Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Η αξία των φιλότιμων και καλοσυνάτων ανθρωπων

Ξεκίνησα να γράφω αυτό το άρθρο μέσα στην μεγάλη εβδομάδα παρατηρώντας κάποιους ανθρώπους να έχουν ένα φωτεινό ταμπελάκι πανω στο μετωπό τους με λέξεις, όπως ΗΘΟΣ, ΦΙΛΟΤΙΜΟ και ΚΑΛΟΣΥΝΗ

Η αξία των φιλότιμων και καλοσυνάτων ανθρώπων με ήθος είναι ανεκτίμητη, καθώς αποτελούν τον "ιστό" που κρατά τις ανθρώπινες κοινωνίες ενωμένες και ισορροπημένες. 

Η καλοσύνη, παρά την αντίληψη ότι μπορεί να είναι βαρετή, αποτελεί κεντρικό στοιχείο σε πολλές ιστορίες και στην ζωή, προσφέροντας βάθος και ουσία στις σχέσεις.

Οι καλοσυνάτοι άνθρωποι έχουν ηθικές αξίες. Λειτουργούν συχνά ως προστάτες και δάσκαλοι, προσφέροντας αναγνώριση και υποστήριξη σε ένα περιβάλλον που μπορεί να είναι ανταγωνιστικό.

Όπως αναφέρεται, η δικαιοσύνη και η καλοσύνη είναι δυνάμεις που κρατούν τα πάντα ζυγισμένα και αρμονικά.

Σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος υποβιβάζεται, οι καλοσυνάτοι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν την ανθρωπιά, το δίκαιο και την ηθική, αποτελώντας αντίβαρο σε κατώτερα ένστικτα ή κοινωνικές πιέσεις.

Η αξία τους έγκειται στην ικανότητά τους να διατηρούν την ανθρωπιά, να προσφέρουν αλληλεγγύη και να δημιουργούν ένα πιο αρμονικό περιβάλλον για όλους.

Γι' αυτό κι ο Χαλίλ Γκιμπράν λιβανέζος ποιητής και φιλόσοφος λέει ότι «Η καλοσύνη είναι η αρετή των δυνατών ανθρώπων» και υπογραμμίζει ότι η πραγματική δύναμη δεν έγκειται στην επιβολή, αλλά στην ικανότητα να δείχνει κανείς ανιδιοτελή αγάπη και ευγένεια στους συνανθρώπους του.

Η καλοσύνη απαιτεί ψυχική δύναμη και ανωτερότητα, καθώς επιλέγει την κατανόηση έναντι της σύγκρουσης.

Θεωρείται μια στάση ζωής που αντανακλά την εσωτερική ομορφιά σε δράση.

Η καλοσύνη είναι, επομένως, μια ενεργητική επιλογή ευγένειας που πηγάζει από ανθρώπους με αυτοπεποίθηση και ψυχικό βάθος.

Συνήθως την βρίσκουμε σε άτομα που δρουν με ανιδιοτέλεια, θέτοντας την ευημερία των άλλων πάνω από το προσωπικό τους συμφέρον. 

Διαπνέονται από ηθική ευαισθησία, προσφέροντας υλική ή πνευματική υποστήριξη χωρίς προσδοκία ανταλλάγματος. 

Ονομάζονται και αλτρουιστες ένας ορος, που επινοήθηκε από τον Ογκίστ Κοντ Γάλλο φιλόσοφος, (γνωστό ως ιδρυτής της κοινωνιολογίας και του θετικισμού) και αποτελεί το αντίθετο του εγωισμού.

Επιδιώκουν το καλό των άλλων,  θυσιάζοντας συχνά δικούς τους πόρους ή χρόνο.

Διαθέτουν υψηλή ικανότητα να κατανοούν και να μοιράζονται τα συναισθήματα των άλλων, γεγονός που τους ωθεί στην πράξη.

Η συμπεριφορά τους καθοδηγείται από αξίες που ευνοούν την συνεργασία και την αλληλεγγύη, ακόμη και αν αυτό επιφέρει προσωπική δυσφορία.

Μελέτες υποδεικνύουν ότι οι "εξαιρετικά καλοσυνάτοι αλτρουιστές" παρουσιάζουν διαφορές στον εγκέφαλο (π.χ. μεγαλύτερη αμυγδαλή), που συνδέονται με την αναγνώριση του φόβου και της ανάγκης στους άλλους.

Ενώ ο εγωισμός εστιάζει στην αυτοεξυπηρέτηση, ο αλτρουισμός εστιάζει στον "άλλον" (από το λατινικό alteri).

Συχνά, ο αλτρουισμός σε κρίσιμες καταστάσεις απαιτεί γενναιότητα, μετατρέποντας τον απλό αλτρουιστή σε ήρωα.

Ο αλτρουισμός είναι θεμελιώδης αρετή σε πολλούς πολιτισμούς και θρησκείες, θεωρούμενος απαραίτητος για την ποιότητα ζωής.

Η φράση "βοηθούν χωρίς ιδιοτέλεια" αναφέρεται στην ανιδιοτελή προσφορά, δηλαδή στην πράξη της βοήθειας προς τους άλλους χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος, αναγνώρισης ή προσωπικού οφέλους.

Υπάρχουν ομάδες και εθελοντές που δρουν με γνώμονα την ανθρωπιά, προσφέροντας σχολικά είδη, τρόφιμα και υλικη στήριξη σε όσους έχουν ανάγκη.

Υπάρχει πράγματι ομορφιά στην ανιδιοτελή φροντίδα και στην επαφή με την ψυχή του άλλου.

Ενώ συχνά θεωρείται ότι οι άνθρωποι δρουν από αυτοενδιαφέρον, η ανιδιοτέλεια αποτελεί μια συνειδητή επιλογή που ξεπερνά την ανάγκη για προσωπικό κέρδος.

 Ακόμα και στον ζωικό βασίλειο, όπως στους πιθήκους καπουτσίνους, έχει παρατηρηθεί αρνητική στάση απέναντι σε εγωκεντρικές συμπεριφορές, υποδηλώνοντας μια ενστικτώδη προτίμηση προς την αλληλοβοήθεια.

 Η πραγματική αγάπη συχνά ταυτίζεται με την ανιδιοτέλεια, καταλύοντας νόμους και συμφέροντα.

Ναι, είναι εξαιρετικά σημαντικό και πολύτιμο να είσαι ηθικός, ανιδιοτελής και σεβαστός προς τους γύρω σου. 

Αυτές οι αξίες αποτελούν τα θεμέλια μιας υγιούς κοινωνίας και προσφέρουν σημαντικά οφέλη τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. 

Η ανιδιοτελής προσφορά συνδέεται άμεσα με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, λιγότερο στρες και μεγαλύτερη ικανοποίηση από την ζωή.

Το να ζεις σύμφωνα με ηθικές αρχές προσφέρει ψυχική γαλήνη και ισχυρή αυτοεκτίμηση.

Ο σεβασμός προς τους άλλους και η ηθική συμπεριφορά χτίζουν εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, τα οποία είναι απαραίτητα για υγιείς προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις.

 Όταν δείχνεις σεβασμό, οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να ανταποδίδουν με τον ίδιο τρόπο, δημιουργώντας ένα θετικό περιβάλλον.

Οι άνθρωποι με ηθικές αξίες συνεισφέρουν στο κοινό καλό, μειώνοντας τις συγκρούσεις και προάγοντας την αρμονία.

Οι καλοσυνάτοι και φιλότιμοι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια, ταπεινότητα και μια έμφυτη διάθεση προσφοράς χωρίς να υπολογίζουν το προσωπικό όφελος. 

Διαθέτουν «αγάπη για την τιμή» (αρχαία ελληνική ρίζα), λειτουργώντας με λεπτή συνείδηση, ηθική και κώδικα τιμής, συχνά θέτοντας το κοινό καλό πάνω από το εγώ.

Δεν αντιδρούν όταν τους ζητείται βοήθεια και προσφέρουν απλόχερα. Εργάζονται σωστά και τίμια, με υψηλό αίσθημα ευθύνης.

Συνδυάζουν την απλότητα με την ευγένεια της ψυχής.

Έχουν εσωτερικό κώδικα τιμής και δεν υπολογίζουν τον εαυτό τους.

Το φιλότιμο και η καλοσύνη αποτελουν έννοιες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κουλτούρα, συνδέοντας την τιμή με την καλοσύνη

Συνοψίζοντας, η ηθική συμπεριφορά των φιλοτιμων και καλοσυνάτων ανθρώπων και ο σεβασμός δεν είναι απλώς "καλοί τρόποι", αλλά δυναμικές στάσεις ζωής που κάνουν τον κόσμο καλύτερο και τον άνθρωπο πιο ολοκληρωμένο.

