.

Αυτόν δ’ ουχ ορόω . περί γαρ νέφος εστήρικται….

Ούτος γαρ χάλκειον ες ουρανόν εστήρικται

Χρυσέω εινί θρόνω, γαίης δ’ επί ποσί βέβηκε…..

Ουρανόν ορκίζω σε Θεού μεγάλου σοφού έργον,

Αυδήν ορκίζω σε Πατρός, την φθέγξατο πρώτον

Ηνίκα κόσμον άπαντα εαίς στηρίξατο βουλαίς

Δηλαδή (σε ελεύθερη απόδοση): "Ένας υπάρχει Θεός, αυτός μόνος βασιλιάς του κόσμου, μέγας βασιλιάς, ένας και αυτογενής και κανείς άλλος εκτός απ’ αυτόν, που έχει τον ουρανόν θρόνο και την γη χαλί για τα πόδια του. 

Ο ουρανός είναι ποίημα μεγάλου Θεού και σοφού, που δημιούργησε τα πάντα δια του Λόγου του".

Ο ένας αυτός Θεός ονομάζεται και Φάνης, γατί ακτινοβολεί το φως, και καλείται επίσης "Πρωτόγονος" γιατί δεν υπήρχε κάτι πριν απ’ αυτόν, αλλά απ’ αυτόν έγιναν τα πάντα, και πρώτος αυτός εκ του απείρου υπήρξε και εφάνη προαιωνίως. 

Χαρακτηρίζεται: αληθής, υπέρχρονος, αθάνατος, αυτόζωος, αυτοπάτωρ, "δια της μιας αυτού τριωνύμου δυνάμεως (βουλή, φως και ζωοδοτήρ) τα πάντα δημιουργήσας, ορατά και αόρατα, αρχή μέσον και τέλος, μόνος του κόσμου άναξ, δαίμονες ον φρίσσουσι, τα πάντα βλέπων αυτός, αλλ’ αόρατος εις τους θνητούς, τω νω μόνον ορατός, ο νους ο νοητός και το αποστίλβον φως το νοητόν….  

Και συνεχίζει ο σοφός καθηγητής την έρευνά του λέγοντας ότι Ζεύς δεν είναι μόνο το όνομα του υψίστου των θεών του ομηρικού πανθέου, στον οποίον εκδηλώνεται η υπέρ των πολλών θεών μονοθεϊζουσα ανάταση και έξαρση της αρχαιοελληνικής θρησκευτικότητας προς τον υπέρθεο Ένα. ούτε είναι Ζεύς ένα όνομα μεταξύ πολλών για να διακρίνεται απ’ αυτούς, δεν είναι στοιχείο του πολυθεϊσμού, όπως εκ πρώτης όψεως συμπεραίνεται. 

Ζεύς-Δεύς είναι ήδη από την προομηρική πρωτοελληνική εποχή κάτι πολύ περισσότερο και ασυγκρίτως υπέρτερο.

Είναι η ανώνυμη έκφραση της ουσίας του Υπέρτατου Όντος, ενός και μόνου Θεού, είναι δηλαδή στοιχείο μονοθεϊζουσας πίστης. 

Δεύς είναι ο ύψιστος Θεός της παναρχαιότατης περί τον Δωδωναίον χώρον πρωτοελληνικής περιόδου, ο πολιτισμός της οποίας ακτινοβολεί σε όλο το μεσογειακό χώρο… 

Την ανώνυμη αυτή υπέρθεο έννοια συναντάμε και στον πολύ μεταγενέστερο του πρωτοελληνικού Κρητομυκηναϊκό πολιτισμό της προομηρικής περιόδου, αλλά αποδίδεται εκεί σε θηλυκή θεότητα ανώνυμη, προς υπογράμμιση της δημιουργικής και γονιμοποιού δυνάμεως του θείου.

Η λέξη Ζεύς ή Δεύς (Deus) είναι ο προομηρικός (πρωτοελληνικός) τύπος της λέξεως Θεός, κοινή σε όλους τους Αρίους (=ευγενείς) λαούς της Ινδοαρίας ή Ινδοευρωπαϊκής ιαπετικής οικογένειας, η αρχικά ύψιστη θεότητα των αδιαιρέτων (ακόμη) Αρίων, από τη ρίζα div – diF (πρβλ. λέξεις: dies, δίος, ευ-δία), που σημαίνει φως. 

Σημαίνει μάλιστα: Φαέθων, πάμφωτος, Αυτόφως, πηγή φωτός. 

Οι αρχαίοι Ινδοί καλούσαν αυτόν: Djaus, Dyaus, din-am, ήτοι φέγγειν, φεγγοβόλος ουρανός, βεδιστί: deva, ιρανιστί: daeva, λατινιστί: Jovis, Jupiter, πρωτοελληνιστί: διος, αιολιστί: Δεύς, αρχαιοελληνιστί: Θεός, ελληνιστί: Ζεύς και "Ζεύς πατήρ". 

Οι έννοιες επομένως Θεός - Φως είναι κοινές και απαντώνται σε όλους τους λαούς.

Στην αρχαία εβραϊκή θρησκεία έχουμε συνάρτηση Θεού και φωτός σε πάρα πολλά χωρία. 

Αναφέρω μόνον ότι ο Θεός καλείται και Αδονάγ, που παράγεται από τη ρίζα "δ": αδά ή "ζ": αζά (=αίθω, άζω) = λάμπειν, δηλαδή ο ακτινοβολών, ο αιγλοβόλος. 

Αυτή είναι ετυμολογικά και η σημασία της ρίζας της λέξης Κύριος, του ονόματος που χρησιμοποιούν οι εβδομήκοντα (Ο’) για τον Θεό.

Οι από τον λαό θεωρούμενες στην μετέπειτα ομηρική θεολογία θεότητες είναι απλά και μόνο διαφορετικά ονόματα του Ενός Θεού, που φανερώνουν τις διάφορες ενέργειες και λειτουργίες αυτού σε διάφορες περιοχές της φύσης. 

Στην αντίληψη αυτή οφείλονται οι ακόλουθοι στίχοι της ορφικής θεολογίας: "Εις Ζεύς, εις Άϊδης, εις Ήλιος, εις Διόνυσος, εις θεός εν πάντεσσι. τι σοι δίχα ταύτ’ αγορεύω;".

Ο Θαλής ορίζει τον Θεόν "νουν του κόσμου" και λέει ότι είναι "πρεσβύτατον των όντων ο Θεός . αγέννητον γαρ", "μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν".

Για τον Αναξίμανδρο ο Θεός είναι άπειρος, άναρχος, δεν έχει αρχή, αλλά είναι αρχή των άλλων. Είναι ακόμη αγέννητος και άφθαρτος. Το Θείον είναι "αθάνατον και ανώλεθρον", τα πάντα κυβερνών.

Ο Πυθαγόρας μπορεί να μνημονεύει διάφορους θεούς, όμως λέει επίσης: "έστι τε Θεός και ούτος πάντων κύριος", "ένα και μόνον διδάσκει Θεόν είναι" κατά τον Ιάμβλιχον και Πορφύριον.

Ο Φιλόλαος ονομάζει τον Θεόν "αρχή πάντων" και περιγράφει, κατά τον Ξενοφάνη, τον Θεό έναν, αεί όντα, μόνιμον, ακίνητον, αυτόν εαυτώ όμοιον, άρχοντα.

Ο δε πυθαγόριος Θεωρίδας στο περί φύσεως σύγγραμμά του γράφει: "Μια δ’ άρα των όντων αρχά μεν όντως αληθινά, μια . κείνη γαρ εν αρχά τέ εστιν εν και μόνον".

Κατά τον Τίμαιον εξάλλου τον Λοκρόν "μία αρχά πάντων εστίν αγέννητος . ει γαρ εγένετο, ουκ αν ην έτι αρχά…." (Περί Φύσιος).

