Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

(Β' μέρος) Άραγε πως θα είναι η Αιώνια ζωή

Η αιώνια ζωή (Β' μέρος)

Υποστηρίζει ο άγιος Συμεών ότι, όταν κάνουμε λόγο για ανακαίνιση της κτίσεως, δεν εννοούμε ότι θα επιστρέψει στην κατάσταση που ήταν στον πρώτο Παράδεισο, προ της παραβάσεως του Αδάμ, διότι τότε ο Αδάμ ήταν αισθητός και τρεπτός και είχε ανάγκη της τροφής.

Όμως με την ανάσταση των σωμάτων ο Αδάμ θα είναι πνευματικός, αφού, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται πνευματικόν». 

Όπως ο Αδάμ θα είναι πνευματικός και δεν θα έχει ανάγκη τροφής, έτσι και ολόκληρη η κτίση, με την ενέργεια του Θεού θα μεταποιηθεί «εις άϋλον και πνευματικόν υπέρ πάσαν αίσθησιν εν τη παλιγγενεσία... οικητήριον».

 Δεν θα είναι, λοιπόν, υλική και αισθητή, όπως ακριβώς δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ικανοποιεί τις τότε ανάγκες του Αδάμ. 

Η κτίση θα είναι πνευματική και άϋλη, ώστε οι άνθρωποι, έχοντες ασώματα σώματα, και γενόμενοι «υπέρ αίσθησιν εν αισθήσει» και όντες «απερίγραπτοι εν απεριγράπτοις» θα έχουν «Άξιον… της εαυτών δόξης κατοικητήριον».

Σαφώς εδώ γίνεται λόγος για πνευματικό κατοικητήριο, και ιδιαίτερο χώρο, όπου θα μένουν οι πνευματικοί άνθρωποι.

Επανειλημμένως ο άγιος Συμεών αναφέρεται σε κατοικητήριο ή σε οικητήριο, αφού όλη η κτίση θα γίνει Παράδεισος, θα αλλοιωθεί και θα ανακαινισθεί μαζί με τον άνθρωπο.

Στην διδασκαλία του αγίου Συμεών δίνονται και μερικά παραδείγματα για να γίνει κατανοητότερη αυτή η αντίληψη.

 Χωρίς να τα καταλαβαίνει η λογική του ανθρώπου, αφού υπερβαίνουν κάθε διάνοια, όλα θα γίνουν πνευματικά και θεία, θα ενωθούν με τα νοητά και θα γίνει «παράδεισος νοερός άλλος και Ιερουσαλήμ επουράνιος». 

Κανείς δεν παρέμεινε έως τώρα σε τέτοιο όμορφο χώρο. Και αναφέροντας διάφορα παραδείγματα λέει ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια θα λάμπουν ακόμη περισσότερο. 

Το ίδιο θα γίνει και με την γη, όλα θα ακτινοβολούν, θα μεταδίδουν το κάλλος και την ομορφιά. Θα παρατεθεί ο ίδιος ο λόγος του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου: «Γη δε άφραστον και καινόν αναλήψεται κάλλος και χλόης είδος αμάραντον, άνθεοι δηλαδή φωτοειδέσι και ποικιλία πνευματική ωραιζομένη εν οίς δικαιοσύνη, κατά το όσιον λόγιον, κατοικεί».

Εδώ γίνεται λόγος για υπέρ αίσθησιν ένωση της επίγειας κτίσεως με την επουράνια. 

Ο άγιος Συμεών είναι πολύ εκφραστικός: «η επίγειος κτίσις, η ορωμένη αυτή και αισθητή, αλλοιωθήσεται και τοις επουρανίοις ήγουν τοις αοράτοις και υπέρ αίσθησιν ενωθήσεται». Και τότε, όταν όλα τα επίγεια ενωθούν με τα επουράνια, δια της Χάριτος του Θεού, και «οι δίκαιοι την ανακαινινισθείσαν ταύτην κληρονομήσουσι γην, ην οι μακαριζόμενοι πραείς παρά του Κυρίου κληρονομούσι».

Από όλη αυτήν την διδασκαλία του άγιου Συμεών φαίνεται ότι, όταν μιλούμε για αιώνια ζωή και για ανακαίνιση της κτίσεως, εννοούμε μεταμόρφωση του ανθρώπου και παραμονή του σε έναν πνευματικό χώρο. Η κτίση δεν θα αφανισθεί, αλλά θα μεταποιηθεί, θα ανακαινισθεί, θα αλλοιωθεί.

Αυτήν την θεολογία του αγίου Συμεών εκφράζει και ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για την μελλοντική εκείνη ευφροσύνη των δικαίων. 

Βέβαια, επειδή αναφέρεται στον λαό είναι περισσότερο αναλυτικός, και απλός, αλλά όμως παρουσιάζει την θεολογική αλήθεια που αναπτύχθηκε προηγουμένως. 

Γράφει:

«Γίνωσκε, ω ακροατά, ότι την δευτέραν παρουσίαν μέλλει να ανακαινισθή ο κόσμος και να γίνη πολλά ωραιότερος και λαμπρότερος από τώρα. 

Τα στοιχεία θα καθαρισθώσιν από πάσαν φθοράν, να είναι το πυρ λαμπρότερον, αμή να μη καιει, ότι η καύσις του όλη πηγαίνει εις την κόλασιν ο αήρ να καθαρισθή από παν σκότος και σύννεφον. 

Το ύδωρ να λαμπρυνθή, να λάμπη ώσπερ καθρέπτης και κρύσταλλον. 

Ωσαύτως και η γη θα λεπτύνη, θα γίνη καθαρά παντός ρύπου και ύλης βλαπτικής. Ότι όλα τα βλαβερά, όπου δίδουν θλίψιν και ασθένειαν, ήγουν η θέρμη του πυρός, το ψυχρόν του ύδατος, το σκότος του αέρος, η καύσις του θέρους και πάσα ακαθαρσία και βρώμα του κόσμου τούτου, να συναχθή εις την άβυσσον της κολάσεως, δια περισσοτέραν οδύνην των αθλίων αμαρτωλών. 

Και ούτω μένουσι τα στοιχεία κεκαθαρμένα, να είναι η γη όλη άβλαβος και ωραία, ως άλλος παράδεισος. 

Ωσαύτως οι ουρανοί και ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα να δίδουσι λάμψιν θαυμασίαν και περισσότερον επταπλασίως, καθώς λέγει ο Ησαΐας, ότι θέλει είσθαι το φως της σελήνης, ως το ηλιακόν, και το φως του ηλίου επτάκις λαμπρότερον, ώσπερ το φως των επτά ημερών. 

Έτι δε να παύσουν την κίνησιν αυτών, ότι επειδή ο ήλιος, η σελήνη και οι πλανήται κινούνται τώρα δια την ευεργεσίαν του ανθρώπου, ήγουν δια την γένεσιν και φθοράν, και τότε παύουσι ταύτα μετά την κοινήν ανάστασιν. 

Και να στέκη ο ήλιος εις την ανατολήν και η σελήνη εις την δύσιν και τα λοιπά εις τους τόπους τους, καθώς εξ αρχής εκτίσθησαν, ούτε 

να αλλάσσουσιν οι καιροί, ούτε χειμών ή θέρος να είναι, ούτε νύξ, αλλά πάντοτε μια αϊδιότης χρόνων αιώνιος, μετά απείρου ευφροσύνης και ανεικάστου αγαλλιάσεως. 

Και ταύτα πάντα γίνονται θείω προστάγματι, δια περισσοτέραν δόξαν και απόλαυσιν των δικαιων, ίνα λάβωσι την αμοιβήν των έργων τους πολλαπλάσιον».

Η μελλοντική ανακαίνιση της κτίσεως βιώνεται και από τώρα.

 Όπως από την παρούσα ζωή μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεατής της δόξης του Θεού, έτσι και από τώρα μπορεί να αποκτήσει αίσθηση της μελλοντικής αλλοιώσεως της κτίσεως. 

Όταν ο άνθρωπος έχει φωτισμένο νου, τότε δεν υποδουλώνεται στην κτίση, αλλά βλέπει μέσα σε αυτήν τους λόγους των όντων, την άκτιστη Χάρη και ενέργεια του Θεού. 

Όταν έχει μέσα του «αισθητώς και ευαισθήτως» την Χάρη του Θεού, τότε ζει την ανάστασή του και την ανάπλαση της κτίσεως. Όλα του φαίνονται ωραία. 

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να εντάξουμε τις ωραίες περιγραφές της κτίσεως που κάνουν οι άγιοι. 

Επειδή ο άνθρωπος είναι κέντρο της δημιουργίας, γι' αυτό η άκτιστη Χάρη δι' αυτού, διαπορθμεύεται και στην άλογη δημιουργία. 

Έτσι και τα άγρια ζώα υποτάσσονται στους αγίους, όπως διασώζεται στα συναξάρια της Εκκλησίας. 

Εκεί δε που φαίνεται η βίωση της μελλοντικής αλλοιώσεως και μεταμορφώσεως της κτίσεως είναι τα λείψανα των αγίων.

Με αυτήν την έννοια λέμε ότι ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έφερε στην γη την καινή κτίση, γιατί έδωσε την δυνατότητα από τώρα να αποκτήσουμε αίσθηση της ανακαινίσεώς της, αλλά και την αποκαραδοκία της μελλοντικής ανακαινίσεως. 

Γι' αυτό στην Εκκλησία δεν έχουμε απλές ενδείξεις αυτής της ζωής. αλλά αποδείξεις.

3. Η διαρκής εξέλιξη στον μέλλοντα αιώνα

Η αιώνια ζωή δεν είναι στάση, αλλά μια διαρκής κίνηση, γι' αυτό οι άγιοι συνεχώς θα γίνονται χωρητικότεροι στην μέθεξη της ακτίστου δόξης του Θεού. Αυτή είναι μια αλήθεια που τονίζεται στην βιβλικοπατερική Παράδοση.

Η θεολογική υποδομή της αλήθειας αυτής φαίνεται σε δύο σημεία. Το πρώτον, ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού. 

Η φράση «καθ' ομοίωσιν» δείχνει την κίνηση, την φορά προς τον Θεό. Και, φυσικά, αυτό υπονοεί ότι δεν θα υπάρχει τέλος της τελειώσεως, γιατί αυτό θα σήμαινε τελεία και πλήρη ομοίωση με τον Χριστό. 

Το δεύτερον, που συνδέεται με το προηγούμενο, έχει σχέση με την διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Το κτιστό ποτέ δεν μπορεί να γίνει άκτιστο. Κινείται μεν το κτιστό προς το άκτιστο, αλλά δεν είναι δυνατόν να γίνει κατά φύσιν άκτιστο. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πάντοτε θα κινείται και δεν θα υπάρχει τέλος και πέρας αυτής της κινήσεως.

Οι άγιοι κατά την θεωρία του Θεού, καταλαβαίνουν πολύ καλά την κτιστότητα και την τρεπτότητα της φύσεώς τους. 

Και αυτό το αισθάνονται ως πτώση. Βέβαια, αυτό λέγεται από την άποψη ότι συγκρινόμενο το κτιστό προς το άκτιστο βλέπει την μηδαμινότητά του. 

Γι' αυτό όσοι είδαν τον Θεό κατάλαβαν την φθαρτότητα, την θνητότητα και, όπως ο Αβραάμ, είπαν «εγώ ειμί γη και σποδός».

Αυτή η διαρκής κίνηση και εξέλιξη φαίνεται σε πολλά αγιογραφικά χωρία. Ο ρηματικός τύπος του διαρκούς ενεστώτος που χρησιμοποιείται σε πολλές φράσεις, όπως «μετανοείτε», «γρηγορείτε» κ.λ.π. δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια στάσιμη κατάσταση, αλλά για μια διαρκή εξέλιξη και από αυτήν ακόμη την ζωή.

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννου υπάρχει προτροπή: «και ο άγιος αγιασθήτω έτι» (Αποκ. κβ', 11). 

Αυτό δεν συμβαίνει μόνον στην ζωή αυτή, αλλά θα συνεχισθεί και στην άλλη ζωή. Όποιος εισήλθε στο στάδιο της καθάρσεως και της μετανοίας, αυτός θα προχωρεί από αγιασμό σε αγιασμό και από Χάρη σε Χάρη. 

Όσο ο άνθρωπος θα ευφραίνεται από την θεωρία της δόξης του Θεού, τόσο και περισσότερο θα αυξάνεται η αναζήτησή της.

Άλλωστε, αυτή είναι η πορεία της αρετής. Η αρετή δεν έχει τέλος, γιατί αυτό θα σήμαινε έναν κορεσμό, και, φυσικά, κάθε κορεσμός δημιουργεί κόπο, κούραση. 

Εφ' όσον οι αρετές είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, και ποτέ δεν μπορούμε να φθάσουμε στην τελειότητα της ζωής του Χριστού, άρα, δεν υπάρχει όριο της αρετής. 

Με αυτές τις προϋποθέσεις καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει πέρας μετανοίας, γιατί αυτό θα σήμαινε κατά φύσιν ομοιότητα με τον Χριστό.

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης υποστηρίζει ότι η αρετή δεν έχει τέλος. Η τελειότητα για όλα τα πράγματα που μετρώνται με τις αισθήσεις διαλαμβάνεται μέσα σε ορισμένα όρια, και φυσικά μετρώνται με μια μονάδα μετρήσεως. 

Για τα μεγάλα όμως αγαθά, όπως την αρετή, δεν υπάρχει κανένα όριο. «Επί δε της αρετής έναν παρά του αποστόλου τελειότητος όρον εμάθομεν, το μη έχειν αυτήν όρον». 

Η αρετή δεν έχει όριο, πέρας. Και το τονίζει αυτό, έχοντας υπ' όψη του τον λόγο του Αποστόλου Παύλου; «ούχ ότι ήδη έλαβον ή ήδη τετελείωμαι, διώκω δε ει και καταλάβω, εφ' ω και κατελήφθην υπό του Ιησού Χριστού αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι, εν δε, τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν» (Φιλ. γ', 12-15).

Ο Απόστολος Παύλος ενώ αισθάνεται ότι έχει καταληφθεί από τον Χριστό και ότι βρίσκεται στον δρόμο της τελειότητας, εν τούτοις αισθάνεται ότι δεν έχει φθάσει ακόμη. 

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος σε αυτό το αποστολικό χωρίο, λέγει ότι ο Απόστολος Παύλος τρέχοντας τον δρόμο της αρετής και επεκτεινόμενος προς τα εμπρός, δεν αισθανόταν ότι η πορεία του έληξε, γιατί δεν θεωρούσε ασφαλή την στάση του δρόμου. 

Το τέλος της αρετής είναι η κακία, όπως το τέλος της ζωής είναι ό θάνατος. 

Ο Θεός είναι το τέλειο αγαθό από την φύση του, που δεν έχει καμιά κακία. Γι' αυτό η θεία φύση είναι αόριστη και απεράτωτη, δηλαδή δεν έχει πέρας. 

Να ασκούμε την αρετή σημαίνει να μετέχουμε του Θεού. 

Όσοι λοιπόν, γνωρίζουν το κατά φύσιν καλό, έχουν την επιθυμία της μετουσίας του, αλλά επειδή το κατά φύσιν καλό δεν έχει όριο, πέρας, γι' αυτό η επιθυμία του μετέχοντος δεν μετέχει στο αμάρτημα. Επομένως, η αρετή έχει έναν όρο, το αόριστο, το ότι δεν έχει όριο. «Της δε αρετής εις ορός εστί, το αόριστον».