Χαίρομαι πολύ που έχω γνωρίσει από κοντά τέτοιους χαρισματικούς ανθρώπους κι εύχομαι να τους ανακαλύψετε κι εσείς. 

Αν και λάμπουν ολόκληροι, εσεις απλά κοιτάξτε να δειτε επάνω στο μέτωπο τους φωτεινες λέξεις όπως ΗΘΟΣ, ΦΙΛΟΤΙΜΟ και ΚΑΛΟΣΥΝΗ.

Καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα.


Η πρώτη Ανάσταση

«Και είδον τας ψυχάς εκείνων οι οποίοι είχον αποκεφαλισθή δια την μαρτυρίαν των περί του Ιησού και δια τον λόγον του Θεού και οι οποίοι δεν είχον προσκυνήσει το θηρίον, ούτε την εικόνα του και δεν είχον λάβει το χαραγμένον σημάδι εις το πρόσωπο των ή το χέρι των. Αυτοί ήλθον πάλιν εις την ζωήν και εβασίλευσαν μαζί με τον Χριστόν χίλια έτη… Αυτή είναι η πρώτη ανάστασις.

Μακάριος και άγιος εκείνος ο οποίος συμμετέχει εις την πρώτην ανάστασιν. 

Ο δεύτερος θάνατος δεν έχει εξουσίαν επάνω τους, αλλά θα είναι Ιερείς του Θεού και του Χριστού και θα βασιλεύσουν μαζί του χίλια έτη» (Αποκ. 20,4-6).

Η περικοπή αυτή αναφέρεται εις όλους τους προφήτας και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι έμειναν πιστοί εις τον Θεόν και δεν υπετάχθησαν εις το «θηρίον», ώστε να τους χαράξη εις το πρόσωπον των και εις τα χέρια των το «σημείον» του, το οποίον αποτελεί δείγμα απιστίας κατά του Θεού και πλήρους υποταγής εις τα έργα του Σατανά, μεταξύ των οποίων είναι και η λατρεία των ειδώλων (Ψαλμοί 95,5).

Όλοι αυτοί υπέφερον «δια την μαρτυρίαν του Ιησού και δια τον λόγον του Θεού», παρ' όλον ότι έζησαν εις την εποχήν της Παλαιάς Διαθήκης. 

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικούς για τον Μωυσή, ότι «επροτίμησε μάλλον να υποφέρη μαζί με τον λαόν του Θεού παρά να έχη την πρόσκαιρον απόλαυσιν αμαρτωλών πραγμάτων. Εθεώρησε μεγαλύτερον πλούτον τον ονειδισμόν του Χριστού, καθ' όσον απέβλεπεν εις την ανταπόδοσιν» (Εβραίους 11,25-26. Παράβαλλε Και Ψαλμοί 88,51-52).

Τόσον ο Μωυσής, όσον και όλοι οι Άγιοι άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, τους οποίους αναφέρει ονομαστικώς ο Απόστολος (Εβραίους Κεφ. 11), όπως επίσης ολόκληρον το «νέφος μαρτύρων», περί των οποίων γίνεται λόγος (Εβραίους 12,1), «δεν έλαβον ό,τι είχεν υποσχεθή ο Θεός, διότι ο Θεός προέβλεψε κάτι καλύτερον ως προς ημάς» (Εβραίους 11,40).

Όλοι αυτοί έλαβον μέρος στην «πρώτην ανάστασιν», η οποία συνετελέσθη με την θριαμβευτικήν κάθοδον του Χριστού εις τον άδην (Α' Πέτρ. 3,19) και με την νίκην του Χριστού κατά του διαβόλου και κατά των έργων του διαβόλου. Ευρίσκονται πλέον εις κοινωνίαν με τον Χριστόν και συμβασιλεύουν μαζί Του «χίλια έτη», μέχρι δηλαδή της ελεύσεως του Κυρίου, οπότε θα πραγματοποιηθή και η «δευτέρα ανάστασις», η καθολική κρίσις.

Πραγματικά είναι μακάριοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι μετέχουν στην πρώτην αυτήν ανάστασιν και συμβασιλεύουν με τον Χριστόν. 

Ο «δεύτερος θάνατος», η καταδικαστική, δηλαδή, κρίσις του Θεού κατά την Δευτέρα παρουσίαν, δεν θα έχει για τους δικαίους καμμίαν εξουσίαν.

Αλλά στην δόξα αυτήν των τέκνων της Βασιλείας μετέχουμεν και μείς δια της ζωής «εν Χριστώ», η οποία πραγματοποιείται δια των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. 

Δια του ιερού βαπτίσματος λαμβάνομεν μέρος εις την πρώτην αυτήν ανάστασιν (Ρωμαίους 6,3-11), γινόμεθα μέτοχοι της κοινωνίας των Αγίων και τέκνα της Βασιλείας του Θεού.

Τα «χίλια έτη» της Βασιλείας δεν αναφέρονται εις το μέλλον ήρχισαν με την νίκην του Χριστού κατά του διαβόλου, με την νίκην κατά του θανάτου και θα τελειώσουν με την δευτέραν έλευσιν του Κυρίου.

«Σας βεβαιώ, ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς οι οποίοι ίστανται εδώ», λέγει ο ίδιος ο Κύριος προς τους μαθητάς Του, «οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατον, έως ότου ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται εις την βασιλείαν Του» (Ματθαίος 16,28. Μάρκος 9,1. Λουκάς 9,27. Παράβαλλε Και Ματθαίος 28,20).

Από όλα αυτά γίνεται φανερόν, ότι η χιλιετής βασιλεία, για την οποίαν γίνεται λόγος εις την αποκάλυψιν του Ιωάννου (20,4-6), ήρχισεν ήδη από της εποχής των Αποστόλων. Η βασιλεία αυτή είναι η Εκκλησία του Χριστού η οποία έχει οικοδομηθή επί του θεμελίου των Αποστόλων και των Προφητών, με ακρογωνιαίον λίθον τον Χριστόν (Εφ. 2,20).

Όμως, και οι λοιποί Χριστιανοί, εκείνοι οι οποίοι έλαβον το βάπτισμα μετά την Πεντηκοστήν, όπως και οι μεταγενέστεροι, και ημείς σήμερον, δεν είμεθα «ξένοι και παρεπίδημοι, αλλά συμπολίται των Αγίων και οικείοι του Θεού, διότι και ημείς δια του βαπτίσματος έχομεν οικοδομηθή επάνω εις το ίδιον θεμέλιον και δια του Χριστού έχομεν την είσοδον προς τον Πατέρα εν ενί Πνεύματι» (Εφ. 2,18-20. Παράβαλλε Γαλ. 3,27-28. Εφ. 4,4-6. 5,30. Ιωάννης 10,16).

Επαναλαμβάνομεν λοιπόν, ότι ο λόγος του Κυρίου, ότι πολλοί από τους ακροατάς Του δεν θα δοκιμάσουν θάνατον, έως ότου δούν την βασιλείαν του Θεού, δεν είναι συμβολικός. 

Πρέπει να εκληφθή κατά γράμμα: Η Βασιλεία του Θεού ήρχισε την στιγμήν του θανάτου του Χριστού, την στιγμήν της θριαμβευτικής καθόδου Του εις τον άδην. Τότε έλαβε χώραν η καλούμενη «πρώτη ανάστασις». Ήδη, ζώμεν εις τας εσχάτας ημέρας (Ματθαίος 12,28. Λουκάς 11,20. 17,21).

Πρέπει να υπογραμμίσωμεν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της θέσεως των Αγίων και ημών. Ημείς ελάβομεν δια του βαπτίσματος τον «αρραβώνα» του Πνεύματος (Β΄ Κορινθίους 1,22. Εφ. 1,14). 

Η μετοχή μας εις την «πρώτην ανάστασιν» δεν έχει χαρακτήρα μόνιμον, όπως η εν Χριστώ κοινωνία των Αγίων, οι οποίοι έχουν ελευθερωθή από την αμαρτίαν και μετέχουν εις την Άκτιστον δόξαν του Θεού. Αντιθέτως, ημείς αγωνιζόμεθα να φθάσωμεν την μόνιμον αυτήν μετοχήν της Ακτίστου θείας δόξης.

Όλα αυτά αποδεικνύουν την οικτράν πλάνην εκείνων, οι οποίοι παρερμηνεύουν το χωρίον της αποκαλύψεως (20,4-6) «προς την ιδίαν αυτών απώλειαν» (Β΄ Πέτρου 3,16).