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος αναφέρει: "εις Θεός, εν τε θεοίσιν και ανθρώποισι μέγιστος, ούτι δέμας θνήτοισιν ομοίοις ήδε νόημα". 

Ο Θεός είναι γι’ αυτόν ασώματος, αγέννητος και αθάνατος, αϊδιος. Θεοί που γεννιώνται και πεθαίνουν λέει δεν είναι  Θεοί. 

Ο Θεόφραστος πληροφορεί ότι ο Ξενοφάνης τον Θεόν "ένα μεν δείκνυσιν εκ του πάντων κράτιστον είναι…. το δε πάντων κράτιστον και άριστον θεός".

Τέλος, ο Αριστοτέλης λέει γι’ αυτόν ότι "πρώτος τούτων (των φιλοσόφων) ενίσας…εις τον όλον ουρανόν αποβλέψας το εν είναι φησί τον Θεόν". (Μετά τα Φυσικά 5, 986 β 18).

Ο Παρμενίδης αποδίδει στο ‘Ον – Παν’ ιδιότητες θείες και λέει ότι "αγέννητον εόν και ανώλεθρόν έστι … ουδέ διαιρετόν έστι…. αυτάρ ακίνητον …έστιν άναρχον άπαυστον …. ανενδεές και τέλειον αλλά και πεπερασμένον". 

Η εξήγηση της οντολογίας του Παρμενίδη βρίσκεται στο ότι θεωρεί το Εν ως ουσιαστικό συστατικό των πολλών, το "εν Είναι" ως η ουσία των επί μέρους όντων, το Εν μόνον όντως Ον, ποιοτικώς διάφορον εκείνων, ουσία όλως άλλο… 

Όλα τα άλλα είναι όντα καθόσον περιέχουν εντός των το Εν Ον. Το Ον υπάρχει ως Εν και Μοναδικόν καθ’ αυτό, τα δε όντα υπάρχουν όσο εμπεριέχουν το όλον και αμερές. Το Ον είναι η ουσία και τα όντα οι εκδηλώσεις και φανερώσεις αυτής της ουσίας. Η αλήθεια και τα φαινόμενά της.

Ο Ηράκλειτος μιλάει για την ενιαία ουσία του κόσμου και για μια υπέρτατη αρχή του παντός, από την οποία πηγάζει το ανθρώπινο δίκαιο. "Εκ πάντων εν και εξ ενός τα πάντα". "Εν πάντα είναι" αποφαίνεται. "Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός, του θείου…. νόμοις και βουλή πείθεσθαι ενός". 

Δέχεται ακόμη ως Αρχή των πάντων τον Λόγο. 

Ας θυμηθούμε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου αρχίζει ως εξής: "Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος". 

Από αφηρημένος λόγος, όπως τον δέχονταν οι αρχαίοι, πήρε στον Χριστιανισμό αποκαλυπτικά οντολογική υπόσταση.

Ο Εμπεδοκλής μιλάει κατ’ επανάληψη για μια παγκόσμια Αρχή, την οποία θεωρεί ως ενιαίο γενικό Νόμο, που εξουσιάζει στο σύμπαν. 

Ο Νόμος αυτός είναι εκδήλωση πρόνοιας Ενός Θεού που είναι αόρατος, απρόσιτος, νους όλος: "φρην ιερή και αθέσφατος έπλετο μούνον, φρόντισι κόσμον άπαντα καταϊσσουσα θόησιν". 

Απέρριπτε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι, τους ανθρωπόμορφους θεούς της λαϊκής θρησκείας …. "την υπέρ νουν αινιττόμενος αιτίαν".

Ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας απέρριπταν τον πολυθεϊσμό και την ειδωλολατρία και ο μεν πρώτος ταύτιζε τους θεούς με φυσικές δυνάμεις (π.χ. Ζεύς=αέρας, Παλλάς=φρόνηση κ.λπ.), ενώ ο δεύτερος "έπειθε τους ομιλητάς μηδέ όλως είναι τινάς τους θεούς", γι’ αυτό και οι Αθηναίοι τον καταδίκασαν σε θάνατο εξαιτίας της ασέβειάς του. 

Θεωρεί ο Αναξαγόρας τον Νουν ως αίτιον της γενέσεως και κινήσεως των όντων, αίτιον της τάξεως και του κόσμου. "Νόος σε έστιν άπειρον και αυτοκρατές και μέμικται ουδενί χρήματι, αλλά μούνος αυτός επ’ εαυτού εστίν… πάντων νοός κρατεί….".

Ο Πρόδικος εθεωρούσε την πολυθεΐα ανύπαρκτη και ως προσωποποιήσεις στοιχείων και αντικειμένων της φύσεως: "πάντα τα ωφελούντα τον βίον ημών οι παλαιοί θεούς ενόμισαν δια των απ’ αυτών ωφέλειαν….".

Ο Ευήμερος θεωρεί όλους τους θεούς αποθεώσεις παλαιών ιστορικών προσώπων και, τέλος, από τους μεγάλους τραγικούς,

Ο Αισχύλος αναφέρει το Υπέρτατον Ον άλλοτε ως "θεόν", άλλοτε ως "Ζεύ" (όμως ως έννοια ανώνυμη και απροσδιόριστη, τέλειου, υψίστου και πατέρα και όχι ως τον πατέρα των Ολυμπίων θεών). Τον ονομάζει "μέγα", "πάντων μέγιστο", "βασιλέα", "παντεπόπτη", "αήττητο" κ.λπ.

Με την ίδια έννοια βρίσκουμε τον Θεόν και στον Σοφοκλή, που τον ονομάζει "πατήρ Ζεύ", "ύψιστο", "ουράνιο", "εν θεοίς θεό", "αιώνιο Θεό", "πανταχού παρών μέγα αιθεροβάμων", "πάμφωτο υπέρθεο", "αθάνατον αιεν αρχά", "παντοδύναμο" και "αναίτιο κακών". Είναι ο "εις Θεός".

Ο Ευρυπίδης ασκώντας κριτική στην χονδροειδή αντίληψη που είχαν οι σύγχρονοί του για τους θεούς, αρνείται τις κακές ιδιότητες και πράξεις τους, το ότι κατοικούν σε ναούς, το ότι είναι σοφοί και δίκαιοι, και τους θεωρεί μάταιες δοξασίες. Απορρίπτει τις Ερινύες, και την μαντεία.

Τέλος η πίστη του Σωκράτη και του Πλάτωνα σε εκλεπτυσμένη Νοερά Αρχή, που διακοσμεί και κυβερνά τα πάντα και που καθοδηγεί τους ανθρώπους δια του "δαιμονίου", που εμβάλλει εντός τους, ενώ προνοεί για όλους και όλα και παραμένει ύψιστο Ον, είναι περισσότερον γνωστά και δεν θα εμμείνω περισσότερο.  

Χαρακτηρίζεται πάντως ο Θεός "Αυτοζωή" και "Πηγή πάσης ζωής" και η λατρεία του πρέπει να είναι "ανείδωλος", διότι είναι "άμορφος" και "ανώνυμος. 

Επιγραμματικά αναφέρω εδώ και τον Αριστοτέλη για τον οποίον ο Θεός, όπως φαίνεται στα Μεταφυσικά του, είναι αιώνιος, άϋλος, πνεύμα καθαρό και κυβερνά τα πάντα.

Παρόμοιες θρησκευτικές απόψεις είχε και ο Αντισθένης, ο οποίος έλεγε πως "το κατά νόμον είναι πολλούς θεούς, κατά δε φύσιν ένα", για να μείνουμε μόνο σ’ αυτούς (βλ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ…, Λ. Γ. Φιλιππίδου, Αθ. 1958, σελ. 52 κ.ε.).