Αν αυτό γίνεται στην ζωή αυτή, σημαίνει ότι θα συνεχιστεί και στην άλλη ζωή ακόμη περισσότερο, τότε που ο άνθρωπος θα αποκτήσει και μεγαλύτερη γνώση του Θεού, και αυτό θα αυξάνει την επιθυμία του εφέτου. Γιατί, όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι η γνώση. Και όσο μεγαλύτερη είναι η γνώση, τόσο αυξάνεται και η αγάπη, καθώς επίσης και η επιθυμία.

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει ότι η ενοίκηση της Αγίας Τριάδος μέσα στην καρδιά των τελείων, «γνωστώς και ευαισθήτως», δεν είναι πλήρωση του πόθου, αλλά αιτία σφοδροτέρου και μεγαλυτέρου πόθου. 

Η επίσκεψη αυτή του Θεού δεν αφήνει τον άνθρωπο να ηρεμήσει, άλλα τότε φλέγεται από φωτιά. Επειδή ο νους δεν μπορεί να βρει τέλος του ποθούμενου, και επειδή δεν μπορεί να δώση κανένα μέτρο στον πόθο και την αγάπη και βιάζεται να μεθέξη του ατελέστου, γι' αυτό «ατέλεστον αεί τον πόθον και απλήρωτον την αγάπην εν εαυτώ περιφέρει».

Έτσι, ο ορισμός της τελειότητας είναι να μην περιορίζεται σε μέτρα. Υπάρχει μια ακατάπαυστη και αυξανόμενη αγάπη και ένας διάπυρος πόθος προς τον Θεό. Κάθε στάση είναι κακία. Γι' αυτό κατά τους Πατέρας η τελειότητα ορίζεται ως η «των τελείων ατέλεστος τελειότης».

Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων για την αιώνια ζωή και την μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού γίνεται λόγος για διαρκή εξέλιξη. 

Ο άγιος Μάξιμος κάνει αναφορά στην αεικίνητη στάση των εφιεμένων το εφετό. Κατά τον άγιο Μάξιμο η θέωση ταυτίζεται με την ομοίωση με τον Θεό και την μέθεξη του Θεού. Μιλώντας για την μέθεξη, την θεωρεί ως διηνεκή και διαρκή απόλαυση του εφετού.

Εδώ γίνεται φανερό ότι μιλάει για διηνεκή απόλαυση, η οποία είναι αεικίνητη στάση. Χαρακτηριστικά γράφει: «Αεικίνητος δε στάσις περί το εφετόν των εφιεμένων εστιν η του εφετού διηνεκής τε και αδιάστατος απόλαυσις, απόλαυσις δε διηνεκής και αδιάστατος του εφετού, η των υπέρ φύσιν θειων καθέστηκε μέθεξις».

Σε όλη την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου γίνεται φανερό ότι η πνευματική ζωή έχει μια διαρκή εξέλιξη και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει. Γι' αυτό γίνεται λόγος για συνεχή άνοδο και αύξηση στην μέθεξη του αγαθού. 

Στα έργα του πολύ συχνά συναντούμε τους όρους «αεικίνητος στάσις» και «στάσιμος κίνησις». 

Για να ερμηνεύσουμε όμως καλύτερα αυτήν την ουσιαστική του θέση, πρέπει να δούμε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από την πλευρά της φιλοσοφίας, διότι είναι γνωστόν ότι οι Πατέρες απήντησαν στα οντολογικά ερωτήματα των φιλοσόφων και έδωσαν σωστές απαντήσεις, προερχόμενες από την Αποκάλυψη του Θεού.

Ο Ωριγένης, ακολουθώντας εν πολλοίς τις θεωρίες του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι η κίνηση προϋπήρχε της γενέσεως του κόσμου και ότι έπειτα από την γέννηση ακολουθεί η στάση. 

Έλεγε ότι τα πνεύματα που βρίσκονταν στον Θεό, αισθάνθηκαν κόρο, οπότε κινήθηκαν. 

Καρπός της κινήσεως ήταν η δημιουργία και η γένεση του κόσμου. 

Γι' αυτό, το κακό είναι αιτία της δημιουργίας του κόσμου. Οπότε η σωτηρία του ανθρώπου είναι η επαναφορά της ψυχής στον Θεό, όπου θα υπάρξει η στάση. Έτσι το σχήμα είναι κίνηση, γένεση, στάση. 

Δηλαδή, πρώτα κινήθηκαν τα πνεύματα, έπειτα δημιουργήθηκε ο κόσμος και τέλος θα ακολουθήσει η στάση, όταν οι ψυχές, ελευθερωμένες από τα σώματα, θα αναπαυθούν στον Θεό.

Ο άγιος Μάξιμος, αντιμετωπίζοντας αυτήν την σειρά που εξέθεσε ο Ωριγένης, ο οποίος εκινείτο μέσα σε πλατωνικές απόψεις για την δημιουργία και την σωτηρία του ανθρώπου, ενώ διατηρεί τους όρους κίνηση, γένεση, στάση, αλλάζει την σειρά και δίνει άλλο περιεχόμενο. 

Για τον άγιο Μάξιμο δεν προηγείται η κίνηση, αλλά η γένεση. Ο κόσμος είναι θετικό δημιούργημα του Θεού. Ο Θεός κατ' αρχάς δημιούργησε τον κόσμο, μέσα στον οποίο έβαλε την κίνηση. Χωρίς την κίνηση δεν θα μπορούσαν τα κτίσματα να ανεβούν στον Θεό. Έτσι, η κίνηση είναι καρπός της δημιουργικής ενεργείας του Θεού, που ετέθη στον κόσμο, και όχι αιτία της γενέσεως και πτώσεως του ανθρώπου και του κόσμου. 

Κάθε κτιστό έχει από τον Θεό την δυνατότητα της κινήσεως, γιατί χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τελείωση. 

Γι' αυτό, η κίνηση δεν είναι αιτία πτώσεως, αλλά τρόπος ανυψώσεως. 

Είναι φυσικό να μην υπάρχει πέρας της κινήσεως, γιατί το άκτιστο, ο Θεός, δεν έχει πέρας, αφού είναι άπειρος. 

Ο άγιος Μάξιμος αντιμετώπισε το εξής πρόβλημα:

Αφού η κίνηση είναι φυσικό γνώρισμα του κτιστού, τότε πώς θα επικρατήσει η στάση, δηλαδή πώς θα σταματήσει κάποτε αυτή η κίνηση; 

Ακριβώς σε απάντηση αυτού του ερωτήματος, ο άγιος Μάξιμος εισήγαγε τον όρο «αεικίνητη στάση». Ο άνθρωπος θα παραμένει σε κοινωνία με τον Θεό, αλλά αυτή η στάση θα είναι μια διαρκής κίνηση. Ο λόγος είναι ότι δεν μπορεί ποτέ το κτιστό να ομοιωθεί κατά πάντα με το άκτιστο, δεν μπορεί το πεπερασμένο να ταυτισθεί πλήρως με το άπειρο.

Έτσι, ο άγιος Μάξιμος, αντικρούοντας την Ωριγενική αντίληψη, κίνηση - γένεση - στάση, κάνει λόγο για γένεση - κίνηση - στάση, καθώς επίσης ότι η στάση θα είναι αεικίνητη. 

Φυσικά, πέρα από αυτήν την αλλαγή των λέξεων άλλαξε και το περιεχόμενο, διότι ο άγιος Μάξιμος με τον όρο αεικίνητη στάση δεν εννοεί την αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα και την παραμονή της στον Θεό, αλλά την αιώνια ύπαρξη όλου του ανθρώπου, που αποτελείται από ψυχή και σώμα και την διαρκή τελείωσή του. 

Η κτίση δεν μπορεί να κινηθεί προς την ανυπαρξία, προς το μη Ον, γιατί αυτό εμποδίζεται από την κυβερνητική ενέργεια του Θεού. 

Η φυσική, λοιπόν, κίνηση είναι προς το ζην εν Χριστώ προς την εκπλήρωση του λόγου της δημιουργίας της.

Μέσα στα πλαίσια αυτά θεολογούν και όλοι οι άγιοι Πατέρες. 

Στην συνέχεια μπορούμε να δούμε μερικά παραδείγματα από δύο Πατέρες, που αντιμετώπισαν το θέμα ότι στην άλλη ζωή θα υπάρξει μια διαρκής εξέλιξη για τους ανθρώπους που θα μετέχουν της ακτίστου δόξης του Θεού.

Ο άγιος Γρηγόριος ό Σιναΐτης γράφει ότι στον μέλλοντα αιώνα οι άγιοι και οι άγγελοι ούτε θα μειωθούν στην έφεση των αγαθών, αλλά ούτε και θα παύσουν να προκόπτουν στην προσθήκη των χαρισμάτων. 

Ο μέλλων αιών δεν θα έχει ύφεση ή μείωση από την αρετή, και, φυσικά, δεν θα έχει στάση. 

Θα παρατεθεί το κείμενο για την κατοχύρωση αυτής της θέσεως: «Εν τω μέλλοντι αιώνι οι Άγγελοι και οι άγιοι, φασί, προκόπτοντες εν τη των χαρισμάτων προσθήκη ουδέποτε λήξουσιν, ή ενδώσουσι των αγαθών εφετώς έχοντες ύφεσιν γαρ ή μείωσιν από της αρετής επί κακίαν εκείνος ουκ έχει ο αιών».

Μια τέτοια θέση αναπτύσσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αντικρούοντας τον φιλόσοφο Βαρλαάμ. Ο Βαρλαάμ υποστήριζε ότι το να βρίσκεται ο άνθρωπος κατά την προσευχή υπέρ αίσθησιν, όπως αυτός το εννοούσε, είναι τελεώτατον δώρο του Θεού. Και γι' αυτό η προσευχή που γίνεται με άλγος, πόνο κ.λ.π. δεν ανήκει στα τελεώτατα δώρα του Θεού.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χρησιμοποιεί πολλά επιχειρήματα για να ανατρέψει αυτήν την θέση. Μεταξύ των άλλων λέει ότι δεν υπάρχουν τελεώτατα δώρα του Θεού, δηλαδή απηρτισμένα και μη επιδεχόμενα αύξηση, γιατί είναι γνωστό και φανερό ότι οι άγιοι κατά τον μέλλοντα αιώνα θα προκόπτουν επ' άπειρον κατά την θεοπτία. 

Η έφεση των επιτυγχανόντων δεν σταματά ποτέ, η Χάρη που λαμβάνουν οι άγιοι είναι δυναμοποιός, αφού τους οδηγεί προς την μετάληψη των μεγαλυτέρων, ο δε Θεός, που δίνει την Χάρη Του άφθονα, είναι άπειρος. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ποιος τρόπος υπολείπεται «μη ουχί προκόπτειν τους υιούς του μέλλοντος αιώνος κατ' αυτήν επ' άπειρον, χάριν εκ χάριτος κομιζομένους και την ακάματον επιτερπώς ανιόντας άνοδον;». 

Όλα τα δώρα που δίνει ο Θεός δεν είναι τελεώτατα, αφού το τελειότατο δεν δέχεται καμιά προσθήκη.

Έτσι, λοιπόν, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά θα υπάρχει διαρκής εξέλιξη στον μέλλοντα αιώνα. 

Η στάση ταυτίζεται με την κακία. 

Η διαρκής εξέλιξη γίνεται και από αυτήν την ζωή, θα συνεχισθεί και στην άλλη, για τους δικαίους. Μετέχοντας της θείας δόξης, θα αποκτούν μεγαλύτερη έφεση και υψηλότερο πόθο. 

Άλλωστε, ο εράσμιος Θεός είναι άπειρος και είναι αδύνατον να περικλεισθεί από την κτιστή ανθρώπινη φύση, όση δύναμη και αν διαθέτει. 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βασίζεται και σε χωρίο του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, όπου ο θείος Διονύσιος στο σύγγραμμά του περί της ουρανίου Ιεραρχίας, κάνει λόγο για τις τρεις τάξεις των αγγέλων, εκ των όποιων η πρώτη είναι η ανώτερη, που βρίσκεται πλησιέστερη στον Θεό, η κατώτερη, που βρίσκεται πλησίον των ανθρώπων, και η μεσαία τάξη που δέχεται τις ελλάμψεις από την υψηλότερη, κάνει λόγο για την κάθαρση, τον φωτισμό και την τελείωση των αγγέλων, που έχει σχέση με την χωρητικοτέρα έλλαμψη.

Έτσι υπάρχει εξέλιξη στην θεοπτία και στις αγγελικές τάξεις, κατά τα διάφορα τάγματά τους. 

Η πρώτη τάξη «καθαίρεται και φωτίζεται και τελεσιουργείται πάσης μεν υφέσεως αμιγής, πρώτου δε φωτός πλήρης και πρωτοδότου γνώσεως και επιστήμης μέτοχος αποτελουμένη», «της προτελείου τελεσιουργίας αναλόγως αύτη πληρουμένη». 

Και οι άγγελοι καθαρίζονται από την άγνοια με την γνώση των τελειοτέρων μυήσεων, που δίνονται κατά τάξη. 

Η τελειότερη μύηση προσφέρει περισσότερη γνώση, και αυτή η γνώση λέγεται κάθαρση από την προηγούμενη άγνοια. 

Το ίδιο γίνεται και με τις άλλες τάξεις των αγγέλων.

Πρέπει να προστεθεί ότι ο μέλλοντας αιώνας, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, λέγεται άληκτος, δηλαδή δεν τελειώνει ποτέ, όχι μόνον από την άποψη του χρόνου, αλλά και από την άποψη της προσθήκης των χαρισμάτων. 

Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος στην μεγάλη αξία της Παναγίας, αφού δι' αυτής επεδήμησε στον κόσμο ο Χριστός, υπογραμμίζει και την αξία της Θεοτόκου κατά τον μέλλοντα αιώνα, διότι κάθε πρόοδος στην φωτοφάνεια και στην αποκάλυψη των μυστηρίων και στην προσθήκη των χαρισμάτων, θα είναι αχώρητη χωρίς την Θεοτόκο: «Εις τον εξής άληκτον αιώνα πάσα φωτοφανείας θείας πρόοδος και πάσα μυστηρίων θείων αποκάλυψις και πάσα πνευματικών ιδέα χαρισμάτων άπασιν αχώρητος χωρίς αυτής».

Επομένως, είναι απόσταγμα της πατερικής σοφίας ότι στην μέλλουσα ζωή για τους δικαίους δεν θα υπάρχει στασιμότητα, αλλά διαρκής εξέλιξη, και αυτό θα γίνεται επ' άπειρον, αφού θα αυξάνεται ο πόθος του ανθρώπου από την μεγαλυτέρα γνώση του Θεού, και αφού δεν μπορεί να παύσει να είναι κτιστός και να γίνει κατά φύσιν άκτιστος, μπορεί να βιώσει το κατά Χάριν άκτιστο, όχι όμως το κατά φύσιν, που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, που είναι αυτοΰπαρξη και αυτοζωή.

Φυσικά, αυτό θα συμβεί γι' αυτούς οι όποιοι πριν πεθάνουν είχαν εισέλθει στο στάδιο της καθάρσεως και της μετανοίας. 