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Σε αυτόν τον κόσμοι είμαστε προσωρινοί

Είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι

Ο άνθρωπος ζει μετά την πτώση, μακρια απο την πατρική οικία, στην ξενιτειά. 

Η Αγία Γραφή τον χαρακτηρίζει «πάροικον» και «παρεπίδημον» (Γεν. 23,4. Λευϊτ. 25,23. Α' Παραλειπομένων 29,15. Ψαλμοί 38,13. Α' Πέτρ. 1,1). 

Αυτο, διότι η αληθινή του πατρίδα είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού. Από αυτήν εξέπεσε μέσω του Αδάμ και σ' αυτήν επιστρέφει μέσω του Χριστού, για να ζήσει και πάλι την πληρότητά της στην Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Με το ιερό βάπτισμα γινόμαστε μέλη της «Εκκλησίας των πρωτοτόκων οι οποίοι είναι γραμμένοι εις τον ουρανόν» (Εβραίους 12,23), «συμπολίται των Αγίων και οικείοι του Θεού». 

Αυτό διότι οικοδομούμαστε «επάνω στο θεμέλιο των Αποστόλων και των Προφητών, του οποίου ο Ιησούς Χριστός είναι ακρογωνιαίος λίθος, επάνω στον Οποίον συναρμολογείται η όλη οικοδομή και αυξάνει σε ναόν άγιον εν Κυρίω» (Εφ. 2,19-21).

Με αυτό κατανοούμε γιατί ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει, ότι «η πατρίς η ιδική μας είναι εις τους ουρανούς, όπου και περιμένουμε Σωτήρα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος θα μεταμορφώσει το ταπεινόν μας σώμα, ώστε να λάβει την ιδίαν μορφήν προς το ένδοξον σώμα Του, με την δύναμιν με την οποίαν δύναται και να υποτάξη τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιππισίους 3,20-21). «Δεν έχομεν εδώ μόνιμον πόλιν αλλά λαχταρούμεν την μέλλουσαν» (Εβραίους 13,14).

Ενώ η μέλλουσα διαμονή εκλαμβάνεται ως μόνιμος, η παρούσα ζωή χαρακτηρίζεται ως «πειραστήριον», ως τόπος, δηλαδή, δοκιμασιών. 

«Τι λοιπόν;», αναφέρεται στο βιβλίον του Ιώβ, «δεν είναι τόπος δοκιμασιών ο βίος του ανθρώπου επί της γης; 

Η ζωή του δεν ομοιάζει με ενός ημερομισθίου εργάτου;» (Ιώβ 7,1. Παράβαλλε Και Φιλιππισίους 1,21-24. Β΄ Κορινθίους 5,8-9. Β΄ Τιμόθεον 4,6. Εκκλ. 12,7).

Οι πρώτοι Χριστιανοί έζησαν εντόνως την πραγματικότητα αυτήν σε όλες τις συνέπειές της. 

Ένα αρχαίο κείμενο, η προς Διόγνητον επιστολή, διαχωρίζει ως εξής τους Χριστιανούς από τους λοιπούς ανθρώπους:

«Οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους, ούτε ως προς τον τόπον εις τον οποίον κατοικούν, ούτε ως προς την γλώσσαν την οποίαν ομιλούν, ούτε ως προς τας συνήθειας τας οποίας έχουν, διότι δεν κατοικούν σε ιδιαιτέρας πόλεις, ούτε ομιλούν ιδικήν τους διάλεκτον, ούτε ζουν ξεχωριστήν ζωήν… 

Ενώ κατοικούν σε ελληνικες και βαρβαρικες πόλεις, εκεί όπου βρέθηκε ο καθένας, και ενώ ακολουθούν ως προς την ενδυμασίαν και ως προς την τροφήν και ως προς τον υπόλοιπον βίον τα εντόπια έθιμα, ζουν θαυμαστήν και πραγματικώς παράδοξον ζωήν. 

Κατοικούν εις την πατρίδα τους, αλλά ως προσωρινοί κάτοικοι (πάροικοι). 

Ως πολίται συμμετέχουν εις όλα, όμως όλα τα υπομένουν ως ξένοι. Κάθε ξένη χώρα είναι δι’ αυτούς πατρίς και κάθε πατρίς είναι ξένη… Φέρουν (και αυτοί) σάρκα, αλλά δεν ζουν κατά σάρκα. Διέρχονται την ζωήν τους εις την γην αλλά είναι πολίται του ουρανού».

Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος προς τους Χριστιανούς της εποχής του, λέει:

«Δεν γνωρίζεις ότι η ζωή αυτή είναι αποδημία; Νομίζεις ότι είσαι μόνιμος κάτοικος μιας πόλεως; είσαι ταξιδιώτης.

Καταλαβαίνεις τι σου είπον; Δεν είσαι μόνιμος κάτοικος, αλλά ταξιδιώτης και οδοιπόρος.

Μη μου ειπής ότι ανήκω εις αυτήν ή εκείνην την πόλιν. 

Κανένας δεν έχει εδώ πόλιν, η πόλις είναι άνω. Η παρούσα ζωή είναι πορεία. Ας βαδίσωμεν, λοιπόν, καθημερινώς όσον μας επιτρέπει η φύσις μας.

Συναντήσατε ποτέ σας άνθρωπον να κρύβη τα χρήματα του ενώ ευρίσκεται καθ' οδόν; Υπάρχει άνθρωπος ο οποίος κρύβει το χρυσάφι του εις τον δρόμον; 

Είπε μου, όταν εισέλθης εις ξενοδοχείον κάθεσαι και στολίζεις το ξενοδοχείον; 

Κάθε άλλο. Αντιθέτως, τρως και πίνεις και βιάζεσαι να φύγης· 

Η ζωή αυτή είναι ξενοδοχείον. Εισήλθομεν και εδώ θα διέλθωμεν ολόκληρον την ζωήν αυτήν. 

Ας προσπαθούμεν να φύγωμεν με καλήν ελπίδα. 

Ας μην αφήσωμεν εδώ τίποτα δια να μη τα χάσωμεν εκεί. 

Όταν εισέλθης εις το ξενοδοχείον τι λέγεις εις τον υπηρέτην;   Πρόσεξε που θα τοποθετήσεις τις αποσκευες μου! 

Μην αφήνεις τίποτε εδώ δια να μη χαθή ούτε και το πλέον μικρόν, το πλέον ασήμαντον πράγμα. 

Όλα να μεταφερθούν εις το σπίτι μου!  

Αυτό πρέπει να κάμνωμεν και εμείς εις την ζωήν αυτήν.

Ας βλέπωμεν την ζωήν αυτήν ως ξενοδοχείον και ας μην αφήσωμεν να μείνη τίποτε εις το ξενοδοχείον. 

Όλα ας τα μεταφέρωμεν εις την μόνιμον πατρίδα μας. Είσαι ταξιδιώτης και οδοιπόρος και, μάλιστα, κάτι ολιγώτερον από ταξιδιώτης.

Πώς; να σου είπω:

Ο οδοιπόρος γνωρίζει πότε έρχεται και πότε φεύγει από το ξενοδοχείον, επειδή αυτός ορίζει τον χρόνον που θα εισέλθη και θα εξέλθη. 

Εμείς, όμως, εισερχόμεθα εις το ξενοδοχείον, δηλαδή εις την παρούσαν ζωήν, χωρίς να γνωρίζωμεν πότε θα εξέλθωμεν από αυτήν. 

Μερικες, μάλιστα, φορες παρασκευάζομεν διατροφες δια πολύν χρόνον, ακόμη και την στιγμήν που μας καλεί ο Δεσπότης πλησίον Του… 

Είναι ακαθόριστος η έξοδος. 

Η περιουσία δεν είναι σταθερόν πράγμα. 

Οι κίνδυνοι είναι πάρα πολλοί και τα κύματα κτυπούν από παντού. Και συ έχεις αφοσιωθή ως τρελός εις πράγματα απατηλά, εις σκιάς; Διατί αφήνεις την πραγματικότητα και κυνηγάς τις σκιές;».

«Πάροικοι», λοιπόν, είμαστε και «παρεπίδημοι» και κανείς δεν γνωρίζει την ημέρα και την ώρα της εξόδου του από την ζωή αυτή.

«Κύριε, διατί μερικοί αποθνήσκουν εις νεαράν ηλικίαν ενώ άλλοι φθάνουν εις βαθύ γήρας;», ερωτά ο αββάς Αντώνιος. 