Σε γνωστή μελέτη του ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας αναφέρει και τα εξής:

- Παραθέτει τον χρησμό του μαντείου του Κλαρίου Απόλλωνος ότι ο Θεός είναι αυτοδημιούργητος, αγέννητος, αδίδακτος, άφθαρτος, ανώνυμος, κατοικεί στο πυρ [ας θυμηθούμε την φλεγόμενη βάτο στην Π.Δ., την πύρινη στήλη προστασίας των Εβραίων, το καθαρό άκτιστο λευκό φως της Μεταμορφώσεως του Ιησού και τις πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής] και πως οι ελληνικοί θεοί ακόμη και ο Απόλλων (θεός του φωτός) είναι τμήματα του Θεού και απεσταλμένοι του στη γη.

- Ο Ερμητισμός σε ορισμένους από τους "λόγους" του είναι μονοθεϊκός. 

Ο Θεός εμφανίζεται αμετάβλητος, αγέννητος, Πατέρας, Αγαθός. Ζούμε χάρη στην ενέργεια και δύναμή του. 

Ο Λόγος είναι  γιος του πρώτου Νοός ή Θεού. 

Ο Πρώτος Νους δημιούργησε κατ’ εικόνα και ομοίωσή του τον Πρώτο άνθρωπο. 

Οι δαίμονες, όντα διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο, κάνουν τους ανθρώπους να είναι ασεβείς και εγκληματικοί. 

Η αληθινή γνώση πραγματοποιείται με την άμεση θέα του Θεού, κατόπιν εκστάσεως. 

Ο άνθρωπος γίνεται τότε ίδιος θεός, αλλά θνητός. 

Η ψυχή ενώνεται με τον Θεό, όπως και στον Πλωτίνο.

- Ο Επίκτητος ακόμη χρησιμοποιεί προσευχή μονοθεϊστική ως εξής: "Χρησιμοποίησέ με όπως θέλεις. είμαι σύμφωνος μαζί σου, σου ανήκω, οδήγησέ με όπου θέλεις…". Απευθύνεται δηλαδή σε προσωπικό Θεό.

- Ο Πλωτίνος δίδασκε ότι το ΈΝ, ο ΝΟΥΣ και η ΨΥΧΗ είναι τρεις υποστάσεις του ενός Θεού.

- Ο Ιάμβλιχος ως αρχή και αιτία του παντός δέχθηκε ένα μόνο Θεό, πηγή του Αγαθού, όπως και ο Πλάτωνας.

- Ο Πλούταρχος ορίζει το Θεό ως αγέννητο, άναρχο, αιώνιο, εκτός χρόνου υπάρχοντα. Πηγή του αγαθού, ως εν και ως ωραίο. Είναι ο Νους που όλα τα ρυθμίζει και διευθύνει. 

Μετά το θάνατο πίστευε ότι οι ψυχές περιπλανώνται στο διάστημα ανάμεσα στην γη και την σελήνη, όπου υφίστανται τιμωρίες. 

Είχε ακόμη την ιδέα πως δαίμονες χρησίμευαν στα διάφορα μαντεία ως μεσάζοντες και ότι όσα μαντεία παρήκμασαν ήταν από την εγκατάλειψη των δαιμόνων τους (βλ. ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ, Στ’ τόμος ‘Ιστορίας Ελληνικού Έθνους’, ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ)

Υπάρχει επομένως ισχυρότατη μονοθεϊστική παράδοση εξ αρχαιοτάτων χρόνων στον Ελληνισμό, στον οποίον "σπερματικώς", στοιχειωδώς και σκιωδώς αποκαλύφθηκε αρχικά η παντοδυναμία, η πανσοφία, η αιωνιότητα και οι προσωπικές ιδιότητες του ενός Θεού. 

Aρκετοί αρχαίοι Έλληνες σοφοί θεωρούνται ως προ Χριστού χριστιανοί και προφήτες του εθνικού κόσμου, διότι με την "σπερματική τους αυτή αλήθεια" προετοίμασαν έμμεσα, μαζί με τους λαμπρούς φάρους της αληθείας, τις προφητικές φωνές της Παλαιάς Διαθήκης, την είσοδο του Χριστιανισμού στην ιστορία.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Αντέγραψε ο Μάρκος τους αρχαίους συγγραφείς στο Ευαγγέλιό του;

Σύμφωνα με την σύγχρονη βιβλική έρευνα, ο Ευαγγελιστής Μάρκος δεν «αντέγραψε» τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς με την έννοια της λογοκλοπής, αλλά αξιοποίησε λογοτεχνικές τεχνικές και μοτίβα που ήταν γνωστά στην ελληνορωμαϊκή γραμματεία (όπως τα ομηρικά έπη ή τα αρχαία μυθιστορήματα) για να διηγηθεί την ζωή του Ιησού.

Η θεωρία αυτή, γνωστή ως mimesis (μίμηση), υποστηρίζει ότι ο Μάρκος, γράφοντας για ένα ελληνόφωνο κοινό, χρησιμοποίησε οικεία λογοτεχνικά σχήματα για να καταστήσει το μήνυμά του πιο κατανοητό και ελκυστικό.

Για ποιους λόγους το έκανε; 

Ο Μάρκος «μεταπλάθει» ιστορίες, χρησιμοποιώντας ομηρικά μοτίβα (π.χ. από την Οδύσσεια) και ελληνικά αφηγηματικά σχήματα, κάνει μια λογοτεχνική προσαρμογή.

Στόχος του ήταν να δείξει ότι ο Ιησούς είναι ανώτερος από τους ήρωες της κλασικής αρχαιότητας (π.χ. τον Οδυσσέα ή τον Αχιλλέα), λειτουργώντας ως «αντιστάθμισμα»

Το ευαγγέλιο απευθυνόταν σε εθνικούς (μη Ιουδαίους), οι οποίοι δεν ήταν εξοικειωμένοι με την εβραϊκή παράδοση. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα και δομή που θύμιζε ελληνικό δράμα ή λαϊκό μυθιστόρημα, έκανε το μήνυμα πιο προσβάσιμο.

Ο Μάρκος εστιάζει στα έργα και τα θαύματα, παρά στις διδαχές, χρησιμοποιώντας γρήγορο ρυθμό («ευθύς») και σκηνές γεμάτες δράση, συχνά δομημένες σαν σκηνές τραγωδίας.

Στόχος του Μάρκου ήταν να αποδείξει την θεϊκή καταγωγή του Ιησού, παρουσιάζοντάς τον ως τον «Υιό του Θεού», τον θαυματουργό θεραπευτή και τον πραγματικό Θεό στον οποίο οι πιστοί καλούνται να ακολουθήσουν.

Παρά την επιρροή της ελληνικής γραμματείας, η κύρια πηγή του Μάρκου ήταν η προφορική παράδοση και οι πληροφορίες που, σύμφωνα με την παράδοση, παρείχε ο Απόστολος Πέτρος.

Ο Μάρκος δεν αντιγράφει αυτούσια κείμενα, αλλά μεταμορφώνει τα μοτίβα για να υπηρετήσει το χριστιανικό κήρυγμα, κάτι που αποτελούσε κοινή πρακτική της εποχής.

Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο θεωρείται το αρχαιότερο (περίπου το 65-70 μ.Χ.) και γράφτηκε πιθανότατα στην Ρώμη, περιέχοντας στοιχεία από λατινικές λέξεις και αραμαϊκές εκφράσεις.

Δεν πρόκειται για «αντιγραφή» με την στενή έννοια της λογοκλοπής, αλλά για αξιοποίηση της ελληνικής γλώσσας, των εννοιών και της φιλοσοφικής σκέψης από τους Αποστόλους, προκειμένου να καταστήσουν το χριστιανικό μήνυμα κατανοητό στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Βέβαια ο κυριότερος Απόστολος που χρησιμοποίησε την ελληνική σκέψη ήταν ο Παύλος.