Αν, δηλαδή, ο άνθρωπος μετανόησε, εξομολογήθηκε, αλλά δεν πρόφθασε να θεραπευθεί, να φωτισθεί ο νους του, αυτός, με την Χάρη του Θεού θα αυξάνεται στην θεία γνώση.

Δεν το εννοούμε αυτό μέσα στα πλαίσια της λατινικής θεολογίας, σύμφωνα με την οποία όταν ο άνθρωπος μετανοήσει, αλλά δεν προφθάσει να κάνει τον κανόνα του, θα περάσει μέσα από το λεγόμενο καθαρτήριο πυρ. 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κάνουμε λόγο για ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, αλλά για είσοδο στο στάδιο της καθάρσεως και μετανοίας, έστω και αν δεν έχει τελειώσει η θεραπεία. 

Σ' αυτές τις περιπτώσεις η θεία Χάρη θα βοηθήσει στην θεραπεία και μετά θάνατο, με την άποψη ότι οι μετανοήσαντες θα γίνουν χωρητικότεροι με την θεια Χάρη στην έλλαμψη και την μέθεξη της δόξης του Θεού.

Αντίθετα, για όσους δεν μετανόησαν ούτε έδειξαν έμπρακτα την μετάνοιά τους δεν θα υπάρχει εξέλιξη στο αγαθό και την αρετή. 

Δεν έχω εντοπίσει χωρία Πατέρων, που δείχνουν ότι οι αμετανόητοι θα κινούνται προς βίωση μεγαλύτερης κακίας.

Ξέρουμε, βέβαια, ότι όπως στον Παράδεισο, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, θα υπάρχουν διαβαθμίσεις, το ίδιο θα γίνεται και στην Κόλαση.

Ο Χριστός, αναφερόμενος στην πόλη εκείνη που θα εκδιώξει τους Αποστόλους, λέγει: «αμήν λέγω υμίν ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων και Γομόρρας εν ημέρα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» (Ματθ. ι', 15). 

Η λέξη ανεκτότερο δείχνει ότι θα υπάρχουν διαβαθμίσεις και στην Κόλαση.

Σαν συμπέρασμα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει αιώνια ζωή, που βιώνεται ή ως αιώνιος Παράδεισος, ή ως αιώνια Κόλαση. 

Αυτό το αιώνιο πρέπει να μας προβληματίσει. 

Τα μεταμορφωμένα σώματα όλων των ανθρώπων θα ζουν την αιώνια ζωή. 

Όλων τα σώματα θα αναστηθούν, και των αμαρτωλών και των δικαίων.

Η ανάσταση των σωμάτων είναι ένα δώρο που δόθηκε σε όλους τους ανθρώπους με την ανάσταση του Χριστού. Μόνον που οι δίκαιοι θα βιώσουν περισσότερο την ανάληψη, αφού θα αρπαγούν εν νεφέλαις «εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα» (Α' Θεσ. δ', 17). 

Με την Δευτέρα έλευση του Χριστού θα γίνει και η ανακαίνιση της κτίσεως από την φθορά. 

Η δε μέθεξη της Δόξης του Θεού για τους δικαίους θα είναι αυξανόμενη και διαρκής. Δεν θα υπάρχει στάσιμη κατάσταση, αλλά αεικίνητη στάση και στάσιμη κίνηση.

Ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει την φθαρτότητα και την προσωρινότητα της ζωής αυτής και να αποβλέπει στην αιωνιότητα. 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας τα αγιογραφικά χωρία «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α' Κορ. ζ', 31) και «ο καιρός συνεσταλμένος εστί» (Α' Κορ. ζ', 29), λέει: «Βραχύς ο βίος, εγγύς ο θάνατος, φθαρτός ο κόσμος ούτος, ο αεί μένων έτερος». 

Η καταφρόνηση του παρόντος κόσμου, η ετοιμασία για τον μέλλοντα κόσμο, η ζωή σύμφωνα με την πολιτεία του μέλλοντος αιώνος, όσο είναι δυνατόν, και η αποφυγή των βλαβερών του παρόντος κόσμου «παραπέμπει ημάς προς εκείνον εν ασφαλεία».

Η σκέψη μας πρέπει να είναι στραμμένη στην αιώνια ζωή, γιατί «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ', 20). 

Οι επίγειοι άνθρωποι μπορεί να κυβερνώνται από καπιταλιστικά, σοσιαλιστικά, και μαρξιστικά συστήματα, αλλά των Χριστιανών το πολίτευμα είναι ουράνιο. 

Σκοπός του ανθρώπου είναι η έφεση της αιωνίου ζωής και η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού της όποιας «ουκ έσται τέλος». 

Ούτε θα υπάρχει τέλος της τελειώσεως άλλα η τελειότητα θα είναι ατέλεστη.

(Ά μέρος) Άραγε πως θα είναι η Αιώνια ζωή

Άφθαρτα σώματα σε μια ανακαινισμένη κτίση

Μετά την τελική κρίση, που θα γίνει με την Δευτέρα έλευση του Χριστού, θα αρχίσει η αιώνια ζωή, η οποία θα βιωθεί με δύο τρόπους, ήτοι ως αιώνιος Παράδεισος και ως αιώνια Κόλαση. 

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα ονομάσει τον μεν Παράδεισο «αεί ευ είναι», την δε Κόλαση «αεί φευ είναι». Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις είναι «αεί είναι», διαφέρει όμως ο τρόπος βιώσεως, ανάλογα με την κατάσταση του ανθρώπου.

Ο Χριστός στην περικοπή της μελλούσης κρίσεως κάνει λόγο για αιώνια ζωή. «Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. κε', 4β). Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν τελειώνει με τον θάνατο, ούτε ακόμη με το μελλοντικό δικαστήριο, αλλά η ζωή συνεχίζεται και μετά από αυτόν. 

Ο αμαρτωλός δεν εκμηδενίζεται μετά την κρίση αλλά θα ζει αιωνίως, φλεγόμενος από την ενέργεια της θείας Χάριτος. Φυσικά, αυτό είναι αποτέλεσμα της ελευθέρας του επιλογής.

Παρά το ότι και η Κόλαση είναι αιωνία, εν τούτοις ο όρος αιώνια ζωή συνδέθηκε περισσότερο με την ζωή εν Χριστώ, γιατί η ζωή μακράν του Θεού στην πραγματικότητα είναι και λέγεται θάνατος. Γι' αυτό ο Χριστός είπε: «αυτή δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιω. ιζ', 3). 

Η γνώση του Θεού και η κοινωνία με τον Ιησού Χριστό είναι και λέγεται αιώνια ζωή.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να τεθεί και ο άλλος λόγος του Χριστού: «αμήν αμήν λέγω υμίν ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». (Ιω. ε', 24). 

Θάνατος λέγεται η παρούσα ζωή, ενώ πραγματική ζωή θεωρείται η υπέρβαση του θανάτου και η κοινωνία με τον Θεό. 

Η αιώνια ζωή συνδέεται στενώτατα με την σωτηρία του ανθρώπου και την μέθεξη της δόξης του Θεού. 

Ο Απόστολος Παύλος, ενθυμούμενος τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες που υπέφερε για την δόξα του Θεού, έγραφε στον μαθητή του Τιμόθεο: «Δια τούτο πάντα υπομένω δια τους εκλεκτούς, ίνα και αυτοί σωτηρίας τύχωσι της εν Χριστώ Ιησού μετά δόξης αιωνίου» (Β' Τιμ. β', 10). 

Το ίδιο λέγει και ο Απόστολος Πέτρος: «Ο δε Θεός πάσης χάριτος, ο καλέσας υμάς εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας, αυτός καταρτίσει υμάς...» (Α' Πέτρ. ε', 10). 

Επομένως, ο όρος αιώνια ζωή αποδίδεται περισσότερο στην κοινωνία και ενότητα του ανθρώπου με τον Θεό, στην μέθεξη του αιωνίου Θεού και την όραση του ακτίστου Φωτός. 

Πρέπει και πάλι να υπογραμμιστεί ότι και η ζωή των αμαρτωλών και η Κόλαση είναι αιωνία, αφού και οι ψυχές των αμαρτωλών ανθρώπων είναι με την Χάρη Του  Θεού αθάνατες. 

Αλλά εδώ αποδίδουμε τον όρο αιώνια ζωή κυρίως με την σωτηριολογική σημασία, ως κοινωνία και μέθεξη της δόξης του Θεού.

Στην συνέχεια  θα δούμε τρία σημεία.

Πρώτον, τι είναι η αιώνια Βασιλεία του Θεού. 

Δεύτερον τι εννοούμε όταν κάνουμε λόγο για ανακαίνιση της κτίσεως και 

Τρίτον ότι η ζωή των δικαίων στον Παράδεισο θα έχει μια διαρκή εξέλιξη.

1. Η Βασιλεία του Θεού

Στην Αγία Γραφή και στα πατερικά κείμενα ταυτίζονται οι όροι Βασιλεία του Θεού, Βασιλεία των Ουρανών, Παράδεισος, αιώνια ζωή. Είναι όροι συνώνυμοι που σημαίνουν την μέθεξη της δόξης του Θεού από τον άνθρωπο. 

Αυτό αρχίζει από την ζωή αυτήν, συνεχίζεται στην μετά θάνατο ζωή και θα ολοκληρωθεί στην ζωή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αφού εν τω μεταξύ αναστηθούν και τα σώματα των ανθρώπων.

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, μιλώντας για την Βασιλεία του Θεού, λέγει ότι Βασιλεία των Ουρανών «αυτός εστίν ο Θεός εν κατασχέσει γενόμενος» 

Η φράση είναι αρκετά εκφραστική, Και μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος γίνεται θεατής αυτού του πλούτου της δόξης της Βασιλείας των Ουρανών. 

Ο Θεούμενος άνθρωπος λέγεται «ο τοιαύτης δόξης γενόμενος θεατής».

Η μέθεξη της Χάριτος του Θεού λέγεται μέθεξη της Βασιλείας. 

Πάλι ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος θα πει εκφραστικότατα: «Η δε Βασιλεία των Ουρανών ή μετοχή υπάρχει του Παναγίου Πνεύματος». 

Ο Χριστός, που θα έλθει κατά την Δευτέρα Του Παρουσία χαρακτηρίζεται «ο περιπόθητος ημών και γλυκύτατος βασιλεύς Ιησούς ο Χριστός και Θεός». 

Η ύπαρξη του ουρανίου αυτού Βασιλέως και η ένωση του ανθρώπου με Αυτόν, που έχει σαν συνέπεια να εκλάμπει ο Χριστός μέσα στους αγίους και κάθε άγιος να λάμπει ευρισκόμενος μέσα σε Αυτόν, είναι θέα και μετοχή της Βασιλείας. 

Βασιλεία των Ουρανών για τους δικαίους είναι «μόνον τον βασιλέα έχουσα του παντός πανταχού ορώμενον αυτοίς, συμπαρόντι εκάστω και συνόντα έκαστον αυτώ και εν εκάστω εκλάμποντι και έκαστον λάμποντα εν αυτώ».

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η λεγομένη Βασιλεία του Θεού είναι η αλληλοπεριχώρηση του Χριστού με τον πιστό. Ο Χριστός θα κατοικεί μέσα στον δίκαιο άνθρωπο, θα τον δοξάζει και ο δοξαζόμενος άνθρωπος θα ελλάμπεται ευρισκόμενος σε κοινωνία με το θείο και άκτιστο φως.

Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, δεν είναι μια εγκοσμιοκρατική κατάσταση, αλλά μέθεξη της δόξης του Θεού. 

Αυτό πρέπει να λέγεται, γιατί σήμερα δίνονται πολλές ερμηνείες για την Βασιλεία του Θεού. Η αλλοίωση της θεολογικής σημασίας της Βασιλείας του Θεού έχει φοβερές συνέπειες και προεκτάσεις στην πνευματική και κοινωνική μας ζωή. Η ηθικολογία δεν είναι άσχετη από αυτήν την θεολογική αλλοίωση.

Ο άγιος Ανδρέας, επίσκοπος Κρήτης, διδάσκει ότι Βασιλεία του Θεού είναι το οράν και οράσθαι υπό του Θεού. «Θεόν τε ορών και ορώμενος». 

Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μιλώντας για την μεταμόρφωση του Χριστού, που είναι βίωση της Βασιλείας του Θεού, λέγει ότι στον μέλλοντα αιώνα «πάντοτε εν Κυρίω εσόμεθα, Χριστόν ορώντες τω φωτί αστράπτοντα της θεότητας».

Μέσα στην ίδια προοπτική κινούνται όλοι οι άγιοι Πατέρες. 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο όποιος μπορεί να χαρακτηρισθεί θεολόγος του ακτίστου Φωτός, αναφέρεται στην «τελειότητα του μέλλοντος αιώνος».

Χρησιμοποιώντας τον λόγο του Ευαγγελιστού Ιωάννου, ότι, όταν ο Χριστός φανερωθεί, θα γίνουμε όμοιοι με Αυτόν, λέγει ότι τότε θα γίνουμε τέκνα Θεού, «λαμπρότητα Θεού ιδόντες και παθόντες και τη αυγή της Χριστού δόξης περιλαμπόμενοι τε και συνεκλάμποντες». 

Οι άγιοι θα περιλαμφθουν από την λαμπρότητα του Χριστού και θα συνεκλάμπουν μαζί με εκείνον.

 Έτσι η δόξα του Θεού θα γίνει και δόξα των δικαίων, με την διαφορά ότι η δόξα του Θεού είναι κατά φύσιν, ενώ των ανθρώπων θα είναι κατά Χάριν, δωρεά του Θεού.

Καίτοι θα υπάρχει διαφορετική μετοχή της δόξης ανάλογα με την πνευματική κατάσταση των δικαίων εν τούτοις εκεί στην Βασιλεία των Ουρανών θα καταργηθούν όλες οι τάξεις των ανθρώπων, αφού δεν θα υπάρχει «διδάσκων και διδασκόμενος».

Πράγματι, στην Βασιλεία του Θεού θα καταργηθούν «οι τάξεις των διδασκόντων και των διδασκομένων».

Οι Πατέρες τονίζουν συνεχώς την αλήθεια ότι η βίωση της Βασιλείας των Ουρανών αρχίζει από αυτήν την ζωή. Η απόλαυση των μελλόντων αγαθών αρχίζει «απ’ εντεύθεν».

Όταν κάνουμε λόγο για την Βασιλεία του Θεού εννοούμε την μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Τριαδικού Θεού. Και επειδή αυτή η Χάρη μετέχεται ως Φως και έτσι δοξάζεται ο άνθρωπος, γι' αυτό και η Βασίλεια του Θεού είναι μέθεξη της δόξης του Θεού.

Η  ανακαίνιση της κτίσεως

Είναι σαφής διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η κτίση είναι δημιούργημα του Θεού, ότι δέχθηκε την φθορά από την πτώση του ανθρώπου και ότι και αυτή θα ελευθερωθεί από αυτήν την φθαρτότητα.

Στην εκκλησιαστική παράδοση κάνουμε λόγο περισσότερο για κτίση παρά για φύση. Η λέξη φύση αναφέρεται σε κάτι φυσικό, ενώ η λέξη κτίση δείχνει το κτιστό, κάτι που δημιουργήθηκε, ενώ δεν υπήρχε προηγουμένως. 

Έτσι, στην Εκκλησία δεν γίνεται λόγος για φυσικά και μεταφυσικά, αλλά για κτιστά και άκτιστα. 