«Και διατί μερικοί ζουν εις πτωχείαν, ενώ άλλοι εις πλούτον; Και πως πλουτίζουν άδικοι, ενώ δίκαιοι άνθρωποι πένονται;

Ήλθε τότε εις αυτόν φωνή λέγουσα: 

Αντώνιε, πρόσεχε τον εαυτόν σου, αυτά είναι κρίματα Θεού και δεν συμφέρει εις εσέ να τα μάθης!» (Παράβαλλε Ιώβ 42,1-5. Σοφ. Σολ. 2,1-25. 3,1-8).

Σταυρός, η πανοπλία του Χριστού, το υπερόπλο της Ορθοδοξίας

1. Η προτύπωση του Σταυρού στην Παλαιά Διαθήκη

Η Ορθόδοξος Εκκλησία τιμάει, καθώς γνωρίζουμε, ιδιαιτέρως τον τίμιον σταυρόν, τον οποίον ανακαλύπτει και σ' αυτήν ακόμη την Παλαιά Διαθήκη.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν σταματούν στην προεικόνιση του Χριστού με τον Αδάμ και της Παρθένου Μαρίας με την Εύα. 

Φέρουν το ξύλον του παραδείσου, το οποίον έγινε το σύμβολον της καταστροφής, σε συσχέτιση με το ξύλον του ζωοποιού σταυρού, το οποίον είναι το σύμβολον της νίκης κατά του όφεως.

Η ζωοποιός δύναμις του Σταυρού παρουσιάζεται, ακόμη, με την ράβδο του Μωυσέως, η οποία μεταβάλλει το πικρό ύδωρ σε γλυκύ (Έξοδ. 15,25). 

Η Αγία Γραφή σημειώνει, ακόμη, Ότι «το πικρό ύδωρ έγινε γλυκύ με ένα ξύλο δια να φανεί έτσι η δύναμις του» (Σοφ. Σειρ. 38,5).

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στο γεγονός αυτό και υπογραμμίζει ότι όταν οι Ισραηλίται έπιναν από το νερό αυτό (πόμα), έπιναν από «πνευματικόν ποτόν», το οποίον ανέβλυζε «από την πνευματικήν πέτραν, η οποία τους ηκολούθει», «η δε πέτρα ην ο Χριστός», προσθέτει (Α' Κορινθίους 10,4).

Όταν, λοιπόν, τιμάμε τον τίμιο σταυρό, δεν πίνουμε από το «πικρό νερό», δεν αναφερόμεθα στο όργανον του θανάτου, αλλά γευόμεθα το «πνευματικόν ποτόν», το οποίον αναβλύζει από την «πνευματικήν πέτραν», από τον νικητήν και θριαμβευτήν του θανάτου, Κύριον.

Το γεγονός αυτό αποτελεί για όλους τους πιστούς πηγή δυναμης και ισχύος εναντίον του διαβόλου, στο οποίον ανήκε η δύναμις του θανάτου (Εβραίους 2,14), όπως, επίσης, και εναντίον αυτού του θανάτου, του τελευταίου εχθρού του ανθρώπου (Α' Κορινθίους 15,26).

Την ζωοποιό δύναμη του τιμίου Σταυρού την βλέπουμε, ακόμη, και στον χάλκινο όφι, τον οποίον ύψωσεν ο Μωυσής. Συμφώνως προς την εντολήν του Θεού, κάθε ένας ο οποίος προσέβλεπεν σ' αυτόν τον όφιν, θεραπεύετο από τα δαγκώματα των δηλητηριασμένων φιδιών (Αριθμοί 21,8). 

Ο χάλκινος εκείνος όφις, χαρακτηρίζεται ως «σύμβολον σωτηρίας» (Σοφ. Σολ. 16,6) και αντλεί, αναμφιβόλως, την δύναμή του από την ιδίαν πηγήν, η οποία ζωοποιεί τον Τίμιον Σταυρόν: «Καθώς ο Μωυσής ύψωσε τον όφιν στην έρημο, κατά αυτόν τον τρόπο πρέπει να υψωθεί και ο Υιός του ανθρώπου, δια να μη απολεσθή κάθε ένας ο οποίος πιστεύει εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον», λέει χαρακτηριστικώς ο ίδιος ο Κύριος (Ιωάννης 3,14-15).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται δια το ίδιο σύμβολο της νίκης και του θριάμβου, το οποίο βλέπει και ο προφήτης Ιεζεκιήλ. Και είδον, λέγει, «άνδρα ενδεδυμένον λαμπρώς», να δίδη την εντολήν να σφραγισθούν με το «σημείον» τα μέτωπα εκείνων οι οποίοι στενάζουν δια τας ανομίας της πόλεως (Ιεζ. 9,4. Παράβαλλε Αποκ. 7,3-4).

Με όλα αυτά έγινε φανερό, ότι οι προεικονίσεις της Παλαιάς Διαθήκης δεν αναφέρονται μόνον στο γεγονός της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αλλά και σ' αυτό το σημείον του σταυρού, στο «σημείον του Υιού του ανθρώπου», το οποίον θα φανεί και πάλιν ως λάβαρον της νίκης κατά την θριαμβευτικήν δευτέραν έλευσιν του Κυρίου (Ματθαίος 24,30).

2. Η δύναμη του Σταυρού

«Χαίροις, ο ζωηφόρος σταυρός,  της ευσέβειας το αήττητον τρόπαιον, η θύρα του Παραδείσου ο των πιοτών στηριγμός, το της Εκκλησίας περιτείχισμα·  δι’ ου εξηφάνισται η αρά και κατήργηται,

και κατεπόθη του θανάτου η δύναμις, και υψώθημεν από γης προς ουράνια'  όπλον ακαταμάχητον,

δαιμόνων αντίπαλε, δόξα μαρτύρων οσίων ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας,

ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος».

Ο ύμνος αυτός της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως εκφράζει πολύ χαρακτηριστικούς την θέση του τιμίου σταυρού στην ζωήν της Εκκλησίας και εκάστου πιστού.

Ο σταυρός δεν είναι πλέον σύμβολον θανάτου και αισχύνης (Δευτερονόμιο 21,23), αλλά πηγή ζωής αιωνίου. 

Δι’ αυτού εξαφανίστηκε και καταργήθηκε η κατάρα και κατετροπώθηκε ο άρχων του θανάτου, δηλαδή ο διάβολος. 

Αποτελεί, συνεπώς, το ακαταμάχητον όπλον της Εκκλησίας. Είναι ο φοβερός αντίπαλος των δαιμόνων, η δόξα των μαρτύρων και των Αγίων της Εκκλησίας, ο λιμήν σωτηρίας και το κόσμημα των πιστών.

«Εισακήκοα Κύριε, την ακοήν της δυναστείας του σταυρού Σου, ως (ότι) παράδεισος ηνοίγη δι’ αυτού», ψάλλει η Εκκλησία μας.

Ο σταυρός του Κυρίου εκφράζει την απεριόριστο αγάπη του Θεού και, ταυτοχρόνως, την απεριόριστο αξία του ανθρώπου. 

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφρασις της αγάπης του Θεού από τον σταυρό, όπως δεν υπάρχει μεγαλύτερα εξύψωση του ανθρώπου από το γεγονός του σταυρού (Ιωάννης 15,13. Ρωμαίους 5,8). 

Είναι τόση η αξία του ανθρώπου στα μάτια του Θεού, ώστε για την σωτηρία του ανυψώθηκε επάνω στον σταυρό ο ίδιος ο Θεός.

Κατανοούμε, συνεπώς, γιατί ο σταυρός αποτελεί την ασφαλή εγγύηση δια την απεριόριστο ευσπλαχνία του Θεού και δια την παρρησία του ανθρώπου ενώπιον του θρόνου του Θεού.

Ο θάνατος του Χριστού επάνω στον σταυρό σήμανε τον θάνατο του παλαιού κόσμου και η ανάστασή Του την έναρξη του νέου αιώνος της Μεταμόρφωσης, τον χρόνον, δηλαδή, της σωτηρίας ολοκλήρου του κόσμου.

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι δια του σταυρού επήλθε η συμφιλίωση του ανθρώπου μετά του Θεού και ότι δημιουργήθηκε εν Χριστώ ένας «καινούργιος άνθρωπος». 

Χαρακτηριστικώς, λέει ότι «δια του σταυρού» ο Κύριος εθανάτωσε την έχθραν (Εφεσίους 2,15-16). Ότι δια του αίματος του Χριστού έχομεν «παρρησίαν εις την είσοδον των Αγίων» (Εβραίους 10,19).

Κατ' αυτόν τον τρόπον θα ημπορούσαμε να δουμε τον σταυρό ως κέντρον ολοκλήρου της νέας δημιουργίας του Θεού.