Αξιοποιήθηκε η ελληνική σκέψη στις Πράξεις των Αποστόλων (17:22-31). Ο Παύλος παραθέτει αυτούσια λόγια αρχαίων Ελλήνων ποιητών για να μιλήσει για τον Θεό: «Εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (αναφορά στον Κρητικό ποιητή Επιμενίδη).«Του γαρ και γένος εσμέν» (από τον Άρατο ή τον Κλεάνθη).

Ο Παύλος χρησιμοποιεί έννοιες γνωστές στους Στωικούς φιλοσόφους, όπως η «συνείδηση», η «φύση» και η «λογική λατρεία», προσαρμόζοντάς τες στο χριστιανικό πλαίσιο.

 Ο Παύλος εκμεταλλεύεται τον βωμό στον «Αγνώστω Θεώ» στην Αθήνα για να παρουσιάσει τον έναν, αθέατο Θεό, αντίθετα με την ειδωλολατρία.

 Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, αν και όχι στους 12, χρησιμοποιεί τον όρο «Λόγος» (Ιωάννης 1:1), ο οποίος είναι κεντρικός στη στωική φιλοσοφία και την πλατωνική σκέψη (ως η κοσμική λογική), για να περιγράψει τον Χριστό.

Οι Απόστολοι, ειδικά ο Παύλος που δίδαξε σε Ελλάδα και Ρώμη, έπρεπε να μιλήσουν σε μορφωμένους ανθρώπους που δεν γνώριζαν την Παλαιά Διαθήκη.

Έφτιαξαν γέφυρα μεταξύ Φιλοσοφίας και Πίστης. Χρησιμοποίησαν τα «σπέρματα αλήθειας» (σπερματικός λόγος) που πίστευαν ότι υπήρχαν στην ελληνική φιλοσοφία για να εισαγάγουν την χριστιανική αποκάλυψη.

Αποδόμησαν την Ειδωλολατρία χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις ελληνικές πηγές κι έδειχναν ότι η λατρεία αγαλμάτων (χρυσού, αργύρου, λίθου) ήταν κατώτερη της ανώτερης φιλοσοφικής σκέψης, η οποία στρεφόταν προς έναν αόρατο δημιουργό.

Αν και υπήρξε αυτή η αλληλεπίδραση, ο Παύλος ξεκαθαρίζει ότι ο Χριστός δεν είναι προϊόν φιλοσοφικής αναζήτησης, αλλά αποκάλυψη, χαρακτηρίζοντας το μήνυμα του Σταυρού ως «μωρία» για τους κοσμικά σοφούς (Α' Κορ. 1:23).

Ας δούμε πώς «συνδέθηκαν» οι Απόστολοι και η πρώτη Εκκλησία με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Οι δύο πιο ενδιαφέροντες δρόμοι είναι: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο «Λόγος»: Είναι η πιο βαθιά φιλοσοφική σύνδεση. 

Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί την ελληνική έννοια του Λόγου (που για τους Έλληνες ήταν η παγκόσμια τάξη και λογική) για να παρουσιάσει τον Χριστό. 

Είναι το σημείο όπου η ελληνική φιλοσοφία συναντά την χριστιανική θεολογία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, η επόμενη γενιά, ουσιαστικά «πάντρεψαν» τα δύο συστήματα. 

Ο Μέγας Βασίλειος, για παράδειγμα, έγραψε ολόκληρο έργο για το πώς οι νέοι πρέπει να διαβάζουν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, λέγοντας ότι πρέπει να κρατάμε ό,τι καλό έχουν (όπως η μέλισσα παίρνει τη γύρη) και να πετάμε τα υπόλοιπα.

Οι διαφορές μεταξύ Στωικισμού και Χριστιανισμού είναι δομικές, παρά τις επιφανειακές ομοιότητες στο ηθικό κομμάτι. 

Για τους Στωικούς ο Θεός είναι απρόσωπος (ταυτίζεται με την Φύση/Λόγο - Πανθεϊσμός). 

Για τον Χριστιανισμό ο Θεός είναι Πρόσωπο που αγαπάει κι επεμβαίνει στην ιστορία.

Οι Στωικοί πιστεύουν στην αυτάρκεια. Ο άνθρωπος σώζεται ....μόνος του!!! μέσω της λογικής και της απάθειας. 

(Μόνος του φαντάζομαι θα δημιουργήθηκε κιόλας ε;)

Στον Χριστιανισμό η σωτηρία είναι δώρο (Χάρη) από τον Θεό. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

Οι Στωικοί θεωρούν το σώμα "φυλακή" ή κάτι αδιάφορο. 

Ο Χριστιανισμός το θεωρεί "ναό του Αγίου Πνεύματος" και πιστεύει στην ανάστασή του, όχι μόνο στην επιβίωση της ψυχής.

Οι Στωικοί επιδιώκουν την Απάθεια (εκρίζωση των παθών). 

Ο Χριστιανισμός επιδιώκει την μεταμόρφωση των παθών σε Αγάπη (ο Χριστός δακρύζει, πονάει, συγκινείται).

Όσο για τον Πλάτωνα, η χρήση του από τους χριστιανούς ήταν εργαλειακή.

Οι πρώτοι χριστιανοί στοχαστές (όπως ο Ιουστίνος, ο Κλήμης και αργότερα οι Καππαδόκες) είδαν στον Πλάτωνα έναν «χριστιανό προ Χριστού». 

Τον χρησιμοποίησαν στα εξής σημεία:

Ο Πλάτωνας έλεγε ότι ο αισθητός κόσμος είναι αντίγραφο ενός ανώτερου πνευματικού κόσμου. Οι χριστιανοί το υιοθέτησαν για να εξηγήσουν την διαφορά μεταξύ κτιστού (υλικού) και ακτίστου (Θεού).

Χρησιμοποίησαν τα επιχειρήματα του Πλάτωνα (π.χ. από τον Φαίδωνα) για να υποστηρίξουν ορθολογικά ότι η ψυχή δεν πεθαίνει μαζί με το σώμα.

Δανείστηκαν την πλατωνική ορολογία για τις αρετές (φρόνηση, δικαιοσύνη, ανδρεία, σωφροσύνη) για να περιγράψουν την πνευματική ζωή.

 Στον Τίμαιο του Πλάτωνα υπάρχει ο "Δημιουργός" που φτιάχνει τον κόσμο. Αν και ο πλατωνικός δημιουργός πλάθει από προϋπάρχουσα ύλη (ενώ ο χριστιανικός εκ του μηδενός), η ιδέα ενός νοητού σχεδίου στον κόσμο τους βόλευε για να αντικρούσουν τους υλιστές.

Ο λόγος που το έκαναν ήταν για να "ντύσουν" την νέα θρησκεία με το κύρος της ελληνικής παιδείας, κάνοντάς την ελκυστική στους μορφωμένους της εποχής.

Για να καταλάβουμε την σχέση της Εκκλησίας με την αρχαία σκέψη, πρέπει να δούμε τι κράτησαν (λεξιλόγιο) και τι πέταξαν (δόγμα), καθώς η σύγκρουση ήταν εξίσου σημαντική με την επιρροή.

Η επίδραση της Στοάς στο Χριστιανικό Λεξιλόγιο.

Οι Χριστιανοί δανείστηκαν λέξεις από τους Στωικούς, αλλά τους έδωσαν νέο περιεχόμενο.

Ο "λόγος" για τους Στωικούς ήταν η απρόσωπη κοσμική λογική που διαπερνά την ύλη. 

Ο Χριστιανισμός πήρε την λέξη και την έκανε Πρόσωπο (τον Υιό του Θεού).

Η Συνείδηση ήταν μια κατεξοχήν στωική έννοια. 

Οι Απόστολοι (ειδικά στις Επιστολές) την χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν τον εσωτερικό ηθικό νόμο που έχουν όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους.

Την αρετή οι Στωικοί την έβλεπαν ως τον τελικό σκοπό του ανθρώπου. 