Το άκτιστο δεν έχει αρχή δημιουργίας, ούτε και τέλος. 

Το άκτιστο είναι αυτοζωή, ενώ το κτιστό έχει αρχή δημιουργίας, αλλά ο Θεός θέλει να μην έχει τέλος, αν και από την φύση του έπρεπε να τελειώση κάποτε.

Χαώδης είναι η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Δεν υπάρχει τίποτε όμοιό τους. Το μονό κοινό μεταξύ κτιστού και ακτίστου είναι ο θεάνθρωπος Χριστός, στο Πρόσωπο του οποίου ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση, δηλαδή το άκτιστο με το κτιστό.

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η άπειρη ουσία και παντοδύναμη και δημιουργική των όντων αυτή μόνον είναι απλή  μονοειδής και ειρηναία.

 Στην άκτιστη ουσία, δηλαδή στον Θεό, δεν υπάρχει καμιά σύνθεση. Αντίθετα, η κτιστή φύση είναι σύνθετη, αφού αποτελείται από ουσία και συμβεβηκότα και είναι επιδεής της θείας Προνοίας. 

Ο Θεός δημιούργησε όλη την κτίση και την συντηρεί με την άκτιστη πρόνοιά Του. 

Η υπεράγαθη Πρόνοια του Θεού «σωτηρία υπάρχει πάσης κτίσεως».

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο όρος κτίση αναφέρεται στους αγγέλους, τους δαίμονες, τους ανθρώπους και την άλογη δημιουργία. Είναι ένας όρος που αποδίδεται σε όλη την δημιουργία, λογική και άλογη. 

Ξέρουμε ότι ο Θεός δημιούργησε πρώτα τον νοερό κόσμο, έπειτα τον αισθητό και υλικό κόσμο και στην συνέχεια τον άνθρωπο, που είναι ένωση των δύο κόσμων, νοερού και αισθητού. 

Οπότε ο άνθρωπος είναι η περίληψη όλης της δημιουργίας, ο μικρόκοσμος μέσα στον μεγαλόκοσμο, ή για να εκφρασθούμε καλύτερα, ο μεγαλόκοσμος, από απόψεως αξίας, μέσα στον μικρόκοσμο.

Αλλά στο σημείο αυτό όταν κάνουμε λόγο για την κτίση και την ανακαίνισή της, θα εννοούμε περισσότερο την υλική και άλογη δημιουργία, η οποία με την Πρόνοια και την Χάρη του Θεού θα ανακαινισθεί στον μέλλοντα αιώνα. 

Στην Αγία Γραφή γίνεται λόγος για την πτώση της κτίσεως, αλλά και την ελευθέρωσή της από την φθορά. Κλασσικό χωρίο είναι του Αποστόλου Παύλου, που βρίσκεται στην προς Ρωμαίους επιστολή του. Θα το παραθέσω ολόκληρο γιατί είναι πολύ χαρακτηριστικό και θα μας βοηθήσει στην μετέπειτα επεξεργασία του θέματος.

«Η γαρ αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται, τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, επ' ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. η', 19-22).

Στο χωρίο αυτό υπάρχουν μερικά ενδιαφέροντα σημεία:

Πρώτον, ότι ο αισθητός κόσμος, η υλική δημιουργία, λέγεται κτίση και όχι φύση, γιατί συνδέεται με την ύπαρξη δημιουργού και, επομένως, δεν είναι αΐδια και αιώνια, όπως την θεωρούσαν μερικοί φιλόσοφοι.

Δεύτερον, η κτίση υπετάγη στην φθαρτότητα όχι με την θέλησή της, αφού η κτίση δεν έχει θέληση και ελευθερία, αλλά από την πτώση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παρέσυρε όλη την κτίση στην φθορά.

Τρίτον, η κτίση συστενάζει και συνωδίνει μαζί με τον άνθρωπο και αποζητά και ελπίζει ελευθέρωση.

Τέταρτον, η αποκαραδοκία, δηλαδή η προσδοκία της, αναφέρεται στην αποκάλυψη των υιών του Θεού. Εφ' όσον ο άνθρωπος έγινε ή αιτία της πτώσεώς της, πρέπει από τον άνθρωπο να προέλθει η ανακαίνισή της. 

Φυσικά, όταν λέμε από τον άνθρωπο, εννοούμε από τον άνθρωπο του θεανθρώπου, που είναι τέκνο Θεού.

Πέμπτον, δίνεται η βεβαιότητα ότι ολόκληρη η κτίση θα ελευθερωθεί από την δουλεία της στην φθορά και θα εισαχθεί στην ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η κτίση θα απολαύσει τα αγαθά που θα προέλθουν, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει μέθεξη της δόξης του Θεού.

Στο χωρίο αυτό φαίνεται η αντίληψη και η διδασκαλία της Εκκλησίας για το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα και την ανακαίνιση της κτίσεως. 

Αφορμή της πτώσεως είναι ο ανυπάκουος και αντάρτης άνθρωπος και αιτία της ανακαινίσεώς της είναι ο υιός κατά Χάριν του Θεού, ο Θεούμενος. Αυτός θα την ελευθέρωση, θα την ανακαινίσει. 

Στην πραγματικότητα η Χάρη του Θεού, δια του ανθρώπου, θα μεταμορφώσει και την άλογη δημιουργία.

Όταν βλέπει κανείς την ανακαίνιση της κτίσεως έξω από τον Θεούμενο ματαιοπονεί. Ο άνθρωπος που ενώνεται με τον Χριστό είναι νέα, καινούρια κτίση, γι' αυτό και γίνεται αφορμή δόξης.

 Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» (Β' Κορ. ε', 17). 

Ο Απόστολος Πέτρος αναφερόμενος στην συντέλεια του κόσμου, δεν ομιλεί για μια τελική και ολοσχερή καταστροφή, αλλά για μια μεταμόρφωση, γι' αυτό λέγει: «καινούς δε ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Β' Πέτρ.γ', 13). 

Εδώ βλέπουμε καθαρά ότι γίνεται λόγος για ανακαίνιση της κτίσεως και όχι για αφανισμό και καταστροφή. 

Μελετώντας τα αγιογραφικά χωρία, πρέπει να εξετάσουμε πώς έπεσε η κτίση και σε τι συνίσταται η ανακαίνισή της όπως τα αναλύουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. 

Κατά την ανάλυση αυτή πρέπει πάντα να έχουμε υπ' όψη μας τα χωρία της Αγίας Γραφής. Κατ' αρχήν πρέπει να κάνουμε λόγο για την πτώση της κτίσεως.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει ότι ή κτίση δεν κατασκευάσθηκε ρευστή και φθαρτή, αλλά υπετάγη χωρίς να θέλει, στην φθορά, με την πτώση του Αδάμ. 

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος για να παρουσιάσει αυτήν την αλήθεια χρησιμοποιεί μια ωραία εικόνα. Λέει ότι, όπως όταν αιχμαλωτίζεται ένας βασιλεύς, αναγκαστικά ακολουθούν μαζί του και οι διάκονοι και οι υπηρέτες του, έτσι και όταν έπεσε ο Αδάμ, που ήταν κύριος και βασιλεύς όλων των κτισμάτων, τα οποία τον υπηρετούσαν, συμπεριλήφθηκε και η κτίση που τον διακονούσε και υπηρετούσε στην πτώση του.

Την τραγικότητα της κτίσεως, μετά την πτώση του Αδάμ και την είσδυση σε αυτήν της φθοράς, περιγράφει ωραιότατα ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος. 

Γράφει ότι μετά την έξοδο του Αδάμ από τον Παράδεισο ολόκληρη η κτίση δεν ήθελε να βλέπει τον άνθρωπο και διακατεχόταν από οργή εναντίον του. 

Η κτίση δεν ήθελε να υποταγή σε αυτόν. Ο ήλιος δεν ήθελε να λάμπει, ούτε η σελήνη να στέλλει το φως, ούτε τα αστέρια να ακτινοβολούν, ούτε οι πηγές να βρύουν και οι ποταμοί να τρέχουν. Ο αέρας δεν ήθελε να δώσει αναπνοή στον άνθρωπο, τα θηρία και όλα τα ζώα ετραχύνθησαν εναντίον του ανθρώπου, γιατί έχασε την δόξα που είχε. 

Ο ουρανός ήθελε να πέσει δικαίως πάνω στον άνθρωπο και η γη δεν άντεχε να τον κρατά. 

Τότε ακριβώς επεμβαίνει ο Θεός με την αγάπη Του και την φιλανθρωπία Του, και, αποβλέποντας στην ανάπλαση, δια της ενσάρκου Οικονομίας του Υιού Του, συγκρατεί την κτίση με την δύναμή Του και αναστέλλει την ορμή των κτισμάτων εναντίον του ανθρώπου, έως ότου γίνει ο άνθρωπος πνευματικός, άφθαρτος και αθάνατος, ώστε και αυτή να ελευθερωθεί από την φθορά, να συνανακαινισθή μαζί του, να αφθαρτοποιηθή και να γίνει πνευματική.

Εφ' όσον η πτώση της κτίσεως έγινε δια του ανθρώπου, και η ανακαίνισή της θα γίνει δια του Θεοουμένου ανθρώπου. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι ο σύνδεσμος μεταξύ νοερού και αισθητού κόσμου.

Τα αγιογραφικά και πατερικά αυτά χωρία αν ερμηνευθούν προσεκτικά, καταλήγουν στο ότι με την ανάσταση και αναγέννηση του ανθρώπου θα ανακαινισθεί και η κτίση από την φθορά. Αυτό το βλέπουμε έντονα σε όλη την Παράδοση της Εκκλησίας μας.

Στην συνέχεια θα παραθέσω την διδασκαλία του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου για την ανακαίνιση της κτίσεως. Τα όσα θα λεχθούν πρέπει να τα δούμε από την άποψη ότι ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό «εκ μη υπαρχούσης ύλης». Ο Θεός την έφερε στην ύπαρξη. 

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος η κτίση, η άλογη δημιουργία να καταστραφεί ολοσχερώς και να αφανισθεί. 

Ο Θεός δεν δημιουργεί κάτι για να το εξαφανίσει στην συνέχεια. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμβεί αυτό. Άλλωστε, σε όλα τα αγιογραφικά χωρία, που είδαμε και προηγουμένως, γίνεται λόγος για «καινούς ουρανούς και καινήν γην», για ελευθέρωση της κτίσεως από την φθορά, για ανακαίνισή της. 

Αυτές οι εκφράσεις δεν μπορούν να δηλώσουν την ολοσχερή και πλήρη εξαφάνισή της.

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος είναι αποκαλυπτικός ως προς το σημείο αυτό. 

Λέει ότι όπως πρώτα δημιούργησε ό Θεός την κτίση άφθαρτη και στην συνέχεια τον άνθρωπο, έτσι πρώτα ή κτίση πρέπει να μεταποιηθεί, δηλαδή να αλλαγεί, και μαζί με αυτήν να ανακαινισθούν και τα φθαρέντα σώματα, ώστε και πάλι «πνευματικός και αθάνατος ο άνθρωπος γεγονώς εν αφθάρτω χωρίω και αϊδίω και πνευματικώ κατοικεί».

Εδώ γίνεται λόγος για ανακαίνιση των σωμάτων, για αλλοίωση και μεταποίηση όλης της κτίσεως. Επίσης, αναφέρεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος, μετά την ανάστασή του και την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, θα κατοικεί σε πνευματικό, άφθαρτο και αΐδιο χώρο. 

Αυτό δείχνει, ότι ο Θεός δεν δημιούργησε την κτίση για να την εξαφανίσει στην συνέχεια.

Ο άγιος Συμεών συνδέει την ανακαίνιση των σωμάτων με την ανάπλαση της κτίσεως. Όπως τα σώματα, δια της αναστάσεως, θα ανακαινισθούν, έτσι και «ο ουρανός και η γη και τα εν αυτή πάντα, ήγουν πάσα η κτίσις, ανακαινισθήσεται και ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς». 

Και όχι μόνον θα ανακαινισθεί ολόκληρη η κτίση, αλλά «συμμεθέξει τα στοιχεία ταύτα μεθ' ημών της εκείθεν λαμπρότητας». 

Όχι μόνον ο άνθρωπος, αλλά και ολόκληρη η κτίση θα μεθέξη της λαμπρότητας του Θεού. 

Βέβαια, πρέπει να τονιστεί εδώ ότι αυτό θα γίνει αναλογικά, αφού μόνον ο άνθρωπος μετέχει της θεοποιού ενεργείας του Θεού. 

Η κτίση μετέχει της ουσιοποιού και ζωοποιού ενεργείας του Θεού.

Το γεγονός είναι ότι και η κτίση θα αλλοιωθεί και θα μεταμορφωθεί.

Χρησιμοποιεί πολύ επιτυχώς το παράδειγμα του πεπαλαιωμένου χαλκίνου σκεύους, το οποίο ο τεχνίτης τοποθετεί πάλι στην φωτιά και καθαρίζεται, ανακαινίζεται, αφού απαλλαχθεί από την σκουριά. 

Το ίδιο θα συμβεί και με την κτίση. Επειδή παλαιώθηκε, λόγω της αμαρτίας των ανθρώπων, ο Δημιουργός θα την τοποθετήσει στο πυρ, και έτσι «αναχωνευθήσεται και αναστοιχειωθήσεται και λαμπρά και καινοτέρα ασυγκρίτως της νυνί ορωμένης γενήσεται». 

Εδώ γίνεται λόγος για αναστοιχείωση και αναχώνευση, που θα την κάνει λαμπρότερη από αυτήν που είναι σήμερα.

Στο σημείο αυτό επιμένει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος. Λέει ότι όταν ο Θεός θα ανακαινίσει τον άνθρωπο και θα τον κάνη άφθαρτο, αθάνατο και πνευματικό, τότε «και αυτήν όλην την κτίσιν, φημί, συν αυτώ αλλοιώσει και αΐδιον και άϋλον ταύτην αποτελέσει».

Η κτίση θα γίνει άϋλη και αιώνια, θα αλλοιωθεί ολόκληρη η κτίση μαζί με τον άνθρωπο, «συν αυτώ». 

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί άκουσα κάποιον θεολόγο να λέει ότι η κτίση θα μεταμορφωθεί εν τω ανθρώπω, αφού ο άνθρωπος είναι η περίληψη όλης της δημιουργίας. 

Δηλαδή δεν θα ανακαινισθεί όλος ο κόσμος. 

Αλλά μια τέτοια αντίληψη αντιβαίνει στους λόγους της Άγιας Γραφής περί ελευθερώσεως της κτίσεως από την φθορά και στον λόγο του άγιου Συμεών, που ομιλεί για  της «συν αυτώ» και όχι απλώς «εν αυτώ».

Βέβαια, οι απόψεις αυτές του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου δεν ευνοούν καμιά χιλιαστική αντίληψη, γιατί η τελευταία ομιλεί περί επιγείου καταστάσεως. 

Για να μη φανεί ότι ο άγιος Συμεών βρίσκεται σε μια τέτοια προοπτική, πρέπει να λεχθεί ότι δεν αναφέρεται σε υλικό και αισθητό τόπο, ούτε σε μια υλική και αισθητή κτίση, αλλά σε πνευματική.

Οι Χαιρετισμοί στην Θεοτόκο και με νεοελληνική μετάφραση

Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε (ἐκ γ´)· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς. 

Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.

Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον· χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δι᾿ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση:

 Ἄγγελος ποὺ ἦταν πρῶτος μεταξὺ τῶν ἀγγέλων, στάλθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ πεῖ στὴ Θεοτόκο τὸ χαῖρε (3 φορές)· καὶ μὲ τὴν ἀσώματή του φωνή, βλέποντάς σε Κύριε νὰ παίρνεις σῶμα (νὰ γίνεσαι ἄνθρωπος), ἐκπλησσόταν καὶ στεκόταν φωνάζοντας πρὸς αὐτὴν αὐτὰ τὰ λόγια·

Χαῖρε ἐσὺ ἀπό τὴν ὁποία θὰ λάμψει ἡ χαρά· χαῖρε ἐσὺ ποὺ γιὰ χάρη σου θὰ σβήσει ἡ κατάρα.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔκανες νὰ σηκωθεῖ ὁ πεσμένος Ἀδάμ· χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ λύτρωση τῶν δακρύων τῆς Εὔας.

Χαῖρε ὕψος στὸ ὁποῖο δύσκολα μποροῦν νὰ φθάσουν οἱ ἀνθρώπινοι λογισμοί· χαῖρε βάθος ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ κατοπτεύσουν καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοί.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔγινες ὁ θρόνος τοῦ Βασιλιᾶ (Χριστοῦ)· χαῖρε γιατὶ βαστάζεις (στὴν ἀγκάλη σου) Ἐκεῖνον ποὺ βαστάζει τὰ πάντα.

Χαῖρε ἀστέρι ποὺ προμηνύεις τὸν Ἥλιο, χαῖρε κοιλία τῆς θεϊκῆς (τοῦ Λόγου) σαρκώσεως.

Χαῖρε ἐσὺ μὲ τὴν ὁποία γίνεται καινούρια ἡ κτίση· χαῖρε ἐσὺ μὲ τὴν ὁποία γίνεται βρέφος ὁ Κτίστης.

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Γνωρίζοντας τὴν ἁγνότητά της ἡ Παναγία λέγει στὸν Γαβριὴλ μὲ θάρρος· Ὅσα παράδοξα ἀκούω ἀπὸ τὴ φωνή σου, εἶναι δύσκολο νὰ τὰ δεχτῶ στὴν ψυχὴ μου· πῶς μοῦ ἀναγγέλλεις κύηση, ἀφοῦ δὲν προηγήθηκε σύλληψη ἀπὸ ἀνθρώπινη σπορά; Κι ὅμως ἐσὺ τὸ λέγεις καὶ φωνάζεις δυνατά, Ἀλληλούϊα (αἰνεῖτε τὸν Θεό). 

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν Υἱόν, πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·

Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.

Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν.

Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.

Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα· χαῖρε, τὸ πῶς, μηδένα διδάξασα.

Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Θέλοντας ἡ Παρθένος νὰ γνωρίσει τὸ ἄγνωστο αὐτὸ μυστήριο, εἶπε δυνατὰ πρὸς τὸν λειτουργὸ Ἄγγελο· πές μου, ἀπὸ σῶμα ἁγνὸ (παρθενικὸ) πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθεῖ γιός; Κι ἐκεῖνος τότε εἶπε πρὸς αὐτὴν μὲ φόβο, φωνάζοντας αὐτὰ τὰ λόγια·

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ γνωρίζεις τὴν ἀπόρρητη βουλὴ τοῦ Θεοῦ· χαῖρε ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ πίστη ἐκείνων ποὺ προσεγγίζονται μὲ τὴ σιγή.

Χαῖρε ἐσύ, ἡ ἀρχὴ τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ. Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἀποτελεῖς τὸ κεφάλαιο στὸ ὁποῖο στηρίζονται τὰ δόγματά Του.

Χαῖρε σκάλα ἐπουράνια μὲ τὴν ὁποία κατέβηκε ὁ Θεός· χαῖρε γέφυρα ποὺ μεταφέρεις αὐτοὺς ποὺ ᾿ναι στὴ γῆ, στὸν οὐρανό.

Χαῖρε, τὸ πολυθρύλητο θαῦμα τῶν Ἀγγέλων, χαῖρε τὸ πολυθρήνητο τραῦμα τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ γέννησες μὲ τρόπο ἀνέκφραστο τὸ φῶς· χαῖρε ἐσὺ ποὺ σὲ κανέναν δὲν δίδαξες τὸ πῶς.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ξεπερνᾶς τὴν γνώση τῶν σοφῶν· χαῖρε ἐσὺ ποὺ διαφωτίζεις τὴν διάνοια τῶν πιστῶν.

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμῳ· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως· Ἀλληλούϊα.

Μετάφραση

Δύναμη τοῦ Ὑψίστου τότε ἐπισκίασε ἐκείνη ποὺ δὲ γνώρισε γάμο, ὥστε νὰ συλλάβει· καὶ τὴν εὔκαρπή της κοιλιὰ τὴν κατέστησε χωράφι εὐχάριστο γιὰ ὅσους θέλουν νὰ θερίσουν (νὰ βροῦν) τὴν σωτηρία τους καὶ οἱ ὁποῖοι ψάλλουν αὐτὰ τὰ λόγια, Ἀλληλούϊα. 

Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε! καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.

Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.

Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.

Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις· χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.

Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.

Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παῤῥησία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Ἔχουσα ἡ Παρθένος μὲς στὴν μήτρα της τὸν Θεό, ἔτρεξε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ. Τὸ βρέφος ἐκείνης (ὁ Ἰωάννης) μόλις κατάλαβε τὸν χαιρετισμό της σκίρτησε ἀπὸ χαρά· καὶ μὲ σκιρτήματα ἀντὶ γιὰ ὕμνους, φώναζε δυνατὰ πρὸς τὴν Θεοτόκο·

Χαῖρε κλῆμα ποὺ πρόβαλες τὸν ἀμάραντο βλαστό· χαῖρε κτῆμα ποὺ πρόσφερες τὸν ἄφθαρτο καρπό.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ γεώργησες τὸν φιλάνθρωπο γεωργό· χαῖρε ἐσὺ ποὺ φύτρωσες τὸν φυτουργὸ τῆς ζωῆς (τὸ Χριστό).

Χαῖρε γῆ ποὺ βλαστάνεις ἄφθονη εὐσπλαγχνία· χαῖρε τραπέζι ποὺ βαστάζεις πλούσιο τὸ ἔλεος.

Χαῖρε γιατὶ κάνεις νὰ ἀνθίσει λιβάδι πνευματικῆς ἀπόλαυσης· χαῖρε γιατὶ ἑτοιμάζεις λιμάνι (σωτηρίας) γιὰ τὶς ψυχές.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι θυμίαμα μεσιτείας δεκτὸ ἀπὸ τὸν Θεό, χαῖρε, ἐσὺ τοῦ κόσμου ὅλου ὁ ἐξιλασμός.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαθὴ εὐδοκία (εὔνοια) τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, χαῖρε ἐσὺ ἡ παρρησία τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεό.

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Ἔχοντας μέσα του ζάλη ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ ταράχτηκε, κι ἐνῶ σὲ θεωροῦσε ἄγαμη (Παρθένο), τώρα σὲ ὑποπτευόταν γιὰ παράνομες σχέσεις, Ἄμεμπτε· Σὰν πληροφορήθηκε ὅμως ὅτι ἡ σύλληψη προερχόταν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, φώναξε Ἀλληλούϊα. 

Ἤκουσαν οἱ Ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα, ἣν ὑμνοῦντες, εἶπον·

Χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος Μήτηρ· χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.

Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον· χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.

Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ· χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.

Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα· χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, στεῤῥὸν τῆς Πίστεως ἔρεισμα· χαῖρε, λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγυμνώθη ὁ ᾍδης· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Ἄκουσαν οἱ ποιμένες τοὺς Ἀγγέλους νὰ ὑμνοῦν τὴν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ (στὴ γῆ) καὶ σπεύδοντας νὰ Τὸν δοῦν ὡς ποιμένα, τὸν ἀντίκρισαν ὡς πρόβατο ἄκακο ποὺ βοσκήθηκε στὴν κοιλιὰ τῆς Μαρίας, καὶ μὲ ὕμνους εἶπαν πρὸς αὐτήν·

Χαῖρε μητέρα τοῦ προβάτου καὶ ποιμένα, χαῖρε μαντρὶ λογικῶν προβάτων (τῶν πιστῶν).

Χαῖρε τὸ ἀμυντήριο κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν· χαῖρε ἐσὺ ποὺ μᾶς ἀνοίγεις τὶς (κλειστὲς) πόρτες τοῦ Παραδείσου.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γίνεσαι ἀφορμὴ τὰ οὐράνια νὰ ἀγάλλονται μὲ τὴν γῆ· χαῖρε, γιατὶ τὰ ἐπίγεια συγχορεύουν μὲ τὰ οὐράνια.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ εἶσαι τὸ ἀσίγητο στόμα τῶν Ἀποστόλων· χαῖρε ἐσὺ ποὺ εἶσαι τὸ ἀκατάβλητο θάρρος τῶν ἀθλοφόρων μαρτύρων.

Χαῖρε ἰσχυρὸ στήριγμα τῆς πίστεως· χαῖρε φωτεινὸ γνώρισμα τῆς Χάρης (τοῦ Θεοῦ). Χαῖρε ἐσὺ διὰ τῆς ὁποίας ἀπογυμνώθηκε ὁ Ἅδης, χαῖρε ἐσὺ διὰ τῆς ὁποίας ντυθήκαμε τὴ δόξα.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον Ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι᾿ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα· καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν, αὐτῷ βοῶντες· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Οἱ Μάγοι, ἀφοῦ εἶδαν τὸ ἀστέρι ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Θεό, ἀκολούθησαν τὴ φωτεινὴ λάμψη του· καὶ σὰν νὰ κρατοῦσαν αὐτὸ γιὰ λυχνάρι, ἔψαχναν γιὰ τὸν ἰσχυρὸ Βασιλιά· κι ὅταν ἔφθασαν σ᾿ Αὐτὸν ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει, χάρηκαν καὶ φώναξαν δυνατὰ σ᾿ Αὐτόν· Ἀλληλούϊα. 

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα· χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.

Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς· χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.

Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας· χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.

Χαῖρε, πυρὸς προσκύνησιν παύσασα· χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.

Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης· χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Εἶδαν τὰ παιδιὰ τῶν Χαλδαίων (οἱ μάγοι) στὰ χέρια τῆς Παρθένου Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὰ χέρια Του ἔπλασε τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ κατανοώντας πὼς εἶναι ὁ Κύριος τοῦ κόσμου, ἂν καὶ ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη μορφή, ἔσπευσαν νὰ τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα τους καὶ νὰ φωνάξουν δυνατὰ στὴν Εὐλογημένη·

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ᾿γινες Μητέρα τοῦ ἀστεριοῦ (τοῦ Χριστοῦ) ποὺ δὲν πρόκειται νὰ δύσει ποτέ· χαῖρε ἡ αὐγὴ τῆς μυστικῆς ἡμέρας (τοῦ Κυρίου).

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔσβησες τὸ καμίνι τῆς πλάνης· χαῖρε ἐσὺ ποὺ φωτίζεις τοὺς λάτρεις τῆς Παναγίας Τριάδος.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔδιωξες ἀπὸ τὴν ἐξουσία του τὸν ἀπάνθρωπο τύραννο (τὸν διάβολο)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μᾶς ἔδειξες τὸν φιλάνθρωπο Χριστό.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μᾶς λύτρωσες ἀπ᾿ τὴ βάρβαρη θρησκεία (τὴν εἰδωλολατρία)· χαῖρε ἐσὺ ποὺ μᾶς ἔσωσες ἀπὸ τὸν βόρβορο τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔπαυσες τὴν προσκύνηση τῆς φωτιᾶς (τὴν πυρολατρία)· χαῖρε ἐσὺ ποὺ λυτρώνεις ἀπ᾿ τὴν φλόγα τῶν παθῶν.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ὁδηγεῖς τοὺς πιστοὺς στὴν σωφροσύνη, χαῖρε ὅλων τῶν γενεῶν ἡ εὐφροσύνη.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν· Ἀλληλούϊα.

Μετάφραση

Ἀφοῦ οἱ Μάγοι ἔγιναν θεοφόροι κήρυκες, γύρισαν πίσω στὴ Βαβυλώνα. Ἐκπλήρωσαν ἔτσι τὸν χρησμό σου καὶ σὲ ὅλους κήρυξαν πὼς εἶσαι ὁ Χριστός. Κι ἄφησαν τὸν Ἡρώδη στὸ παραλήρημά του, βουβὸ καὶ ἀνίκανο νὰ ψέλνει (στὸ Θεό)· Ἀλληλούϊα.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχύν, πέπτωκεν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα· χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν· χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν.

Χαῖρε, πύρινε στῦλε, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.

Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάννα διάδοχε· χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Ἀφοῦ ἔλαμψες στὴν Αἴγυπτο τὸ φωτισμὸ τῆς θείας ἀλήθειας, ἀφάνισες τὸ σκοτάδι τοῦ ψεύδους· γιατὶ τὰ εἴδωλα αὐτῆς, μὴ μπορώντας νὰ ἀντέξουν τὴ δύναμὴ σου, Σωτήρα, γκρεμίστηκαν· κι ἐκεῖνοι ποὺ λυτρώθηκαν ἀπὸ αὐτὰ φώναζαν δυνατὰ στὴν Θεοτόκο·

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ ἀνόρθωση τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ κατάπτωση τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διέλυσες τὴν πλάνη τῆς ἀπάτης· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἤλεγξες τὸ δόλο τῶν εἰδώλων.

Χαῖρε, θάλασσα ποὺ καταπόντισες (στὰ νερά σου) τὸ νοητὸ Φαραὼ (τὸν διάβολο)· χαῖρε, πέτρα ποὺ ξεδίψασες ὅσους διψοῦν τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Χαῖρε, φωτεινὲ στύλε ποὺ ὁδηγεῖς ὅσους πορεύονται στὸ σκοτάδι· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου ποὺ ᾿σαι πιὸ πλατιὰ ἀπ᾿ τὴν νεφέλη.

Χαῖρε, τροφὴ ποὺ διαδέχτηκε τὸ μάννα· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μοιράζεις τὴν θεία ἀπόλαυση (στὸν ἄνθρωπο).

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐσὺ ἀπ᾿ τὴν ὁποία ρέει μέλι καὶ γάλα. 

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ᾿ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος· διό περ ἐξεπλάγη, σοῦ τὴν ἄῤῥητον σοφίαν, κράζων· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Ὅταν ἐπρόκειτο ὁ Συμεὼν νὰ φύγει ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζώη, τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλή, τοῦ δόθηκες ὡς βρέφος· ἐκεῖνος ὅμως κατάλαβε πὼς εἶσαι τέλειος Θεός. Γι᾿ αὐτὸ ἐκπλησσόμενος ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστη σοφία σου, σοῦ φώναζε δυνατά· Ἀλληλούϊα. 

Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν, ἄφθορον· ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·

Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα· χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί.

Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις· χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.

Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις· χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.

Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Νέα (πνευματικὴ) κτίση φανέρωσε ὁ Κτίστης σ᾿ ἐμᾶς ποὺ γίναμε ἀπ᾿ Αὐτόν, ἀφοῦ βλάστησε χωρὶς σπορὰ ἀπὸ παρθενικὴ κοιλιὰ καὶ τὴν διαφύλαξε ὅπως ἦταν ἄφθορη. Ὣστε βλέποντας ἐμεῖς τὸ θαῦμα, μὲ ὕμνους νὰ φωνάζουμε πρὸς αὐτήν.