«Ήλθεν η ώρα δια να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου», λέει ο ίδιος ο Κύριος, αναφερόμενος στην ύψωσίν Του επί του Σταυρού (Ιωάννης 12,23).

Όταν μελετήσουμε προσεκτικώς το ιερό κείμενο, θα δουμε πραγματικά ότι ο Κύριος χαρακτηρίζει την άνοδον Του στο ξύλον του σταυρού ως ύψωση, ως δόξα, ως θρίαμβο κατά της αμαρτίας και του θανάτου:

«Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εάν ο σπόρος του σίτου δεν πέση εις την γην και δεν αποθάνη, μένει αυτός μόνος, εάν, όμως, αποθάνη φέρει πολύν καρπόν…

Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη και τι να είπω; Πατέρα σώσε με από την ώραν αυτήν. Αλλά δι’ αυτό ήλθον εις την ώραν αυτήν. Πατέρα, δόξασε το όνομα Σου.

Τότε ήλθε φωνή από τον ουρανόν:

Το εδόξασα και πάλιν θα το δοξάσω.

Ο κόσμος ο οποίος παρευρίσκετο και ακουσε, έλεγε ότι έγινε βροντή.

Ο Ιησούς απεκρίθη:

 Η φωνή αυτή δεν έγινε δι’ εμέ αλλά δια σας. Τώρα γίνεται δίκη του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θα εκβληθή έξω. Και όταν εγώ υψωθώ από την γην, θα ελκύσω όλους προς τον εαυτόν μου.

Αυτό το έλεγε, για να υποδείξει με ποιον τρόπον θα απέθνησκε» (Ιωάννης 12,24-33. Ιδέ και Ιωάννης 13,31-38. Λουκάς 24,26).

Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν αποδεικνύουν μόνον την πραγματικότητα του πάθους και την αγωνίαν του σταυρού, παρουσιάζουν, ακόμη, το γεγονός της σταύρωσης ως «ύψωσιν» και δόξαν του «Υιού του ανθρώπου», ως αφετηρίαν και κέντρον της δόξης του ανθρωπίνου γένους.

Επάνω στον σταυρό δεν ευρίσκεται ενας αδύνατος, αβοήθητος άνθρωπος, αλλά ο θεάνθρωπος Ιησούς. Εκείνος ο οποίος κατέρχεται στον Άδην ως νικητής και θριαμβευτής, για να καταργήσει το βασίλειον του θανάτου και του Άδου, να ελευθερώσει τον άνθρωπον από τα δεσμά του θανάτου, να τον εισαγάγει στην βασιλείαν της ζωής.

Ο σταυρός λοιπόν και ο θάνατος του Χριστού δεν συνιστούν αδυναμία, αλλά δύναμη. Ο θάνατος του Κυρίου χαρακτηρίζεται στην Αγία Γραφή ως «ύπνος λέοντος», ο οποίος διατηρεί την φοβερή του δύναμη και κατά την διάρκεια του ύπνου και μετά από αυτόν.

Γι’ αυτόν τον λόγον δεν τολμά κανείς να τον ξυπνήσει:

«Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί αυτόν;» (Γεν. 49,9).

«Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου», τώρα γίνεται δίκη του κόσμου τούτου (Ιωάννης 12,31), λέει ο Χριστός και τοποθετεί το γεγονός του σταυρού στο κέντρον ενός παγκοσμίου δικαστηρίου. 

Τον καθιστά μέτρον και γνώμονα θριάμβου η καταδίκη των ανθρώπων, αναλόγως, της θέσης έκαστου έναντι του τιμίου σταυρού.

Καθώς έχει ειπωθεί, στο πρόσωπον των δύο ληστών εκπροσωπείται και κρίνεται η ανθρωπότητα ολόκληρη, με βάση όχι τις πράξεις, αλλά τις διαθέσεις, των ανθρώπων έναντι του εσταυρωμένου Θεανθρώπου.

Ο ευγνώμων ληστής ομολογεί τον Χριστόν. Δεν εκλαμβάνει Αυτόν ως ομοιοπαθή προς εμάς τους ανθρώπους, ως ληστή. Τον ομολογεί ως Βασιλέα, ως Κύριον και Θεόν. Γι’ αυτό και επικαλείται το έλεός Του. 

Με τον τρόπο αυτον ο ευγνώμων ληστής γίνεται πραγματικός θεολόγος και άγιος, ο πρώτος άγιος της Εκκλησίας μας, και δειχνει σε όλους εμάς την οδόν της αληθινης πνευματικότητας, την οδόν της σωτηρίας, η οποία είναι η οδός του σταυρού.

Ο αγνώμων ληστής εκλαμβάνει τον Κύριον ως κοινόν άνθρωπον και τον σταυρόν Του ως σύμβολον περιφρονησης κι εμπαιγμού. Γι’ αυτό και «εβλασφήμει Αυτόν» (Λουκάς 23,39). Δεν ήλπιζε τίποτε από τον Κύριον. Ήταν κατά το παρελθόν ληστής, αλλά επειδή δεν θέλησε να εξαρτήσει την σωτηρία του από Εκείνον, ο οποίος υψώθηκε επάνω στον σταυρό για να ελκύσει προς τον εαυτόν Του όλους τους ευγνώμονες ληστες.

Την θαυμαστή αυτή αλήθεια εκφράζει κατά τρόπον ανεπανάληπτον ο ύμνος της Εκκλησίας:

«Εν μέσω δυο ληστών, ζυγός δικαιοσύνης ευρέθη ο σταυρός Σου. 

Του μεν καταγόμενου εις Άδην, τω βάρει της βλασφημίας, του δε κουφιζομένου πταισμάτων, προς γνώσιν Θεολογίας, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».

3. Το σημείον του Σταυρού

Όταν κάνουμε λόγο για τον σταυρόν του Κυρίου, δεν εννοούμε μόνον το γεγονός της σταυρωσης, αλλά και αυτό το τίμιο ξύλο του σταυρού, διότι, καθώς αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δια της επαφής μετά του Τιμίου Σώματος του Κυρίου αγιάζεται και το ξύλον του σταυρού.

Γι’ αυτόν τον λόγον, η τιμή και η προσκύνησις ανήκει και σ' αυτό. «Όχι μόνον ο λόγος περί σταυρού και το μυστήριον», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «αλλά και το σχήμα είναι θείον και προσκυνητόν, διότι είναι σφραγίς σεβάσμιος αγιαστική και τελειωτική όλων των θαυμάσιων και ανέκφραστων αγαθών, τα οποία προέρχονται από τον Θεόν».

Τούτο είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί, διότι, καθώς αναφέρει ο Απόστολος, υπάρχουν και οι «εχθροί του σταυρού» (Φιλιππισίους 3,18). 

Αυτοί οι «εχθροί του σταυρού» υπάρχουν και στις δικες μας ημέρες. Γι' αυτό πρέπει να καταστεί φανερό, γιατί ο σταυρός του Κυρίου δεν αποτελεί ντροπή, (Παράβαλλε Δευτερ. 21,23), αλλά, αντιθέτως, «καύχημα» (Γαλ. 6,14). Και τούτο, καθώς ειπώθηκε, δεν αναφέρεται μόνον στο γεγονός, αλλά και στο τίμιο ξύλο.

Ο σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού και αντλεί την δύναμη και την χάρη Του, από τα πάθη του Χριστού.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η σφράγιση δια του σταυρού αποτελεί το εξωτερικό σημείο όλων ανεξαιρέτως των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας, για των οποίων πραγματοποιείται η σωτηρία του ανθρώπου.

Βεβαίως δεν πρόκειται εδώ για μαγικόν όργανον, αλλά για την ζωοποιό δύναμη των θείων ενεργειών. Αυτή την δύναμη δεν την μεταδίδει το σημείον του σταυρού «καθ’ εαυτό», αλλά η σχέση του σημείου αυτού με το πρόσωπον του Χριστού.

Τούτο συνέβαινε, άλλωστε, και με τον χάλκινο όφι. Εκείνος ο οποίος εστρέφετο προς τον χάλκινο όφι «εσώζετο όχι εξ αιτίας του συμβόλου, αλλά από Σε (τον Θεόν), ο οποίος Είσαι ο Σωτήρ όλων. 

Και με αυτό έπεισες τους εχθρούς μας, ότι είσαι εκείνος ο οποίος σώζεις από κάθε κακόν», αναφέρει χαρακτηριστικούς η Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σολ. 16,7-8).

Οι Ισραηλίτες δεν κατενόησαν την αλήθεια αυτή και θέλησαν να αποδώσουν στον χάλκινο όφι λατρεία, η οποία ανήκει μόνον εις τον Θεόν. 

Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Εζεκίας, ως βασιλεας ευσεβής και αφοσιωμένος στον μόνον αληθινό Θεό, δεν δίστασε αργότερα να συντρίψει μαζί με τα άλλα είδωλα και αυτόν τον χάλκινο όφι, ο οποίος στην συνείδηση του Αποστάτου λαού, είχε χάσει την σχέση του με τον αληθινό Θεό και είχε πάρει την θέσιν Εκείνου (Ο' Βασιλ. 18,4).

Το σημείον του σταυρού εκφράζει την παρουσία του Κυρίου στην ζωήν των πιστών και της Εκκλησίας και αποτελεί το σύμβολον της νίκης και του θριάμβου κατά της αμαρτίας και του θανάτου (Εφεσίους 2,16).

Επομένως, δικαίως χαρακτηρίζεται το σημείον του τιμίου σταυρού, ως σύμβολον νίκης και θριάμβου κατά του διαβόλου και κατά των έργων του διαβόλου:

«Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας' φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησε· δια τούτο προσκυνούμεν την ταφήν Σου και την έγερσιν»  (Στίχ. Αίνων Κυριακής πλ. Α΄ ήχου).

Ο τίμιος σταυρός είναι το «σημείον» της σωτηρίας των παιδιών του Θεού, «το σημείον του Υιού του ανθρώπου» (Ματθαίος 24,30).

Γι’ αυτόν τον λόγο αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, ότι κατά τους εσχάτους καιρούς θα είναι εξασφαλισμένη η σωτηρία για εκείνους οι οποίοι θα φέρουν το σημείον του Θεού:

«Κατόπιν, εβγήκαν από τον καπνόν ακρίδες εις την γην και τους εδόθη εξουσία όπως η εξουσία την οποίαν έχουν οι σκορπιοί της γης· τους είπον να μη βλάψουν το χορτάρι της γης, ούτε κανένα χλωρόν, ούτε κανένα δένδρον, παρά μόνον τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν την σφραγίδα του Θεού εις τα μέτωπα τους» (Αποκ. 9,3-4. Παράβαλλε Και 7,2-4. Ιεζεκ. 9,4-6).

Κατόπιν όλων αυτών, δικαίως προσεύχεται κάθε Ορθόδοξος πιστός:

«Δυνάμει του Σταυρού Σου, Χριστέ, στερέωσάν μου την διάνοιαν εις το υμνείν και δοξάζειν σου, την σωτήριον ανάστασιν».

Το σημείον του Σταυρού δεν είναι μεταγενέστερη συνήθεια των Χριστιανών. 

Ανάγεται στην Αποστολική παράδοση. Μαρτυρείται από τον άγιον Ιουστίνον (150 μ. Χ. ) και από τον Τερτυλλιανόν (200 μ. Χ. ). 

Ο δεύτερος μάλιστα λέει χαρακτηριστικώς:

«Ημείς οι Χριστιανοί εις όλα τα ταξίδια και τας μετακινήσεις, εις πάσαν αναχώρησιν και επιστροφή μας, όταν φοράμε τα ενδύματα και τα υποδήματα, εις το λουτρόν και εις το τραπέζι, όταν ανάπτωμεν το λυχνάρι μας, όταν καθήμεθα η εξαπλώνωμεθα, εις όλας εν γένει τας πράξεις της καθημερινής ζωής κάμνομεν το σημείον του σταυρού». Το έθιμο τούτο, συνεχίζει, «έχει την αρχήν του εις την παράδοσιν της Εκκλησίας, ετονώθη δε δια της συνήθειας και πρέπει να τηρήται μετά πίστεως».

4. Πώς κάνουμε το σημείο τον Σταυρού

Με το σημείο του σταυρού απεικονίζεται ολόκληρη η θεολογία της Εκκλησίας και ολόκληρος η ουσία της Ορθοδόξου πίστης. 

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός ενώνει τα τρία δάκτυλα και τα θέτει πρώτα στο μέτωπον, κατόπιν στην κοιλία και, τέλος τα φέρει εις τους δύο ώμους, οριζοντίως, από τα δεξιά προς τα αριστερά.

Με τα τρία αυτά δάκτυλα απεικονίζουμε και ομολογούμε την πίστη στον Ένα και Τριαδικό Θεό. Όταν θέτουμε αυτά στην κοιλία κάνουμε αυτο εις τύπον του Υιού, ο οποίος γεννήθηκε από την  Παρθένο Μαρία. 

Όταν, τέλος, τα θέτουμε στους ώμους το κάνουμε εις τύπον του Αγίου Πνεύματος, το οποίον χαρακτηρίζεται ως «βραχίων» (Ιωάννης 12,38) και ως «δύναμις» Κυρίου (Λουκάς 24,49. Πράξεις 1,8).

Με την ένωση των δύο άλλων δακτύλων απεικονίζουμε στο σημείο του σταυρού την ενσάρκωση του Χριστού και την αδιαίρετο ένωση των δύο φύσεων, δια της οποίας θεραπεύθηκε και ανυψώθηκε μέχρις Θεώσεως η ανθρώπινη φύσις.

5. Η πανοπλία του Σταυρού

Το σημείον του σταυρού αποτελεί, ακόμη, και μαρτυρία της νέας ζωής εκ μέρους του ανθρώπου, του αναγεννημένου «εν Χριστώ».

Με το σημείο του σταυρού σφραγίζουμε τα κυριώτερα μέλη του σώματος, τα οποία περιτειχίζουμε και αφιερώνουμε με τον τρόπο αυτό στον Θεό, να τα καταστήσουμε όργανα του Χριστού και της Αγίας Τριάδος. 

Σφραγίζουμε τον νουν μας, την καρδιά μας και όλες τις δυνάμεις μας και εκφράζουμε την αφιέρωση αυτήν του εαυτού μας ακόμη περισσότερον εντόνως με την φράση:

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν.

Με το σημείον του σταυρού γινόμαστε, τέλος, μέτοχοι των παθών και της Αναστάσης του Χριστού, νεκρώνουμε τον παλαιόν άνθρωπον και κάθε τι το οποίον έχει σχέση με τα έργα του διαβόλου και "ανιστάμεθα" μαζί με τον Χριστόν σε νέα ζωή. 

«Ο σταυρός του Κυρίου σημαίνει κατάργησιν της αμαρτίας», λέει χαρακτηριστικώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Δια τούτο και κάποιος από τους θεοφόρους πατέρας, όταν ηρωτήθη από ένα άπιστον, εάν πιστεύη εις τον Εσταυρωμένον, ναι, απήντησε, εις αυτόν ο οποίος εσταύρωσε την αμαρτίαν».

Από όλα αυτά κατανοούμε γιατί ο σταυρός αποτελεί για τον Χριστιανό αληθινή πανοπλία, την πανοπλίαν του Χριστού, όπλον φοβερό, το οποίον τρέμουν οι δαίμονες.

Γι’ αυτόν τον λόγο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί κάνουμε σε κάθε περίπτωση το σημείον του σταυρού: Όταν προσευχόμαστε όταν κοιμώμαστε, όταν ξυπνάμε, όταν αρχίζουμε ένα έργο και όταν το τελειώνουμε. Όταν φεύγουμεν για ένα ταξίδι, όταν περνάμε έξω από τον ιερό Ναό, σε ολόκληρη την ζωήν μας.

Ο τίμιος σταυρός δεν αποτελεί, μαγικόν μέσο στην διάθεση του ανθρώπου. Είναι απαραίτητος και η εσωτερική συμμετοχή. 

Πρώτον, πρέπει να χαράσσουμε το σημείον του σταυρού στο σώμα μας ευκρινώς, όχι αμελώς, αλλά συμφώνως με την τάξη της Εκκλησίας μας:

Με τα τρία δάκτυλα ηνωμένα και με τέτοιον τρόπο, σαν να ακουμπούσε επάνω μας ο ίδιος ο σταυρός.

Το ιερόν αυτό σημείον πρέπει ακόμη να συνοδεύεται και με απόλυτο πίστη στην Αγία Τριάδα και εις το γεγονός της ενσαρκωσης του Χριστού, καθώς, επίσης, στον σταυρικό θάνατο και στην ζωοποιό Του Ανάσταση. 

Πίστις, δηλαδή, σε όλα εκείνα τα σωτήρια δόγματα της Εκκλησίας μας, τα οποία διακηρύσσουμε με το σημείον του Σταυρού.