Ο Χριστιανισμός την κράτησε ως ορολογία, αλλά την θεωρεί μέσο για την ένωση με τον Θεό, όχι αυτοσκοπό.

Στην Στοά το πάθος είναι «νόσος» της λογικής που πρέπει να εξαφανιστεί. 

Στον Χριστιανισμό το πάθος είναι μια ενέργεια της ψυχής που πρέπει να μεταμορφωθεί (π.χ. ο θυμός να γίνει ζήλος για το καλό).

Παρά τον θαυμασμό τους, οι Χριστιανοί απέρριψαν κάθε πλατωνική ιδέα που ερχόταν σε σύγκρουση με το Ευαγγέλιο.

Ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι ψυχές υπήρχαν πριν το σώμα και «έπεσαν» σε αυτό. 

Οι Χριστιανοί το απέρριψαν κατηγορηματικά, τονίζοντας ότι ψυχή και σώμα δημιουργούνται ταυτόχρονα.

Η πλατωνική ιδέα της ανακύκλωσης των ψυχών (μετενσάρκωση) απορρίφθηκε ως αντίθετη με την ιδέα της μοναδικότητας του προσώπου και της τελικής Κρίσης.

Για τον Πλάτωνα η ύλη είναι συχνά κατώτερη ή πηγή κακού. 

Ο Χριστιανισμός, λόγω της Ενσάρκωσης του Χριστού, διδάσκει ότι η ύλη είναι καλή και δημιουργία του Θεού.

Ο Πλάτωνας έβλεπε τον «Δημιουργό» περισσότερο ως έναν αρχιτέκτονα που τακτοποιεί προϋπάρχουσα ύλη. 

Ο Χριστιανισμός επέβαλε το δόγμα της δημιουργίας «εκ του μηδενός».  

Γιατί τα απέρριψαν οι χριστιανοί; Διότι αν δέχονταν την προΰπαρξη ή την κακία της ύλης, θα ακύρωναν την έννοια της Ανάστασης του σώματος, που είναι το κέντρο της πίστης τους.

Βάλτο να δουλέψει λίγο το ...ρημάδι

Τι θα προτιμήσεις να είσαι; Ειδωλολάτρης παγανιστής ή χριστιανός ορθόδοξος;

Ας δούμε και τον παγανισμό και τον χριστιανισμό με πολυ λίγες λεπτομέρειες.

Ο σύγχρονος παγανισμός (π.χ. Δωδεκαθεϊσμός, Γουίκα, Heathenry) εστιάζει συχνά στην ελευθερία, την φύση και την ατομική εμπειρία.

Οι παγανιστές συχνά τιμούν την γη, τις εποχές και τα στοιχεία της φύσης, θεωρώντας το θείο παρόν στον υλικό κόσμο.

Συχνά δεν υπάρχει αυστηρό δόγμα, "ιερά βιβλία" ή πατριαρχική ιεραρχία, επιτρέποντας στον καθένα να διαμορφώσει την πίστη του, όπως αυτός θέλει!!!

Η έμφαση δίνεται στην απόλαυση της ζωής, την αισθησιακή ικανοποίηση και την ευτυχία στην παρούσα ζωή, αντί για την αναμονή της μετά θάνατον ζωής.

(Δηλαδή βλέποντας να υπάρχουν θάνατοι νεογνών, παιδιών, εφήβων, νέων ανδρών μπορούμε να πούμε ότι ...απόλαυσαν την ζωή, την αισθησιακή ικανοποίηση και την ευτυχία όσο έζησαν....και μετά τίποτε έ)!!!

Οι παγανιστές συχνά θεωρούν ότι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και τις συνέπειές τους, χωρίς την έννοια της "αμαρτίας" με την χριστιανική έννοια.

Το να είσαι πολυθεϊστής η επιλογή αυτή σου προσφέρει την ευελιξία να τιμάς διαφορετικές θεότητες (πάνθεον) ανάλογα με τις ανάγκες σου.

Η Ορθοδοξία όμως εστιάζει στην ένωση με τον Θεό (θέωση), την πνευματική άσκηση και την παράδοση.

Το κύριο ζητούμενο είναι η ένωση με τον Χριστό και η σωτηρία της ψυχής, η βεβαιότητα της οποίας προσφέρεται μέσα στην Εκκλησία.

Ο άνθρωπος καλείται να γίνει "κατά χάριν" θεός, μετέχοντας στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Μέσα από τα Μυστήρια (Εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία), την προσευχή και την νηστεία, ο πιστός βρίσκει πνευματική ισορροπία, "θεραπεία" των παθών και βαθύτερο νόημα ζωής.

Η Ορθοδοξία προσφέρει μια αίσθηση ρίζας και σταθερότητας, συνεχίζοντας την παράδοση των Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων.

Ο πιστός ανήκει σε ένα σώμα, την Εκκλησία, που προσφέρει πνευματική υποστήριξη και αδελφότητα.

Συγκρίσεις 

Ο Παγανιστής κερδίζει την αίσθηση της προσωπικής αυτονομίας, της σύνδεσης με την φύση και της ελευθερίας.

Ο Ορθόδοξος κερδίζει την αίσθηση της ένωσης με το Θείο, την πνευματική δομή, την ίαση της ψυχής και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.

Αναζητάς περισσότερη ελευθερία (παγανισμός) ή περισσότερη δομή και παράδοση (ορθοδοξία);

Σε ελκύει περισσότερο η λατρεία της φύσης ή η ένωση με έναν υπερβατικό Θεό;

Αν δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος εγώ ως ορθόδοξος δεν έχω ούτε να χάσω ούτε να κερδίσω κάτι. Επίσης κι ο ειδωλολάτρης παγανιστής δεν έχει να κερδίσει ούτε να χάσει κάτι.

Αν όμως υπάρχουν κι η κόλαση κι ο παράδεισος;

Λίγο μυαλο θέλει.

Βάλτε το να δουλέψει λίγο το ....ρημάδι!!!

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο Απολλώνιος Τυανέας με τον Ιησού Χριστό;

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας και ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες στις βιογραφίες τους, γεγονός που έχει προκαλέσει συζητήσεις μεταξύ ιστορικών και θεολόγων για αιώνες. 

Αν και οι δύο έζησαν τον 1ο αιώνα μ.Χ., οι κύριες αναφορές για τον Απολλώνιο προέρχονται από το έργο του Φιλόστρατου "Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον", το οποίο γράφτηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή ΠΟΛΥ ΜΕΤΑ τα Ευαγγέλια. 

Και για τους δύο αναφέρεται ότι η γέννησή τους συνοδεύτηκε από θεϊκά σημάδια ή προαναγγελία από υπερφυσικά όντα. 

Και οι δύο περιγράφονται ως θαυματοποιοί που θεράπευαν αρρώστους, εξόρκιζαν δαιμόνια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανέστησαν νεκρούς. 

Υπήρξαν και οι δύο περιπλανώμενοι διδάσκαλοι που συγκέντρωσαν μαθητές και κήρυτταν πνευματικές αξίες, δίνοντας προτεραιότητα στην ψυχή έναντι των υλικών αγαθών. 

Τόσο ο Ιησούς όσο και ο Απολλώνιος ήρθαν σε αντιπαράθεση με τις ρωμαϊκές αρχές και πέρασαν από δίκη (ο Απολλώνιος επί αυτοκράτορα Δομιτιανού). 

Οι οπαδοί και των δύο πίστευαν ότι μετά το τέλος της επίγειας ζωής τους, αναλήφθηκαν στους ουρανούς. 

Ο Απολλώνιος ακολουθούσε τον πυθαγόρειο τρόπο ζωής (αποχή από κρέας, αλκοόλ και σεξουαλική ζωή), χαρακτηριστικά που θυμίζουν τον ασκητισμό του Ιησού. 