Χαῖρε, ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, στεφάνι τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μᾶς δίνεις εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, χαῖρε ἐσὺ ποὺ μᾶς φανερώνεις τὴ ζωὴ τῶν Ἀγγέλων.

Χαῖρε, δέντρο ποὺ παράγεις καρποὺς γευστικοὺς καὶ καλούς, ἀπ᾿ τοὺς ὁποίους τρέφονται οἱ πιστοί· χαῖρε, ξύλο (δέντρο) πυκνόφυλλο, κάτω ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο σκεπάζονται πολλοί.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ κυοφόρησες ὁδηγὸ γιὰ τοὺς πλανωμένους, χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γέννησες Λυτρωτὴ γιὰ τοὺς αἰχμαλώτους.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καθικετεύεις τὸν δίκαιο Κριτή, χαῖρε ἐσὺ ποὺ (μὲ τὴ μεσιτεία σου) παρέχεις συγχώρηση στοὺς ἁμαρτωλούς.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γίνεσαι στολὴ γιὰ τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ πνευματικὴ παρρησία (πρὸς τὸ Θεό)· χαῖρε στοργὴ ποὺ νικᾶς κάθε πόθο.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, τοὺς αὐτῷ βοῶντας· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Ἀφοῦ γνωρίσαμε τὴν παράδοξη γέννηση (τοῦ Χριστοῦ), ἂς ἀποξενωθοῦμε ἀπὸ τὸν κόσμο, μεταφέροντας τὸ νοῦ μας στὸν οὐρανό. Γιὰ τοῦτο ὁ ὑψηλὸς Θεὸς φανερώθηκε στὴν γῆ ὡς ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος· γιατὶ ἤθελε νὰ τραβήξει πρὸς τὸ δικό Του ὕψος αὐτοὺς ποὺ τοῦ φωνάζουν Ἀλληλούϊα. 

Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε· καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα·

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα· χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.

Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα· χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐλύθη παράβασις! χαῖρε δι᾿ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.

Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας· χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Ὁλόκληρος βρισκόταν κάτω στὴν γῆ, κι ὡστόσο δὲν ἀπουσίαζε ἀπὸ τὰ ἄνω (τὸν οὐρανὸ) ὁ ἀπερίγραπτος Υἱὸς καὶ Λόγος (τοῦ Θεοῦ). Κι αὐτὸ ἔγινε μὲ θεϊκὴ συγκατάβαση κι ὄχι μὲ τοπικὴ μετακίνηση· κι ἔτσι συντελέστηκε ἡ γέννηση ἀπὸ Παρθένο ἀφιερωμένη στὸ Θεό, ἡ ὁποία ἀκούει αὐτά·

Χαῖρε, χώρα ποὺ χώρεσες τὸν ἀχώρητο Θεό· χαῖρε, θύρα τοῦ σεπτοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γιὰ τοὺς ἀπίστους εἶσαι ἀμφίβολο ἄκουσμα· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γιὰ τοὺς πιστοὺς εἶσαι ἀναμφίβολο καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιο (τοῦ Χριστοῦ) ποὺ κάθεται πάνω στὰ Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα ὑπερτέλειο Ἐκείνου ποὺ κάθεται στὰ Σεραφείμ.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἕνωσες μεταξύ τους τὰ ἀντίθετα· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ συνδύασες τὴν παρθενία μὲ τὴν μητρότητα.

Χαῖρε, ἐσὺ μὲ τὴν ὁποία καταλύθηκε ἡ παράβαση, χαῖρε, ἐσὺ χάρη στὴν ὁποία ἀνοίχτηκε ὁ Παράδεισος.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ᾿σαι τὸ κλειδὶ τῆς βασιλείας (τοῦ Χριστοῦ)· χαῖρε, ἐσὺ ἡ ἐλπίδα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον· ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Κάθε φύση Ἀγγέλων κατεπλάγη γιὰ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεὼς Σου· γιατὶ ἔβλεπε τὸν ἀπρόσιτο Θεό, νὰ γίνεται προσιτὸς σὲ ὅλους ἄνθρωπος, νὰ συναναστρέφεται μαζί μας καὶ νὰ ἀκούει ἀπὸ ὅλους τὸ Ἀλληλούϊα. 

Ῥήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τό, πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν·

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον· χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.

Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα· χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.

Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Τοὺς ἐπιδέξιους ρήτορες, τοὺς βλέπουμε σὰν ψάρια ἄφωνα νὰ στέκονται μπροστὰ στὸ μυστήριό σου Θεοτόκε· γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν πῶς καὶ Παρθένος ἔμεινες καὶ μπόρεσες νὰ γεννήσεις. Ἐμεῖς ὅμως θαυμάζοντας τὸ μυστήριο, σοῦ φωνάζουμε μὲ πίστη·

Χαῖρε, δοχεῖο τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, χαῖρε ταμεῖο τῆς πρόνοιάς Του.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀποδείχνεις ἄσοφους τοὺς φιλοσόφους· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἐλέγχεις ὡς ἄμυαλους τοὺς τεχνολόγους.

Χαῖρε, γιατὶ μὲ σένα ἀποδείχτηκαν ἀνόητοι οἱ διαβόητοι συζητητές· χαῖρε, γιατὶ μὲ σένα ἐξαφανίστηκαν οἱ μυθοπλάστες.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διαλύεις τοὺς περίπλοκους συλλογισμοὺς καὶ σοφίες τῶν Ἀθηναίων· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γεμίζεις (μὲ ἀνθρώπινες ψυχὲς) τὰ δίχτυα τῶν πνευματικῶν ψαράδων.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀνασύρεις ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς ἄγνοιας, χαῖρε ἐσὺ ποὺ φωτίζεις πολλοὺς μὲ θεία γνώση.

Χαῖρε, πλοῖο αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ σωθοῦνε, χαῖρε, λιμάνι αὐτῶν ποὺ ταξιδεύουν στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων Κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι᾿ ἡμᾶς ἐφάνη καθ᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει· Ἀλληλούϊα

Μετάφραση

Θέλοντας νὰ σώσει τὸν κόσμο Ἐκεῖνος ποὺ γιὰ χάρη μας τὸν κόσμησε, ἦλθε πρὸς αὐτὸν μὲ δική του πρωτοβουλία. Καὶ ὄντας Ποιμένας, ὡς Θεός, γιὰ χάρη μας φάνηκε ὅμοιος μὲ μᾶς ἄνθρωπος, καὶ κάλεσε ἔτσι (στὴ σωτηρία) τοὺς ὅμοιους μὲ Αὐτόν, ποὺ ὡς Θεὸς ἀκούει· Ἀλληλούϊα. 

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.

Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.

Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.

Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.

Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.

Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Τεῖχος εἶσαι προστατευτικὸ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καθὼς καὶ ὅλων ὅσοι προστρέχουν στὴ χάρη σου. Γιατὶ ὁ Ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀνέδειξε στὸ θεομητορικό σου ἀξίωμα, ἄχραντε, σκηνώνοντας στὴ μήτρα σου καὶ διδάσκοντας ὅλους νὰ σὲ προσφωνοῦν·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε ἡ πύλη ποὺ ὁδηγεῖς στὴ σωτηρία.

Χαῖρε, ἀρχὴ τῆς νοητῆς ἀνάπλασής μας, χαῖρε χορηγὲ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαγχνίας.

Χαῖρε, γιατὶ ἐσὺ ἀναγέννησες αὐτοὺς ποὺ συνελήφθησαν αἰσχρῶς (ποὺ ἔπεσαν στὰ δίχτυα τῆς ἁμαρτίας)· χαῖρε, γιατὶ ἐσὺ νουθέτησες αὐτοὺς τῶν ὁποίων ὁ νοῦς εἶχε πλανηθεῖ.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καταργεῖς ἐκεῖνον (τὸν διάβολο) ποὺ ἔφθειρε τὸ μυαλό μας· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸν σπορέα τῶν ἁγνῶν λογισμῶν.

Χαῖρε, δωμάτιο νυφικὸ στὸ ὁποῖο τελέστηκε ἡ ἄσπορη νύμφευση· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἑνώνεις τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Κύριο.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀνατρέφεις καλῶς τὶς παρθένες (ψυχές)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ στολίζεις σὰν νύφες τὶς ἅγιες ψυχές.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν· Ἀλληλούϊα. 

Μετάφραση

Κάθε ὕμνος (ἀνθρώπινος) ἀποδεικνύεται μηδαμινός, ὅταν συγκριθεῖ μὲ τὸ πλῆθος τῆς μεγάλης Σου εὐσπλαγχνίας· γιατὶ κι ἂν ἀκόμα Σοῦ ἀναπέμπαμε τόσους ὕμνους ὅσους καὶ οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου, Βασιλέα Ἅγιε, τίποτε δὲ θὰ κάναμε ἀντάξιο στὰ ὅσα πρόσφερες σὲ μᾶς ποὺ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· Ἀλληλούϊα. 

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.

Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν. 

Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Σὰν λαμπάδα φωτεινή, ποὺ φάνηκες σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν στὸ σκοτάδι, σὲ βλέπουμε ἁγία Παρθένε· γιατὶ ἀνάβεις τὸ ἄυλο φῶς καὶ ὁδηγεῖς σὲ γνώση θεϊκὴ ὅλους, φωτίζοντας μὲ καθαρὸ σὰν τὴν αὐγὴ φῶς τὸ νοῦ μας καὶ τιμᾶσαι μὲ δυνατὴ φωνὴ ὡς ἑξῆς·

Χαῖρε ἀκτίνα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου (τοῦ Χριστοῦ)· χαῖρε, οὐράνιο φῶς ποὺ ἡ λάμψη σου ποτὲ δὲν σβήνει.

Χαῖρε ἀστραπὴ ποὺ καταλάμπεις τὶς ψυχές· χαῖρε, βροντὴ ποὺ τοὺς ἐχθροὺς (τοὺς δαίμονες) φοβερίζεις.

Χαῖρε, γιατὶ ἀνατέλλεις τὸ πλουσιότερο φῶς (τοῦ Χριστοῦ), χαῖρε γιατὶ ἀναβλύζεις τὸν ἀστείρευτο ποταμό.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἰκονίζεις τὸν τύπο τῆς κολυμβήθρας· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀπαλείφεις τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας.

Χαῖρε λουτήρα (λουτρὸ) ποὺ ξεπλένεις τὴν συνείδηση· χαῖρε, κανάτι ποὺ κερνᾶς ἀγαλλίαση.

Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, ζωὴ τῆς μυστικῆς τράπεζας.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι᾿ ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα.

Μετάφραση

Ὁ πληρωτὴς τοῦ χρέους ὅλων τῶν ἀνθρώπων, θέλοντας νὰ πληρώσει τὶς παλιὲς ὀφειλές, ἦλθε αὐτοπροσώπως πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν μακριὰ ἀπ᾿ τὴν θεία Χάρη Του· καὶ ἀφοῦ ἔσχισε τὸ γραμμάτιο τῆς ὀφειλῆς, ἀκούει ἀπ᾿ ὅλους Ἀλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·

Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.

Χαῖρε, Κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μετάφραση

Καθὼς ψέλνουμε ὕμνους στὸν τόκο σου (στὸ Χριστό), Θεοτόκε, ἐσένα ἀνυμνοῦμε ὡς ἔμψυχο ναὸ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μὲ τὸ νὰ κατοικήσει στὴ κοιλιά σου ὁ Κύριος, ποὺ κρατεῖ στὸ χέρι Του τὰ πάντα, σὲ ἁγίασε, σὲ δόξασε καὶ δίδαξε ὅλους νὰ σοῦ φωνάζουν·

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀναδείχτηκες Ἁγία πάνω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς Ἁγίους.

Χαῖρε, κιβωτὲ ποὺ χρυσώθηκες μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀνεξάντλητε.

Χαῖρε, στέμμα πολύτιμο βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, σεβάσμιο καύχημα ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, ὁ ἀκλόνητος πύργος τῆς Ἐκκλησίας· χαῖρε, τὸ ἀπόρθητο τεῖχος τῆς βασιλείας.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴν χάρη σου στήνονται τρόπαια (νίκες πνευματικές)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴν δύναμή σου οἱ ἐχθροὶ συντρίβονται.

Χαῖρε, τοῦ σώματός μου ἡ θεραπεία· χαῖρε, τῆς ψυχῆς μου ἡ σωτηρία.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (ἐκ γ´)· δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλούϊα

Μετάφραση

Ὦ πανύμνητη Μητέρα, ποὺ γέννησες τῶν Ἁγίων ὅλων τὸν Ἁγιώτατο Λόγο (3 φορές)· ἀφοῦ δέχτηκες αὐτὴν τὴν προσφορὰ τῆς δοξολογίας μας, φύλαξέ μας ὅλους ἀπὸ κάθε συμφορὰ καὶ λύτρωσε ἀπὸ τὴν μέλλουσα κόλαση ἐμᾶς ποὺ σοῦ φωνάζουμε δυνατὰ Ἀλληλούϊα.

Για ποιον λόγο διαβάζονται οι Χαιρετισμοί της Παναγίας

Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας (Ακάθιστος Ύμνος) ψάλλονται κυρίως κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (κάθε Παρασκευή) ως ένας ύμνος δοξολογίας, ευχαριστίας και τιμής προς το πρόσωπο της Θεοτόκου. Πρόκειται για ένα σπουδαίο ποιητικό έργο του 6ου-7ου αιώνα που εξυμνεί τη σύλληψη του Χριστού, την ενανθρώπηση και την ταπείνωση της Παναγίας.
Οι λόγοι που ψάλλονται είναι:
Τιμή προς την Παναγία: Είναι η έκφραση της αγάπης των χριστιανών προς τη Μητέρα του Θεού, αναγνωρίζοντας τον ρόλο της στη σωτηρία.
Ιστορικό Γεγονός: Σύμφωνα με την παράδοση, η Πόλη σώθηκε από εχθρούς με τη βοήθεια της Παναγίας, και ο ύμνος ψάλθηκε όρθιοι (ακάθιστοι) σε ένδειξη ευγνωμοσύνης.
Προετοιμασία για το Πάσχα: Κατά τη νηστεία της Σαρακοστής, οι χαιρετισμοί ("Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε") ενισχύουν πνευματικά τους πιστούς, εστιάζοντας στο μυστήριο της Ενανθρώπησης.
Προσευχή: Αποτελούν μια δομημένη προσευχή που ξεκουράζει τον νου και βοηθά στην εστίαση της καρδιάς προς τον Θεό.
Συνολικά, οι Χαιρετισμοί θυμίζουν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την "αδιαφθόρως" γέννηση του Χριστού, τιμώντας την ως την "Τιμιωτέραν των Χερουβείμ".

Τις τέσσερις (4)  Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής διαβάζεται (εμμελώς)  από ένα κομμάτι του χαρμόσυνου Ακαθίστου Ύμνου, ενώ την 5η Παρασκευή διαβάζεται εμμελώς όλος ο Ακάθιστος Ύμνος.