Ακόμη, πρέπει να συνοδεύεται με την απόλυτο ελπίδα στην ανέκφραστο αγάπη και στο έλεος του Θεού, αλλά και με την αμετάκλητον απόφασή μας να σταυρώσουμε και να καταργήσουμε τον αμαρτωλό εαυτόν μας και τα πάθη μας, να δεχθούμε την χάριν του Θεού, για να ζήσουμε πλέον συνειδητά την ζωήν της ανακαίνισης και της εσωτερικής μεταμόρφωσης.

Λεπτομερής περιγραφή της σταύρωσης


Μετά την εξαγγελία από την ρωμαϊκή αρχή της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης για σταύρωση, που γινόταν με διαταγή («ibis in crucem») που απευθυνόταν προς τον κατηγορούμενο, ακολουθούσε η μαστίγωση πριν από την σταύρωση (verberatio, flagellatio).

Η μαστίγωση ή φραγγέλωση εφαρμοζόταν από τους Ρωμαίους σαν αυτοτελής ποινή, σαν ανακριτικό μέσο για εκβιασμό απάντησης ή ομολογίας και σαν αιματηρή εισαγωγή στη σταύρωση. 

Σαν προοίμιο της φρικτής τραγωδίας καθιερώθηκε από τον Πόρκιο Νόμο (lex Porcia).

Ο καταδικασμένος ξεγυμνωνόταν και μαστιγωνόταν δεμένος σε χαμηλή στήλη ή σε πάσσαλο ή στο δοκό (patibulum).

Η μαστίγωση γινόταν συνήθως από δούλους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν συνήθως σαν εκτελεστικά όργανα της σταύρωσης κάτω από την εποπτεία ενός ραβδούχου σαν δημίου.

Η φραγγέλωση ήταν σκληρή και επώδυνη. Με τα πρώτα κιόλας πλήγματα η ράχη κοκκίνιζε από το αίμα που ανάβλυζε από τις σάρκες. 

Η διατάραξη που επερχόταν στην κυκλοφορία του αίματος και την ισορροπία του οργανισμού, η δοκιμασία της καρδιάς και του νευρικού συστήματος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλές φορές ο καταδικασμένος υπέκυπτε στην μαστίγωση.

Μετά την μαστίγωση ακολουθούσε πορεία διαπόμπευσης. 

Οδηγούσαν τον κατάδικο στον τόπο της εκτέλεσης μέσα από τους δρόμους της πόλης υπό συνεχή και πάλι μαστιγώματα και χτυπήματα της πληγωμένης του πλάτης με αιχμηρές ράβδους. Κάτω από τα χλευαστικά σχόλια του όχλου, έφερε ο ίδιος είτε ολόκληρον τον σταυρό, είτε το οριζόντιο σκέλος του, στο οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του.

Από τον τράχηλο του καταδίκου ήταν κρεμασμένη κι έπεφτε στο στήθος του η επιγραφή (δελτίο, σανίδα, αιτία, τίτλος, titulus), που ανέγραφε το έγκλημά του, για προφύλαξη ή προειδοποίηση των θεατών από τις συνέπειες παρόμοιου εγκλήματος.

Όταν η αποτροπιαστική πομπή έφτανε στον τόπο της σταύρωσης, είχε ήδη στηθεί το ικρίωμα, σπανιότερα μπηγόταν εκείνη την ώρα στο έδαφος το κάθετο ξύλο, που αποτελείτο είτε από ακατέργαστο κορμό δένδρου, είτε από κατεργασμένο (ιστός).

Στην συνέχεια ανύψωναν το θύμα μαζί με το patibulum πάνω στο κάθετο ξύλο με τη βοήθεια σχοινιών, σταθεροποιούσαν τα δύο ξύλα και κάρφωναν τα χέρια και τα πόδια του (καθήλωση ή προσήλωση).

Για να αποφύγουν το ενδεχόμενο της απόσχισης των καθηλωμένων άκρων, λόγω των σπασμών του σώματος από τους πόνους, μερικές φορές τα έδεναν και με σχοινιά.

Για τον ίδιο λόγο παρέστη ανάγκη να σφηνώσουν μικρό πάσσαλο (cornu, κέρας, sedile, σκαλμός, πήγμα) στην μέση του κάθετου ξύλου, μεταξύ των μηρών του σταυρωμένου, για να μπορεί αυτός να στηρίζεται, ιππεύοντας πάνω στο στήριγμα αυτό.

Το υποπόδιο (suppedaneum), στο οποίο υποτίθεται ότι καρφώνονταν τα πόδια, είναι μεταγενέστερη επινόηση αυτών που απεικονίζουν την σταύρωση, που οφειλόταν στο ότι, επειδή το sedile δεν μπορούσε να ζωγραφιστεί, κάτι έπρεπε να φαίνεται ότι στηρίζει το σώμα. 

Η εικονογραφία λοιπόν δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.

Οι πόνοι του σταυρού ήταν φοβεροί. 

Η βεβιασμένη και μόνο στάση του σώματος, χωρίς την δυνατότητα αλλαγής θέσης, συνεπαγόταν φρικτούς πόνους.

Η ματωμένη και, από τις πληγές που προκάλεσε η μαστίγωση, ανοιχτή πλάτη, τα διάτρητα σε έκταση άκρα, η στενοχώρια των σπλάγχνων, η εναλλαγή φλόγωσης και κρύας εφίδρωσης, οι σπασμοί της ακινησίας, η ανωμαλία της κυκλοφορίας του αίματος επέτειναν την δριμύτητα των πόνων.

Τα καρφωμένα άκρα ήταν πιο ευαίσθητα, γιατί έφεραν το βάρος όλου του σώματος, το οποίο είχε συσπάσεις από το φρικτό πόνο. Ακολουθούσαν καρδιολογικές επιπλοκές.

Ο ισχυρός πυρετός που εισέβαλλε και η δίψα που κατάκαιγε επαύξανε την οδύνη. Το σώμα μελάνιαζε, τα νεύρα και οι μύες εξείχαν συσπασμένοι, οι φλέβες διογκώνονταν τα μάτια φλογισμένα πρόβαλλαν εξογκωμένα.

Συμφορήσεις του εγκεφάλου, των πνευμόνων και της καρδιάς διαδέχονταν η μία την άλλη. 

Τα σκέλη, μετά τους σπασμούς, τα καταλάμβανε ακαμψία, λόγω της αφύσικης θέσης του σώματος, η δύσπνοια μαρτυρούσε επιθανάτιο άγχος κι όμως ο θάνατος, ιδίως σε ισχυρές κράσεις, δεν ερχόταν γρήγορα.

Στις περιπτώσεις αυτές ο θάνατος επισπευδόταν με την σκελοκοπία (crurifragium), δηλαδή με θλάση των κνημών ή με πλήγματα κάτω από τις μασχάλες ή με διάτρηση του στήθους ή της πλευράς του σταυρωμένου με το δόρυ ή με στραγγαλισμό με την χρήση σχοινιού ή με το κάψιμό του μαζί με το σταυρό, αλλιώς ήταν δυνατό να παρατείνεται η ζωή για δυο και τρεις μέρες, παράταση που επέτεινε την σκληρότητα της ποινής. 

Η κύρια αιτία επέλευσης του θανάτου ήταν η παρά φύση θέση του σώματος, η εξαιτίας αυτής διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος, οι τρομεροί πόνοι στο κεφάλι, η εξασθένηση της καρδιάς και τέλος η ακαμψία των σκελών.

Διατυπώσεις μετά την σταύρωση

Ο ρωμαϊκός νόμος «De bonis damnatotum» εκχωρούσε στο δήμιο και στους εκτελεστές της σταύρωσης τα ρούχα του σταυρωμένου. 

Η ταφή απαγορευόταν για τους σταυρωμένους. Την παρείχαν μόνο στους έντιμους ανθρώπους. Οι σταυρωμένοι έμεναν κρεμασμένοι μέχρι να αποσυντεθούν και πολλές φορές γίνονταν βορά των ορνέων.

Για να εμποδίζονται οι συγγενείς στην προσπάθειά τους να παρατείνουν την ζωή του θύματος, με την ελπίδα της απονομής χάρης και της αποδέσμευσης από τον σταυρό, ενώ ακόμα ο κατάδικος ήταν ζωντανός, υπήρχε φρουρά στρατιωτών για την φύλαξή του.

Στην Παλαιστίνη επέτρεψαν την αποκαθήλωση του Ιησού από σεβασμό στην τοπική γιορτή των Ιουδαίων και στην ειδική σχετική διάταξη του νόμου τους (Δευτερονόμιο 12:13, Ιώσηπος ΙΙΙ, 4,5,2), σύμφωνα με την πολιτική της Ρώμης απέναντι στους υποτελείς λαούς.