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Φιλόστρατος ίσως χρησιμοποίησε στοιχεία από την ζωή του Ιησού για να παρουσιάσει τον Απολλώνιο ως ένα "εθνικό" (παγανιστικό) αντίπαλο δέος προς τον Χριστιανισμό. 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, η οποία, σύμφωνα με τον βιογράφο του, Φιλόστρατο, συνδύαζε τον αυστηρό φιλοσοφικό βίο με υπερφυσικές ικανότητες. 

Η φιλοσοφία του ήταν βαθιά ριζωμένη στον Πυθαγορισμό, δίνοντας έμφαση στην ηθική καθαρότητα και την πνευματική άσκηση. 

Δίδασκε ότι ο Θεός, ως καθαρός "Νους" (διάνοια), δεν έχει ανάγκη από υλικές προσφορές. Η επικοινωνία μαζί Του επιτυγχάνεται μόνο μέσω της διάνοιας και της σοφίας. 

Ήταν αντίθετος στις ζωοθυσίες, υποστηρίζοντας ότι οι θεοί δεν ευχαριστιούνται από το αίμα των αθώων, αλλά από την αρετή των ανθρώπων. 

Εφάρμοζε αυστηρή χορτοφαγία, απείχε από το κρασί, φορούσε μόνο λινά ρούχα (όχι ζωικής προέλευσης) και άφηνε τα μαλλιά του μακριά. 

Πρέσβευε την αθανασία της ψυχής και, πιθανώς, την μετεμψύχωση, στοιχεία κεντρικά στον Πυθαγορισμό. 

Συμβούλευε τους ηγεμόνες (όπως τον Αυρηλιανό σε όραμα) να είναι δίκαιοι και ελεήμονες. 

Το έργο του Φιλόστρατου "Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον" θεωρείται από τους σύγχρονους ιστορικούς περισσότερο ως ένα "μυθιστόρημα-βιογραφία" παρά ως ακριβής ιστορική καταγραφή. 

Ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι βασίστηκε στα απομνημονεύματα του Δάμιδος, ενός μαθητή του Απολλωνίου. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι ο Δάμις ήταν φανταστικό πρόσωπο που επινόησε ο Φιλόστρατος για να προσδώσει κύρος στο κείμενό του. 

Το έργο γράφτηκε κατά παραγγελία της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας τον 3ο αιώνα μ.Χ.. Πιθανός στόχος ήταν η δημιουργία ενός εθνικού προτύπου "θείου ανδρός" που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την ανερχόμενη επιρροή του Χριστιανισμού. 

Η αφήγηση περιλαμβάνει υπερβολικά ταξίδια στην Ινδία και την Αιθιοπία, συναντήσεις με μυθικά όντα και θαύματα που αγγίζουν τα όρια της φαντασίας. 

Ενώ ο Απολλώνιος ήταν αναμφίβολα υπαρκτό πρόσωπο με μεγάλη φήμη στην αρχαιότητα, η εικόνα του που έχουμε σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό μια λογοτεχνική κατασκευή του 3ου αιώνα. 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας γεννήθηκε στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., γεγονός που τον καθιστά σχεδόν σύγχρονο του Ιησού Χριστού. 

Η ακριβής χρονολογία γέννησής του παραμένει θέμα συζήτησης μεταξύ των πηγών, καθώς δεν υπάρχουν επίσημα ληξιαρχικά έγγραφα από εκείνη την εποχή:

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο οποίος είναι ο κύριος βιογράφος του τοποθετεί την γέννησή του γύρω στο 3 π.Χ.. 

Πολλές σύγχρονες πηγές και εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν το 15 μ.Χ. ως μια πιθανή χρονιά γέννησης. 

Ο ιστορικός Δίων Κάσσιος υποδηλώνει μια μεταγενέστερη ημερομηνία, γύρω στο 40 μ.Χ., βασιζόμενος στην ηλικία που φαίνεται να είχε ο Απολλώνιος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Δομιτιανού (Η βασιλεία του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δομιτιανού διήρκεσε από το 81 μ.Χ. έως το 96 μ.Χ.).

Πράγματι, η χριστιανική παράδοση και πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Φιλόστρατος (γράφοντας τον 3ο αιώνα) εμπλούτισε την βιογραφία του Απολλώνιου με στοιχεία από τα Ευαγγέλια για να δημιουργήσει έναν "αντίπαλο" του Χριστού που θα ήταν πιο συμβατός με τα ελληνικά και ρωμαϊκά ιδεώδη. 

Η χριστιανική παράδοση απορρίπτει την ταύτιση ή την μίμηση του Χριστού από τον Απολλώνιο τον Τυανέα. 

Αν και ορισμένοι ισχυρισμοί παρουσιάζουν τον Απολλώνιο (15-98 μ.Χ.) ως φιλόσοφο που έκανε θαύματα, οι Πατέρες της Εκκλησίας και σύγχρονες αναλύσεις θεωρούν ότι οι ομοιότητες είναι κατασκευασμένες για να πλήξουν την χριστιανική πίστη. 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν νεοπυθαγόρειος φιλόσοφος. 

Ισχυρισμοί, όπως αυτοί σε ντοκιμαντέρ, που υποστηρίζουν ότι ο Χριστός ήταν ο Απολλώνιος θεωρούνται ιστορικά αβάσιμοι. 

Η χριστιανική παράδοση αντιμετωπίζει τις διηγήσεις περί θαυμάτων του Απολλώνιου ως υποδεέστερες ή διαφορετικής φύσης από τα ευαγγελικά θαύματα. 

Η χριστιανική παράδοση απορρίπτει κατηγορηματικά την ταύτιση του Ιησού Χριστού με τον Απολλώνιο τον Τυανέα (15-98 μ.Χ.), θεωρώντας τους ισχυρισμούς περί μίμησης ιστορικά αβάσιμους και κατασκευασμένους από παγανιστικούς κύκλους. 

Οι διηγήσεις για τον Απολλώνιο, κυρίως αυτές από τον Φιλόστρατο (217 μ.Χ.), αποτελούν μυθιστορηματική βιογραφία που γράφτηκε πολύ αργότερα, ενώ οι αναφορές στα "θαύματα" του είναι ασυνάρτητες και υποδεέστερες. 

Δεν υπάρχει καμία σύγχρονη με τον Απολλώνιο αναφορά. Ο "Βίος Απολλωνίου" του Φιλόστρατου γράφτηκε πάνω από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, συχνά με φανταστικά στοιχεία. 

Τα θαύματα του Χριστού ήταν θεραπευτικά, δημόσια και φιλάνθρωπα. 

Αντίθετα, οι διηγήσεις για τον Απολλώνιο περιλαμβάνουν μαγικά, περίεργα και μη αποδείξιμα γεγονότα (π.χ. συνάντηση με καλικάντζαρο, επισκέψεις σε μαντεία). 

Η σύγκριση αυτή, ειδικά στην αρχαία εποχή (π.χ. Ιεροκλής), έγινε για να δημιουργηθεί ένας "παγανιστής Χριστός" ως αντίβαρο στην ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού. 

Η ευρύτερη εκκλησιαστική παράδοση παρέχει μια ολοκληρωμένη αναίρεση των ισχυρισμών που θέλουν τον Απολλώνιο τον Τυανέα να αποτελεί πρότυπο ή ταυτόσημο πρόσωπο με τον Ιησού Χριστό. 

Τα θαύματα που αποδίδονται στον Απολλώνιο στερούνται της πνευματικότητας και της φιλανθρωπίας των ευαγγελικών θαυμάτων, έχοντας συχνά χαρακτήρα μαγείας ή φανταστικής διήγησης.

Αναφέρονται περιστατικά όπως η εκδίωξη ενός "καλικάντζαρου" (έμπουσας) με φωνές, ή συνάντηση με δράκους και το αποκοίμισμα ενός σάτυρου με κρασί. 

Ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι ο Απολλώνιος είδε τις αλυσίδες του Προμηθέα στον Καύκασο, κάτι που κατατάσσει το κείμενο στην μυθοπλασία παρά στην ιστορία. 

Του αποδίδεται η γνώση όλων των γλωσσών χωρίς μελέτη, ακόμα και της γλώσσας των πουλιών, στοιχεία που θεωρούνται ως προσπάθειες εντυπωσιασμού χωρίς ηθικό βάθος. 

Το έργο "Τά ἐς τόν Ἀπολλώνιο Τυανέα" του Φιλόστρατου (3ος αι. μ.Χ.) θεωρείται ιστορικά αναξιόπιστο για τους εξής λόγους: 

Γράφτηκε περίπου 120 χρόνια μετά τον θάνατο του Απολλωνίου, κατόπιν εντολής της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας, με προφανή σκοπό την δημιουργία ενός παγανιστικού αντίπαλου δέους προς τον Χριστιανισμό. 

Ο Φιλόστρατος περιγράφει τον Απολλώνιο να επισκέπτεται τον Κολοσσό της Ρόδου, ο οποίος όμως είχε καταστραφεί από σεισμό αιώνες πριν (το 227/226 π.Χ.). 

Βασίζεται στα υποτιθέμενα "απομνημονεύματα" του Δάμιδος, τα οποία πολλοί μελετητές θεωρούν εφεύρημα του ίδιου του Φιλόστρατου. 

Όταν ο Ρωμαίος αξιωματούχος Ιεροκλής επιχείρησε να υποβαθμίσει τον Χριστό συγκρίνοντάς τον με τον Απολλώνιο, ο Ευσέβιος Καισαρείας απάντησε με το έργο "Κατά Ιεροκλέους".

Ο Ευσέβιος παρατήρησε ότι αν ο Απολλώνιος ήταν πράγματι προφήτης και γνώριζε ότι θα εξαφανιζόταν θαυματουργικά από το δικαστήριο του Δομιτιανού, δεν υπήρχε λόγος να προετοιμάσει μια μακροσκελή ομιλία υπεράσπισης. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αρνήθηκαν πάντα την ύπαρξη των φαινομένων, αλλά τα απέδωσαν σε δαιμονική ενέργεια ή ταχυδακτυλουργία (μαγεία), διαχωρίζοντάς τα σαφώς από την θεία χάρη. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναλύουν διεξοδικώς την περίπτωση του Απολλωνίου, αποδομώντας κάθε προσπάθεια παραλληλισμού του με τον Ιησού Χριστό. 

Η διδασκαλία του Απολλωνίου ανήκει στον Νεοπυθαγορισμό και διαφέρει ριζικά από το Ευαγγέλιο.

Ο Απολλώνιος ακολουθούσε αυστηρή ασκητική (χορτοφαγία, σιωπή για 5 έτη, αποχή από θερμά λουτρά) με σκοπό την κάθαρση της ψυχής, ενώ ο Χριστός δίδασκε την αγάπη και την θυσία ως μέσο σωτηρίας. 

Ο Απολλώνιος απευθυνόταν σε μια κλειστή ομάδα "μυστών" και σοφών, ταξιδεύοντας μέχρι την Ινδία για να συναντήσει Βραχμάνες. 

Αντίθετα, ο Χριστός απευθυνόταν σε όλους, ειδικά στους "πτωχούς και αμαρτωλούς". 

Ο Απολλώνιος θεωρούσε τον εαυτό του "θείο ανήρ" (divine man) λόγω σοφίας, ενώ ο Χριστός κηρύχθηκε ως ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού. 

Ο "Βίος Απολλωνίου" του Φιλοστράτου (217 μ.Χ.) βρίθει ιστορικών σφαλμάτων που ακυρώνουν την αξιοπιστία του.

Τα αναφέρω ξανά είναι σημαντική η αναφορά αυτή.

Α. Περιγράφει τον Απολλώνιο να θαυμάζει τον Κολοσσό της Ρόδου, ο οποίος είχε ήδη καταστραφεί από το 227 π.Χ. (πάνω από δύο αιώνες πριν την γέννηση του Απολλωνίου). 

Β. Αναφέρει συναντήσεις με δράκους, σάτυρους και την εύρεση των αλυσίδων του Προμηθέα στον Καύκασο, στοιχεία που παραπέμπουν σε μυθιστόρημα και όχι σε ιστορική βιογραφία. 

Γ. Οι μαρτυρίες για τον Χριστό (Ευαγγέλια) γράφτηκαν από αυτόπτες μάρτυρες λίγα χρόνια μετά τα γεγονότα, ενώ ο Φιλόστρατος έγραψε 120+ χρόνια μετά τον θάνατο του Απολλωνίου, κατ' εντολή της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας για πολιτικούς λόγους. 

Ας δούμε ένα από τα πιο διάσημα "θαύματα" του Απολλωνίου, την ανάσταση μιας νύφης στη Ρώμη, με την ανάσταση του γιου της χήρας στη Ναΐν ή της κόρης του Ιαείρου από τον Χριστό. 

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο Απολλώνιος συνάντησε μια κηδεία μιας κοπέλας που πέθανε την ώρα του γάμου της.

Ο Απολλώνιος δεν πρόσταξε την κοπέλα να σηκωθεί, αλλά ψιθύρισε κάτι μυστικά στο αυτί της.

Ο Φιλόστρατος παραδέχεται στο κείμενο ότι η κοπέλα ίσως δεν είχε πεθάνει πραγματικά, αλλά απλώς ατμίζε (έβγαζε ατμό) η ψυχή της λόγω του ψύχους ή ότι ήταν σε λήθαργο.

Η κοπέλα σηκώθηκε κι ο Απολλώνιος αρνήθηκε τα δώρα της οικογένειας, λέγοντας ότι η προίκα ανήκει στην κοπέλα.

Εδώ φαίνεται η προσπάθεια του Φιλόστρατου να εντυπωσιάσει, αλλά ταυτόχρονα κρατάει "πισινή" για το αν ήταν πραγματικό θαύμα ή απλή διάγνωση μιας λιποθυμίας.

Ας δούμε τώρα τι Θαύμα του Χριστού (Ανάσταση της κόρης του Ιαείρου / Γιου της χήρας)

Ο Χριστός ενεργεί με απόλυτη εξουσία. Λέει "Ταλιθά κούμι" (Κοράσιο, σήκω) ή "Νεανίσκε, σοι λέγω εγέρθητι". Δεν ψιθυρίζει μαγικά λόγια, αλλά προστάζει την φύση.

Εδώ έχουμε βεβαίωση του θανάτου. Στην περίπτωση του γιου της χήρας στην Ναΐν, η κηδεία βρισκόταν ήδη καθ' οδόν προς το μνήμα, ενώ στην κόρη του Ιαείρου υπήρχαν θρηνωδοί που κορόιδεψαν τον Χριστό όταν είπε ότι κοιμάται, ξέροντας ότι είναι νεκρή.

Το θαύμα δεν γίνεται για την επίδειξη σοφίας, αλλά ως νίκη επί του θανάτου και παρηγοριά στους τεθλιμμένους.

Ο Απολλώνιος παρουσιάζεται ως ένας "μάγος" ή "γόης" που χρησιμοποιεί κρυφές γνώσεις. 

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο Κύριος της ζωής και του θανάτου.

Ο Φιλόστρατος αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης του θανάτου, ενώ τα Ευαγγέλια τονίζουν την πραγματικότητα του γεγονότος.

Η διήγηση για τον Απολλώνιο μοιάζει με λογοτεχνικό "δάνειο" από τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, προσαρμοσμένο στον παγανιστικό κόσμο για να φανεί ότι και οι φιλόσοφοι έχουν τέτοιες δυνάμεις.