Κάθε Παρασκευή και τις πέντε Παρασκευές πριν την εμμελή απαγγελία από τον Λειτουργό, ενώπιον του Ι. Εικονίσματος της  Παναγίας  μας,  στο  μέσον  του  Ναού,  κάθε  Ορθοδόξου Ναού, των Χαιρετισμών, ψέλνεται η Ακολουθία του Μικρού Αποδείπνου και ξεκινάει από τα ιερά Αναλόγια ο Λαοφιλής Κανόνας των Χαιρετισμών «ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ……» και μία σειρά τροπαρίων των 8 Ωδών.

Ο Κανόνας αυτός είναι ποίημα ενός από τους Μεγαλύτερους δογματικούς Πατέρες της Εκκλησίας του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, ενώ το πρώτο τροπάριο κάθε Ωδής δηλ. ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ κ.λ.π.  ποίημα του Ιωσήφ του Ξένου  του Υμνογράφου. 

Πηγή της θεματολογίας του Κανόνα η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας. 

Οι Χαιρετισμοί είναι ποίημα του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού. 

Ένα Παγκόσμιο μοναδικό, καλλιτεχνικό, φιλολογικό και θεολογικό ποίημα  σε 24 στροφές  Οίκους σύμφωνα με τα 24 γράμματα του Ελληνικού Αλφάβητου. 

Οι Μονοί Οίκοι-περιττοί 1, 3, 5, 7, 9, κ.λ.π με τα γράμματα Α, Γ, Ε, Η  έχουν από  18 στροφές και ξεκινούν και τα καταλήγουν με το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε» ενώ 

Οι ζυγοί-άρτιοι 2,4,6,8 κ.λ.π. Β, Δ, ΣΤ, έχουν 5 στίχους-προτάσεις και καταλήγουν με το «ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ».

Οι πρώτοι οι μονοί αναφέρονται στην Θεοτόκο και οι άρτιοι οι ζυγοί στο πρόσωπο κυρίως του Ιησού Χριστού και της Μητέρας του. 

ΓΕΝΙΚΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ Η ΕΟΡΤΗ - ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

Από τους Χαιρετισμούς οι 12 πρώτες στροφές από το  γράμμα Α (ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΗΣ …) μέχρι το Μ (ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΣΥΜΕΩΝΟΣ) είναι καθαρή αναφορά στο ιστορικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Παναγίας μας και πιο συγκεκριμένα τα γεγονότα   από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Υπαπαντή. 

Οι τελευταίες στροφές -12 τελευταίοι Οίκοι αποτελούν το Θεολογικό-Δογματικό μέρος της Εκκλησίας για την ενανθρώπιση του Χριστού και τον σκοπό αυτής της ενανθρωπήσεως, που είναι η σωτηρία μας μέσα στην Εκκλησία, της οποίας αποτελούμε βαπτισμένα μέλη και την συνέργεια της Κυρίας Θεοτόκου σε αυτήν την σωτηρία του  ανθρωπίνου γένους. 

Σε  όλο  το  Ποίημα  του  Ακαθίστου Ύμνου  ακούμε  την  δοξολογική έκφραση «ΧΑΙΡΕ ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ» 144 φορές.

Στο μέσον περίπου πάντα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στις 25 Μαρτίου, η Εκκλησία μας καλεί να τιμήσουμε τον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, μεγάλη Δεσποτική -Θεομητορική Εορτή. 

Όι Μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές μέσα στη διάρκεια του εκκλησιαστικού χρόνου έχουν προεόρτιο περίοδο και μεθεόρτιο περίοδο…π.χ. Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Υπαπαντή, κ.λ.π..  

Η μόνη μεγάλη Εορτή η οποία στερείται προεόρτιων ύμνων και ακολουθιών για το γεγονός που  πρόκειται να  εορταστεί αλλά και  μεθεόρτια περίοδο  βιώσεως θα  λέγαμε και συνεχούς υπενθυμίσεως αυτής   της Εορτής είναι, λόγω της πενθηφόρου-λυπηρής περιόδου της Αγ. και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εορτή του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ. 

Για τον λόγο αυτόν η Εκκλησία τοποθέτησε κάθε Παρασκευή βράδυ στην περίοδο της Αγίας και Μ. Τεσσαρακοστής τους Χαιρετισμούς για να καλύψει, αυτήν την έλλειψη και να έχουμε συνεχώς στον νου και την καρδιά μας και πριν την εορτή του Ευαγγελισμού  25 Μαρτίου αλλά και μετά από αυτήν το πόσο σημαντικό γεγονός είναι  η Εορτή αυτή για την  ζωή  της  Εκκλησίας  αλλά και της Ανθρωπότητας στο  σύνολό της.    

Έτσι  προσερχόμενοι κάθε Παρασκευή την περίοδο αυτήν στην Εκκλησία μας, μέσα από την Λατρευτική μας ζωή, διδασκόμαστε και μαθαίνουμε τις αλήθειες της πίστεως μας, τις ομολογούμε και τις διαλαλούμε με την ζωή και έργα μας και μετέχουμε ουσιαστικά και συνειδητά στο έργο της σωτηρίας μας.

Η Θεία Λατρεία της πίστεως μας είναι το πλούσιο εκείνο περιβόλι της Εκκλησίας του Χριστού, όπου κανείς, αν θέλει, βρίσκει φυτεμένο ό,τι πιο ωραίο, ό,τι πιο ευγενικό, ότι πιο θείο γέννησε η θρησκεύουσα ψυχή του πιστού χριστιανού, φωτισμένου με την Χάρη του Παρακλήτου, του Αγ. Πνεύματος. 

Μέσα στη Θ. Λατρεία συναντά κανείς, αν διαθέτει τέτοια αισθητήρια, την ουράνια αρμονία που έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν για την Δόξα του Θεού, της Κυρίας Θεοτόκου και των Αγίων μας οι χορδές ευγενικών ανθρωπίνων καρδιών και υπάρξεων, μυστικές λύρες και όργανα της Χάριτος.

Μέσα στη Θεία Λατρεία της Εκκλησίας εντάσσεται και η μοναδική σε κάλλος, ποίηση, εικόνες και ομορφιά λέξεων και φράσεων «ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ-ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ».  

Αξίζει να τονίσουμε την παρουσία της Παναγίας πριν τον Ευαγγελισμό Της, μετά την γέννηση του Υιού Της, αλλά και μέχρι το τέλος, της επί της γης παρουσίας Της. 

Παρουσία πλήρως δοσμένη στην Θ. Λατρεία του Θεού αρχικά με την εισαγωγή και παραμονή της επί χρόνια πολλά στο Ναό του Σολομώντα αλλά και στη συνέχεια με την πορεία του Υιού  Της.  

Η Θεία Λατρεία για την Παναγία αλλά και για κάθε πιστό μέλος της Χριστιανικής Εκκλησίας μας δεν είναι έργο ανθρώπου είναι ένα μυστήριο. Μυστήριο που δεν σταθμίζεται και δεν κρίνεται με ανθρώπινα μέτρα και κριτήρια. 

Η Θεία λατρεία δεν είναι θεατρική παράσταση, δεν είναι φολκλορική πολιτιστική εκδήλωση. Η Θεία Λατρεία είναι μία βασική εσώτατη λειτουργία του Σώματος του Χριστού, είναι ενέργεια του Παρακλήτου.

Ο κάθε πιστός μέσα στην Θεία Λατρεία συνάπτει και φτιάχνει μία ζωντανή προσωπική και συλλογική επαφή και σχέση με τον Θεό, τον εσωτερικό κόσμο του και τους συνανθρώπους δίπλα του.

Η  Χριστιανική Λατρεία  μέσα  από  την  υπέροχη τάξη  και  αρμονία  ύμνων, λόγων  λέξεων και δρώμενων-πράξεων  είναι ένα ευωδιαστό θυμίαμα όπως και η Παναγία μας, το Δεκτό υπό του Ακτίστου Τριαδικού Θεού μας Πρεσβείας Θυμίαμα. 

Θυμίαμα πράξεων, λόγων, έργων πορείας προς τον Θρόνο της Δόξης και της μεγαλοσύνης του Θεού. Βέβαια είναι «τοις πάσι» ότι ο Τριαδικός Θεός είναι αυτάρκης, δεν έχει ανάγκη από τα της ανθρώπινης Λατρείας. 

Ο Άνθρωπος έχει ανάγκη να σηκώσει τα μάτια και το ανάστημά του στο Θρόνο του Θεού στη Θεία Λατρεία γιατί μέσω αυτής θα μας τονίσει ο  Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «διαρρηγνύει τους δεσμούς του και την υποδούλωσή του στον υλικό και μόνο πεπερασμένο και άρρωστο κόσμο μας». 

Βγάλτε οι πιστοί την Θεία Λατρεία από την ζωή σας και τότε θα δείτε και θα ζήσετε και θα βιώσετε την ΚΟΛΑΣΗ που λέγεται ζωή χωρίς τίποτα. 

Η Χριστιανική Θεία Λατρεία μέσα από τον κόσμο των αισθήσεων (ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, ΠΟΙΗΣΗ, ΜΟΥΣΙΚΗ, ΘΕΑΤΡΟ, ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΙΚΗ, ΜΑΡΜΑΡΟΓΛΥΠΤΙΚΗ, ΧΡΥΣΟΧΟΪΚΗ, ΥΦΑΝΤΙΚΗ, ΟΜΙΛΗΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ,  ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΏΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ)  αγωνίζεται και ανεβάζει όσο πιο ψηλά μπορεί τον άνθρωπο και μάλιστα τον πιστό άνθρωπο ανεβάζει την καρδιά, το νου, τις σκέψεις, τα αισθήματα και τα συναισθήματα, χαρίζοντας μοναδικά και ανεπανάληπτα βιώματα, ώστε η λειτουργική έκφραση «ΑΝΩ ΣΧΩΜΕΝ ΤΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ» να βρίσκει πράγματι ανταπόκριση στα τελούμενα στην Εκκλησία μας.

Η Χριστιανική Θεία Λατρεία τέλος είναι ένδειξη και της βασικής ιδιότητάς μας να είμαστε όντα και υπάρξεις κοινωνικές. 

Δενόμαστε εφόσον το θέλουμε, εφόσον το επιζητούμε, στην Οικογένεια που ονομάζεται Εκκλησία, Ενορία, Λατρευτική Κοινότητα  και ως τέτοια Κοινότητα απευθύνουμε τις δεήσεις και τις ικεσίες μας στον Θεό και ζητούμε τις πρεσβείες και την προστασία μας από την Κυρία Θεοτόκο.

Ερχόμαστε στον Ναό του Θεού και αφήνουμε έξω από αυτόν τις συνήθειες μας, τις κακοτροπιές μας, τις παραξενιές και ιδιοτροπίες μας, την δική μας απρόσεκτη ζωή  σε λόγια και έργα. 

Δεν θα προσαρμόσουμε τους άλλους πιστούς στα δικά μας μέτρα, επιφανειακά –κοσμικά,  εμείς θα αγωνιστούμε να  απαλλαγούμε πρώτα από όλα από τα άσχημα πάθη μας και να  ομοιάσουμε και να φθάσουμε  τους αγίους μας, αλλάζοντας τρόπο και σκέψεις και νου και αισθήματα, εμείς θα αλλάξουμε για να ομοιάσουμε στην Παναγία, και τους Αγίους. 

Γι΄ αυτό και όταν στην διάρκεια της Θείας Λατρείας άλλος συζητά, χωρίς να ακούει και να συμμετέχει στα τελούμενα, άλλος αναιδέστατα όταν δεν πρέπει κινείται, άλλος βαριέται να ακούσει πράγματα για την σωτηρία του, άλλος αδιάφορα είναι μεν σωματικώς παρών, αλλά η καρδιά και το μυαλό είναι αλλού, τότε σημαίνει ότι πολύ επιπόλαια, πολύ επιδερμικά ζει και αν ζει, ουσιαστικά δεν ζει και δεν απολαμβάνει την Χριστιανική Θεία Λατρεία. 

Να αναρωτηθούμε μέσα μας πόσο βοήθησα να ανέβουν οι ψυχές των πιστών απόψε, αύριο, στη Θ. Λειτουργία σε κάθε στιγμή της Θ. Λατρείας και πόσες φορές με την απρόσεκτη συμπεριφορά μου έγινα αιτία σκανδαλισμού του πιστού αδελφού, που θέλει να ζήσει και να βιώσει την Ενορία ως πρόθυρα της Βασιλείας του Θεού.

Ας θυμηθούμε και ας μιμηθούμε όλους τους Αγίους όλων των αιώνων και εποχών οι οποίοι τίμησαν και τιμούν την Παναγία μας, ύμνησαν και υμνούν την Παναγία, στηρίχθηκαν  στην Παναγία και στηρίζουν διά της Παναγίας  όλους όσους ελπίζουμε και πιστεύουμε σε Αυτή. 

ΚΑΙ ΜΟΝΟ Η ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ ΚΥΡΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ…βροντοφωνάζει ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς ….ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΧΡΩΜΕΝΟ. 

Ας κατέχει κεντρική θέση στην καρδιά και στην ζωή μας, ας της ζητήσουμε να μας δώσει δύναμη εξ ύψους, ώστε με καθαρή γλώσσα, σκέψεις διανοήματα, καθαρό νου, μάτια, καρδιά και σώμα να λογιζόμαστε παιδιά της,  τέκνα της και τέκνα του δικού της Υιού και Σωτήρα των ψυχών ημών Αμήν.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Ποιός είναι ο Δημιουργός τού Χώρου και τού Χρόνου;

Γιατί η πρώτη αιτία προϋποθέτει νόηση;

Η ύπαρξη τού Θεού και η σχέση του με το σύμπαν, είναι ένα θέμα που απασχολεί πλήθος ανθρώπων σήμερα. Ο Θεός δεν είναι αντικείμενο να τον εξετάσουμε σε κάποιο εργαστήριο επιστημονικά. Ως ελεύθερο ον, αποκαλύπτεται σε όποιον Εκείνος θέλει. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για αποδείξεις περί ύπαρξης ή ανυπαρξίας τού Θεού, παρά μόνο για λογικές σκέψεις περί Αυτού. Αν και αυτά είναι ζητήματα έξω από την ανθρώπινη εμπειρία, είναι αναγκαίο να γίνει μια τέτοια λογική έρευνα, για τους ανθρώπους που ζητούν να βρουν μια λογική αιτία πίστης σε έναν δημιουργό.

1. Ποια είναι η πρωταρχική αιτία τής ύπαρξης τού σύμπαντος;

Αυτό είναι ένα καλό ερώτημα για να αρχίσουμε. Μα για την αναζήτηση αυτής τής αιτίας, δεν είναι συνεπές να ψάξουμε μέσα στο σύμπαν, γιατί η αιτία ύπαρξής του, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται έξω από αυτό, μια και το ίδιο το σύμπαν είναι παράγωγο αυτής τής αιτίας.

Έχει όμως αρχή το σύμπαν, ή υπήρχε πάντοτε;

Σ' αυτό το ερώτημα οι κοσμολόγοι δεν έχουν δώσει ακόμα τελική απάντηση. Ας δούμε λοιπόν, όλες τις πιθανότητες για το "είδος" τού σύμπαντος στο οποίο κατοικούμε.

Κατ' αρχήν, είναι αναγκαίο να πούμε, ότι σύμφωνα με όλες τις κοσμολογικές θέσεις, ο χώρος και ο χρόνος, δεν υπήρξαν πριν από το ίδιο το σύμπαν, αλλά από τότε που υπάρχει χρόνος και χώρος, υπάρχει και το υπόλοιπο σύμπαν. Συνεπώς, αν το σύμπαν έχει αρχή, έχει αρχή και ο χωροχρόνος.