Η υποτιθέμενη «εξαφάνιση» του Απολλωνίου από το δικαστήριο του αυτοκράτορα Δομιτιανού αποτελεί κεντρικό σημείο τριβής, καθώς οι παγανιστές την πρόβαλλαν ως απόδειξη θεότητας, αντίστοιχη με τα γεγονότα μετά την Ανάσταση του Χριστού.

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο Απολλώνιος δικάστηκε στην Ρώμη για συνωμοσία. 

Αφού ολοκλήρωσε την απολογία του, είπε στον Δομιτιανό "δεν μπορείς να με σκοτώσεις" και ξαφνικά εξαφανίστηκε από την αίθουσα, για να εμφανιστεί λίγες ώρες μετά στο Δικαιαρχία (Ποτιόλους), αρκετά χιλιόμετρα μακριά.

Ο Ευσέβιος Καισαρείας επισημαίνει (το αναφέρω ξανά) την αντίφαση: Αν ο Απολλώνιος είχε την δύναμη να εξαφανιστεί, γιατί μπήκε στην διαδικασία να φυλακιστεί, να ξυριστεί (προσβολή για τους Πυθαγόρειους) και να ετοιμάσει μια τεράστια ομιλία;

Το περιστατικό θεωρείται ως ταχυδακτυλουργία ή καθαρή λογοτεχνική επινόηση. 

Ο Φιλόστρατος προσπαθεί να δημιουργήσει έναν "θεϊκό άνδρα" που περιπαίζει (είναι αυτό σοβαρότητα;) την κοσμική εξουσία, αλλά το κάνει με τρόπο που θυμίζει περισσότερο φυγή παρά θεία οικονομία.

Σε αντίθεση με τον Απολλώνιο, οι εμφανίσεις του Χριστού έχουν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.

Ο Χριστός δεν εξαφανίζεται για να γλιτώσει την δίκη ή την τιμωρία (αντιθέτως, υπέμεινε τον Σταυρό), αλλά εμφανίζεται στους μαθητές Του για να επιβεβαιώσει την νίκη επί του θανάτου.

Οι εμφανίσεις (π.χ. στον Θωμά, στην Εμμαούς) δεν είναι "μαγικές εικόνες". Ο Χριστός τρώει μαζί τους και τους καλεί να αγγίξουν τις πληγές Του, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι φάντασμα.

Η Ανάληψη γίνεται ενώπιον όλων των μαθητών, όχι ως μια βιαστική φυγή από έναν εχθρό, αλλά ως η θριαμβευτική επιστροφή του Θεανθρώπου στους ουρανούς, ολοκληρώνοντας την αποστολή Του.

Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία για τον θάνατό του Απολλωνίου. Άλλοι λένε ότι πέθανε στην Έφεσο, άλλοι ότι αναλήφθηκε σε έναν ναό στην Κρήτη. Αυτή η ασάφεια εξυπηρετούσε την δημιουργία ενός μύθου γύρω από το πρόσωπό του.

Ο θάνατος του Χριστού είναι δημόσιος, ιστορικά καταγεγραμμένος και η Ανάσταση κηρύχθηκε με κίνδυνο της ζωής των μαρτύρων. Κανείς δεν πέθανε για να υποστηρίξει ότι ο Απολλώνιος "εξαφανίστηκε", ενώ χιλιάδες μαρτύρησαν για την Ανάσταση του Χριστού.

Η περίπτωση του Απολλωνίου είναι μια προσπάθεια της ύστερης αρχαιότητας να "αντιγράψει" τα χριστιανικά πρότυπα, ντύνοντάς τα με τον μανδύα της ελληνικής φιλοσοφίας, χωρίς όμως να διαθέτει την ιστορική και πνευματική βάση του Χριστιανισμού.

Η αναίρεση του Απολλωνίου από τον Ευσέβιο Καισαρείας στο έργο του "Κατά Ιεροκλέους" αποτελεί το πιο ισχυρό ιστορικό και θεολογικό ντοκουμέντο. 

Ο Ευσέβιος δεν αμφισβητεί απλώς τα γεγονότα, αλλά χρησιμοποιεί την λογική για να αποδείξει ότι ο Απολλώνιος ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ένας απλός φιλόσοφος και, στην χειρότερη, ένας μάγος.

Ο Ευσέβιος (το αναφέρω ξανά) παρατηρεί μια τεράστια λογική τρύπα στην διήγηση του Φιλοστράτου.

"Αν ο Απολλώνιος ήταν πράγματι προγνώστης και θεϊκός, γιατί χρειάστηκε να προετοιμάσει μια μακροσκελή απολογία για τον Δομιτιανό; Αν ήξερε ότι θα εξαφανιζόταν θαυματουργικά, η προετοιμασία της ομιλίας ήταν περιττή και δείχνει έναν άνθρωπο που φοβόταν και αγωνιούσε για την τύχη του".

Ο Ευσέβιος διαχωρίζει τα θαύματα του Χριστού από τις πράξεις του Απολλωνίου:

Τα θαύματα του Χριστού γίνονταν με μια προσταγή ("Θέλω, καθαρίσθητι") και είχαν μόνιμο, ευεργετικό αποτέλεσμα στην ανθρωπότητα.

Οι πράξεις του Απολλωνίου βασίζονταν σε "κρυφές τέχνες" (μαγεία). 

Ο Ευσέβιος τονίζει ότι ακόμα και οι δαίμονες μπορούν να κάνουν εντυπωσιακά πράγματα για να πλανέψουν τους ανθρώπους, αλλά αυτό δεν τους καθιστά θεούς.

Ο Ευσέβιος αποκαλεί τον Φιλόστρατο "ψευδολόγο" και επισημαίνει ότι οι διηγήσεις του για ταξίδια σε χώρες με δράκους και πυγμαίους υποβιβάζουν τον Απολλώνιο στο επίπεδο του παραμυθιού.

Σημειώνει ότι αν ο Απολλώνιος ήταν τόσο σπουδαίος όσο παρουσιάζεται, θα είχε αφήσει πίσω του μια ζωντανή κοινότητα και μια διδασκαλία που θα άλλαζε τον κόσμο, όπως έκανε ο Χριστός, αντί να παραμείνει μια θολή ανάμνηση σε ένα βιβλίο παραγγελίας.

Οι Απόστολοι και χιλιάδες μάρτυρες πέθαναν βασανιστικά επειδή είδαν τον αναστημένο Χριστό. Κανείς δεν πεθαίνει για ένα ψέμα που ο ίδιος κατασκεύασε.

Κανένας μαθητής του δεν μαρτύρησε για να υποστηρίξει την "θεότητά" του. Οι οπαδοί του ήταν απλοί θαυμαστές μιας φιλοσοφικής σχολής που σύντομα παρήκμασε.

Ο Απολλώνιος χρησιμοποιήθηκε ως "εργαλείο" από τον Ιεροκλή και την Ιουλία Δόμνα για να ανακοπεί ο Χριστιανισμός. 

Η αντίκρουση της Εκκλησίας ήταν τόσο αποτελεσματική που ο Απολλώνιος ξεχάστηκε για αιώνες, μέχρι να τον επαναφέρουν στο προσκήνιο νεότεροι πολέμιοι του Χριστιανισμού, οι νεοπαγανιστές.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος (γνωστός και ως Φιλόστρατος Β΄ ή Φιλόστρατος ο Αθηναίος), γεννήθηκε περίπου μεταξύ 160 και 170 μ.Χ., δηλαδή περίπου 70 χρόνια μετά τον θάνατο του Τυανέως. 

Ο,τι έγραψε το έγραψε ψάχνοντας και ρωτώντας.

Οι Ευαγγελιστές έγραψαν ό,τι έζησαν μαζί με τον Χριστό.

Άλλο οι μύθοι και τα παραμύθια κι άλλο η ιστορία.

Για να έχετε άποψη για οτιδήποτε διασταυρώστε το πρώτα πριν το απαγγείλετε ή το καταγράψετε.