Υπάρχουν δύο ειδών μοντέλα για το σύμπαν. Αυτά που λένε ότι το σύμπαν έχει αρχή, και αυτά που λένε ότι υπήρχε πάντοτε. Ας δούμε το πρώτο είδος:

1. Αν το σύμπαν έχει αρχή, (και κατ' επέκτασιν έχει αρχή κι ο χωροχρόνος), τα πράγματα είναι απλούστερα. Τότε, χρειάζεται για την ύπαρξή του μια πρώτη αιτία, κάτι που να του δώσει ύπαρξη από την ανυπαρξία.

Χαρακτηριστικό τού μηδενός και τής ανυπαρξίας, είναι η έλλειψη οποιουδήποτε πράγματος, ακόμα και η έλλειψη αιτίας. Αν λοιπόν το σύμπαν "κάποτε" δεν υπήρχε, δεν μένει παρά να δεχθούμε ότι υπάρχει κάποια πρώτη αιτία εκτός χωροχρόνου, που να το έφερε σε ύπαρξη.

Αυτή η πρώτη αιτία, είναι αναγκαίο να μην περιορίζεται σε χώρο και χρόνο, δηλαδή να είναι άπειρη, πανταχού και πάντοτε παρούσα, συνεπώς άναρχη, άκτιστη και αϊδια.

Την πρώτη αυτή άναρχη, άκτιστη, άπειρη και αϊδια αιτία, ονομάζουμε Θεό.

2. Σε ένα άπειρο σύμπαν, δύο είναι οι περιπτώσεις:

α. Το ανακυκλούμενο, και

β. Το πληθωρισμικό υπερσύμπαν, με πιθανή την ύπαρξη απείρων θυγατρικών συμπάντων, που συνεχώς γεννώνται απ' αυτό.

α. Αν το σύμπαν μας είναι ανακυκλούμενο, αν δηλαδή συνεχώς διαστέλλεται και συστέλλεται, πάλι χρειάζεται μία αιτία για την κάθε διαστολή. Αν δηλαδή συστέλλεται εξ' αιτίας τής βαρύτητας, τότε χρειάζεται μία τεράστια εξωτερική δύναμη που να το κάνει να υπερνικήσει την βαρύτητα τής τεράστιας μάζας του, και να διασταλεί εκ νέου. Πάλι δηλαδή πρέπει να καταφύγουμε στην πρώτη αυτή αιτία, που ονομάσαμε Θεό. Αυτή όμως η υπόθεση, έχει αποδειχθεί πρόσφατα εσφαλμένη, καθώς οι έρευνες πρόσφατα, (2 Απριλίου 2001), απέδωσαν το συμπέρασμα ότι το σύμπαν μας είναι ανοικτό, δηλαδή θα διαστέλλεται για πάντα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι δεν είναι παλλόμενο ή ανακυκλούμενο. Συγκεκριμένα, ο Μάικλ Τέρνερ, αστρονόμος του Πανεπιστημίου του Σικάγο δήλωσε σε σε επιστημονική σύσκεψη στα κεντρικά γραφεία της NASA.: «Για εβδομήντα ολόκληρα χρόνια οι αστρονόμοι και οι κοσμολόγοι πίστευαν ότι ναι μεν το σύμπαν διαστέλλεται, αλλά η ταχύτητα διαστολής του κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον θα ελαττωθεί. Το ερώτημα ήταν πότε. Τώρα όμως, μετά την ανακάλυψη της μεγάλης απόστασης του υπερκαινοφανούς αστέρα 1997ff, αποδείξαμε ότι όχι μόνο το σύμπαν συνεχίζει να διαστέλλεται, αλλά και ότι η ταχύτητά του όλο και αυξάνεται αντί να μειώνεται».*

β. Αν πάλι το σύμπαν μας είναι μία μικρή "φυσαλίδα" ενός πληθωρισμικού υπερσύμπαντος, θα μπορούσε να είναι ένα από τα άπειρα συνεχώς γενώμενα και εξαφανιζόμενα σύμπαντα κάθε τύπου, που το κάθε ένα από αυτά, έχει την αιτία του σε ένα άλλο "προγονικό" του σύμπαν, και που ίσως γίνει αιτία τής ύπαρξης ενός νέου σύμπαντος. Σε ένα τέτοιο σύμπαν, μερικοί δεν βλέπουν το λόγο γιατί θα έπρεπε να αναζητήσουν κάποια άλλη αιτία έξω απ' αυτό το υπερσύμπαν, αν και πάλι θα μπορούσε να υπάρχει η άλλη αιτία που ονομάσαμε Θεό.

Και πάλι όμως, εδώ το μόνο που κατορθώνεται, είναι να περιπλακεί, και να μετατεθεί το πρόβλημα. Και πάλι, παραμένει το ερώτημα: "Ποια η αιτία ύπαρξης αυτού τού υπερσύμπαντος;"

Ακόμα και σ' ένα υπερσύμπαν χωρίς χρονική αρχή, είναι απαραίτητη η αρχή του ως προς τον λόγο ύπαρξης, ακόμα κι αν τα επιμέρους τμήματά του, έχουν την αιτία τους, το ένα στο άλλο! Καθώς τα επί μέρους σύμπαντα κάπου στο χωροχρόνο τους συνδέονται, το όλο σύστημα μπορεί και πάλι να θεωρηθεί ως ΕΝΑ υπερσύμπαν, που ο χωροχρόνος του και η αιτιακή αλυσίδα του δημιουργούν βρόγχο. Και φυσικά, ο λόγος ύπαρξής του θα πρέπει να αναζητηθεί πάλι έξω απ' αυτό το σύμπλεγμα πιθανόν απείρων συμπάντων.

Καταλήγουμε λοιπόν, στο ότι κάθε τι στο σύμπαν, υπόκειται στους νόμους τού χώρου και τού χρόνου, και συνεπώς είναι τρεπτό. Μόνο η πρώτη αιτία, δεν υπόκειται σε κανενός είδους νόμους, συνεπώς είναι άτρεπτη, και δεν μεταβάλεται όσος χρόνος κι αν περάσει.

Η πρώτη δημιουργός αιτία λοιπόν, είναι "άκτιστη" καθ' ότι άτρεπτη, και όλα τα παράγωγά της, είναι "κτίσματα". Η πρώτη αιτία έξω από το χωροχρόνο είναι ο Θεός, και όλα τα άλλα που υπόκεινται σε νόμους, είναι τα κτίσματα.

2. Και ποια είναι η αιτία ύπαρξης αυτής τής "πρώτης αιτίας";

Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που έρχεται στη σκέψη. Όμως, εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. 

Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε μιλήσει για τριών ειδών καταστάσεις: 1. Τής ανυπαρξίας, 2. τού κτιστού, και 3. τού ακτίστου.

Είπαμε ότι το χαρακτηριστικό της ανυπαρξίας ή τού μηδενός, είναι η έλειψη οποιουδήποτε πράγματος ή αιτίας, και το χαρακτηριστικό τής κτίσης, είναι η τρεπτότητα, και η αναγκαιότητα αιτίας ύπαρξης, μια και υπόκειται σε νόμους.

Το χαρακτηριστικό τού "ακτίστου" όμως, είναι η έλειψη μεταβολής, (μια και δεν υπόκειται σε νόμους τού χωροχρόνου), και συνεπώς η έλειψη οποιασδήποτε εξωτερικής αιτίας ύπαρξης.

Ενώ λοιπόν είναι χαρακτηριστικό τής κτίσης να έχει πρώτη αιτία έξω απ' αυτήν, αντιθέτως, είναι χαρακτηριστικό τού ακτίστου να μην έχει αιτία ύπαρξης έξω απ' αυτό, μια και ως άτρεπτο, δεν επιδέχεται εξωτερική επιρροή.

Η κατάσταση τής ανυπαρξίας, ουδέποτε υπήρξε, μια και ακόμα και χωρίς την ύπαρξη τού σύμπαντος, υπήρξε αυτή η πρώτη αιτία που ονομάζουμε Θεό. Έτσι, στην πραγματικότητα που ζούμε, υπάρχουν δύο ειδών "οντότητες": Οι κτιστές, και το άκτιστο.

Μα αν το άκτιστο έχει ως "χαρακτηριστικό" του την ατρεψία, ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό, δεν σημαίνει αυτό ότι δεσμεύεται απ' το χαρακτηριστικό του; Το να χαρακτηρίζει δηλαδή κάτι την φύση τού ακτίστου, δεν σημαίνει ότι και το άκτιστο διέπεται από νόμους;

Εδώ, ερχόμαστε για πρώτη φορά, στο ζήτημα τής θέλησης.

Ως εδώ, μιλήσαμε κυρίως για την πρώτη αιτία, ή για το άκτιστο, ως για κάποιο άψυχο αντικείμενο, ώστε να προσεγγίσουμε την έκφραση: "ανωτέρα δύναμη", που χρησιμοποιούν πολλοί για να αποφύγουν την παραδοχή ενός "προσωπικού Θεού". Τώρα όμως, γίνεται αναγκαίο να μιλήσουμε για το άκτιστο, ως για έναν προσωπικό Θεό.

Αν ο Θεός ήταν κάτι άψυχο, θα ήταν φυσικά δεσμευμένος από το οποιοδήποτε χαρακτηριστικό τής φύσης του. Και πράγματι, οτιδήποτε δεν διαθέτει νόηση, υπόκειται σε νόμους, και υπάρχει βάσει κάποιων νόμων και χαρακτηριστικών τής φύσης του. Δεν σημαίνει όμως το ίδιο και με τα νοήμονα όντα. Ένα νοήμον ον, έχει την ελευθερία βούλησης, που τα άψυχα δεν έχουν. Για παράδειγμα, ένας κόκκος σκόνη, θα πάει όπου τον σπρώξει ο αέρας, και ένας πλανήτης, θα κινείται συνεχώς στην προκαθορισμένη τροχιά του, από τους φυσικούς νόμους. Ακόμα και ένας φυσικός νόμος, θα ενεργεί άβουλα, βάσει τών χαρακτηριστικών που τον περιορίζουν. Όσο όμως πιο νοήμον είναι κάτι, τόσο μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας έχει. Για παράδειγμα, μία μέδουσα, έχει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας επιλογής από ένα φυτό. Και ένας σκύλος, ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία, ώσπου φτάνουμε στον άνθρωπο, που διαθέτει την μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, από όλη την επίγεια κτίση.

Ακόμα και ένας άνθρωπος όμως, υπόκειται σε περιορισμούς τής κτιστής φύσης του. Πρέπει για παράδειγμα να φάει, να κοιμηθεί, να ακολουθήσει συγκεκριμένες κινήσεις για να αλλάξει τη θέση του στο χώρο, και άλλα. Έτσι, ό,τι γίνεται από ανάγκη, είναι περιοριστικό χαρακτηριστικό τής φύσης τού ανθρώπου, και ό,τι γίνεται από την θέλησή του, είναι προϊόν τής ελεύθερης βούλησής του.

Ο Θεός λοιπόν ως άκτιστος, και ως το μόνο απόλυτα ελεύθερο νοήμον ον, δεν περιορίζεται ούτε από τα χαρακτηριστικά του, επειδή τα χαρακτηριστικά του αυτά, είναι σύμφωνα με τή δική Του ελευθερία.

Είδαμε στα παραπάνω, ότι για να υπάρξει η κτίση, προϋποθέτει μια άκτιστη πρώτη αιτία. Είδαμε επίσης, ότι η πρώτη αυτή αιτία για να μην χρειάζεται μια άλλη πρώτη αιτία, πρέπει να μην δεσμεύεται από τίποτα έξω απ' αυτήν, ούτε ακόμα από τα χαρακτηριστικά τού ακτίστου. Επειδή όμως και το άκτιστο έχει κάποια "χαρακτηριστικά", είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε, ότι τα "χαρακτηριστικά" αυτά, δεν είναι δεσμευτικά τού ακτίστου, αλλά είναι χαρακτηριστικά συμβατά με την ελεύθερη βούληση τού Θεού.

Ο μόνος τρόπος για να μην αναζητήσουμε μια άλλη πρώτη αιτία για την ύπαρξη τού Θεού, είναι να έχει νόηση, να είναι ελεύθερο πρόσωπο.

Εάν λοιπόν υπάρχει κτίση, υπάρχει κατ' ανάγκην και η πρώτη άκτιστη αιτία. Εφ' όσον όμως υπάρχει άκτιστο, πρέπει κατ' ανάγκην να είναι νοήμον, ώστε να μην εξαρτάται από άλλη πρώτη αιτία!

Η νόηση στο σύμπαν, είναι η πραγματική πρώτη αιτία τής ύπαρξης. Ο Θεός υπάρχει, και είναι αυτό που είναι επειδή το θέλει, και όχι επειδή τού το υπαγορεύει η φύση Του! Έχουμε δηλαδή την εξής αντίθεση από εμάς: Η δική μας ύπαρξη και νοημοσύνη, εξαρτάται από τή φύση μας. Στον άκτιστο Θεό όμως, η φύση Του είναι έτσι σε συμφωνία με τη βούλησή Του.

Είδαμε επίσης, ότι όσο πιο νοήμον είναι ένα ον, τόσο πιο ελεύθερο είναι. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός, ως απόλυτα ελεύθερος, έχει την απόλυτη νόηση και σοφία, πράγμα άλλωστε που φαίνεται και στο μεγαλείο τής δημιουργίας Του. 

Ο Θεός, είναι ένα ον εντελώς ελεύθερο, το μόνο που έχει την αιτία τής ύπαρξής του στον εαυτό Του. Δεν περιορίζεται και δεν εξαρτάται από τίποτα, ενώ ο ίδιος μπορεί να κάνει (και κάνει) ό,τι βούλεται, με απόλυτη ελευθερία. Συνεπώς, όλοι εμείς, και όλη η υπόλοιπη κτίση, είναι αυτή που είναι, και έτσι που είναι, επειδή Εκείνος έτσι το θέλησε χωρίς ο ίδιος να έχει oποιαδήποτε ωφέλεια από την κτίση.

Εάν λοιπόν ο Θεός μας έφτιαξε ως προϊόντα ανιδιοτελούς θέλησης, αυτό σημαίνει ότι είμαστε προϊόντα τής αγάπης Του, μια και δεν είχε άλλο λόγο να μας φτιάξει, εκτός από το να μας προσφέρει το κάθε τι που απολαμβάνουμε, ακόμα και την ίδια μας την ύπαρξη.

Επίσης η ύπαρξή μας σ' αυτό το σύμπαν, φανερώνει και έναν σκοπό. Απομένει λοιπόν να τον ανακαλύψουμε, ώστε να έχουμε μια προσωπική σχέση με Αυτόν, που έφτιαξε το σύμπαν, και που τόσα τού χρωστάμε.


*Εγώ είμαι αντίθετος στην θεωρία των επιστημόνων ότι το σύμπαν θα διαστέλλεται συνεχώς και θα εξηγήσω το που στηρίζομαι και το γράφω.

Όταν ο Θεός είπε ότι οι ουρανοί κι η γη θα κατακαούν, στο μυαλό μου ήρθε η συστολή του διαστέλλοντος σύμπαντός μας και η τεράστια θερμοκρασία που θα δημιουργηθεί για να γίνουν πράξη τα λόγια του Κυρίου.