Σκηνοθετικό λάθος στην ταινία Ο ΙΗΣΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ









Το μεγαλύτερο σκηνοθετικό λάθος που έγινε ποτέ στην ταινία του Gian Franco Corsi Zeffirelli "Ο Ιησούς από την Ναζαρέτ" 

Ο Zeffirelli ήταν Ιταλός σκηνοθέτης και παραγωγός του κινηματογράφου, του θεάτρου, της όπερας και της τηλεόρασης.

(12 Φεβρουαρίου 1923 – 15 Ιουνίου 2019)

Στην σκηνή της σταύρωσης εχει παρουσιάσει ΑΝΑΠΟΔΑ τους δύο σταυρωμένους με τον Χριστό (το είχα περιγράψει και πέρισυ αυτό. Σήμερα το ανεβάζω ξανά)

Στην ταινία ο καλός ληστής είναι στα αριστερά του Χριστού κι ο κακός ληστής ειναι στα δεξιά του Χριστού.

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, την λειτουργική πράξη και την ερμηνεία των Αγίων Πατέρων, ο μετανοήσας ληστής (ο λεγόμενος και "καλός ληστής", ο οποίος είπε το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου») ήταν σταυρωμένος στα δεξιά του Χριστού.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η αμοιβαία δημιουργική ωφέλεια της αρχαίας Εκκλησίας και της Ελληνικής Φιλοσοφίας

Πέρα από τις προκατειλημμένες και ανυπόστατες κατηγορίες Προτεσταντικών και μη Χριστιανικών ομάδων, για δήθεν καταστροφική αλλοίωση του Χριστιανισμού από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, η πραγματικότητα είναι ότι υπήρξε μόνο μια δημιουργική αλληλεπίδραση του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, που οδήγησε στην ωφέλεια αμφοτέρων, χωρίς να βλάψει κανέναν από τους δύο. 

Διαβάστε τους λόγους.

Μια κοινή κριτική του ιστορικού ορθόδοξου Χριστιανισμού είναι η αξίωση ότι ο αρχαίος χριστιανισμός αλλοιώθηκε από τις διανοητικές δυνάμεις του  “ελληνισμού". (Ο ελληνισμός, φυσικά, αναφέρεται στην επιρροή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πολιτισμού, που εξαπλώθηκε σε όλο τον μεσογειακό κόσμο μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον τέταρτο αιώνα π.Χ.). 

Συγκεκριμένα, τα δόγματα της Τριάδας και της θεότητας του Χριστού έχουν απορριφθεί ως αντιβιβλικές ιδέες που εισήχθησαν στο χριστιανισμό μέσω της διαβρωτικής επιρροής της ελληνικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα των ιδεών του Πλάτωνα. 

Τόσο πολύ καιρό πριν όπως το 1531, στο βιβλίο του, “On the Errors of the Trinity” («Στα Λάθη της Τριάδας»), ο Μιχαήλ Σερβέτος επέκρινε τους ‘Ελληνιστικούς’ όρους  που χρησιμοποιήθηκαν από τους Τριαδικούς Χριστιανούς για να εξηγήσουν την κατανόηση τους για τον Θεό. 

Πιο πρόσφατα, οι διάφοροι επικριτές του ορθόδοξου χριστιανισμού - συμπεριλαμβανομένων των Μορμόνων, των ψευδομαρτύρων του Ιεχοβά, των Μουσουλμάνων, των οπαδών της Νέας Εποχής, και των θεολογικά φιλελευθέρων - έχουν υποστηρίξει ότι η αληθινή βιβλική κατανόηση του Θεού Πατέρα, του Ιησού Χριστού, και του Αγίου Πνεύματος, αλλοιώθηκαν τον 3ο, 4ο και 5ο αιώνα, από την ελληνική φιλοσοφία και τον ειδωλολατρικό πολυθεϊσμό, οι οποίοι οδήγησαν στην ανάπτυξη των δογμάτων της Τριάδας και της θεότητας του Χριστού. 

Όμως τα ακόλουθα παραδείγματα θα τεκμηριώσουν αυτή την προσέγγιση.

1. Ο Stephen E. Robinson, καθηγητής Αρχαίων Γραφών στο Πανεπιστήμιο Brigham Young, και Μορμόνος απολογητής, γράφει:

«Οι Ευαγγελικοί έρχονται σε αυτά τα συμπεράσματα (σχετικά με την φύση του Θεού) μόνο όταν αυτοί προσπαθήσουν να επιβάλουν τις πλατωνικές τους υποθέσεις και τις κατηγορίες τους στη θεολογία των Μορμόνων (Άγιοι των Τελευταίων Ημερών)... 

Οι Μορμόνοι ενοχλούνται από το γεγονός ότι ο Θεός της χριστιανικής "ορθοδοξίας" είναι ουσιαστικά όμοιος με τον Θεό των Ελληνιστικών φιλοσόφων».

Με την συγκεκριμένη άποψη για το δόγμα της Τριάδας, ο Robinson υποστηρίζει ότι είναι βασισμένο στις: "μη βιβλικές προσπάθειες των Συνόδων του τετάρτου - και πέμπτου - αιώνα να καθορίσουν ακριβώς πώς ο Θεός είναι συγχρόνως ένας και τρεις με την χρησιμοποίηση των ελληνικών φιλοσοφικών εννοιών, κατηγοριών, και όρων."

Και ολοκληρώνει λέγοντας: "Δεν εμπιστεύομαι τους διανοούμενους της Ελληνιστικής εκκλησίας να έχουν υπολογίσει ακριβώς πώς αυτό είναι έτσι. .." 

2. Μία δημοφιλής έκδοση των ψευδομαρτύρων του Ιεχοβά, με τον τίτλο «Πρέπει να πιστεύετε στην Τριάδα;», εξηγεί την ανάπτυξη του δόγματος της Τριάδας ως εξής:

«Σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο, ακόμα και από την εποχή της Βαβυλωνίας, ήταν κοινή η λατρεία ειδωλολατρικών θεών που ήταν ομαδοποιημένοι σε τριάδες. 

Αυτή η αντίληψη επικρατούσε επίσης στην Αίγυπτο, στην Ελλάδα, και στην Ρώμη πριν από το Χριστό, στην διάρκεια της ζωής του, και μετά απ’ αυτόν. Και μετά το θάνατο των αποστόλων, αυτά τα ειδωλολατρικά πιστεύω άρχισαν να εισβάλλουν στην Χριστιανοσύνη... Μολονότι (ο Πλάτωνας) δεν δίδαξε την Τριάδα με την σημερινή της μορφή, το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του άνοιξε το δρόμο γι’ αυτήν (σελ.9,11)».

3. Οι Μουσουλμάνοι απολογητές Muhammad Ataur Rahim και Ahmad Thomson κάνουν μια παρόμοια κριτική της Τριάδας:

«Καθώς η διδασκαλία του Ιησού διαδίδονταν πέρα από τους Άγιους Τόπους, ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς και σε σύγκρουση με τους κυβερνήτες. 

Άρχισε να αφομοιώνεται και να προσαρμόζεται από αυτούς τους πολιτισμούς και άλλαξε επίσης για να μειώσει τους διωγμούς από τούς κυβερνήτες. 

Στην Ελλάδα, ειδικά, μεταμορφώθηκε, ταυτόχρονα ώστε η υπόστασή του να εκφράζεται με μια νέα γλώσσα για πρώτη φορά, και με την ευθυγράμμισή του με τις ιδέες και τις φιλοσοφίες εκείνου του πολιτισμού. 

Ήταν η πολυθεϊστική άποψη των Ελλήνων που συνέβαλε κατά ένα μεγάλο μέρος στην διατύπωση του δόγματος μιας Τριάδας, μαζί με την βαθμιαία ανύψωση του Ιησού. .. από προφήτη του Θεού σε μια ύπαρξη χωριστή, αλλά όμως αδιαίρετο μέρος του Θεού».

Τι να κάνουμε με αυτή την κριτική; Υπάρχουν στοιχεία του πλατιά εξαπλωμένου "Ελληνισμού" μέσα στην αρχαία εκκλησία; Εάν ναι, αυτό σημαίνει ότι τα κεντρικά δόγματα της χριστιανικής πίστης αλλοιώθηκαν στην διαδικασία;

Ό,τι γνωρίζουμε είναι αυτό: Ο "Ελληνισμός" ήταν μια πολιτιστική δύναμη που άγγιξε τις περισσότερες περιοχές στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο. 

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο χριστιανισμός προέκυψε στο μεσογειακό κόσμο, δεν είναι έκπληξη ότι οι πρώτοι Χριστιανοί έπρεπε να εξετάσουν τα αποτελέσματά του. 

Ξέρουμε ότι μεταξύ των πρώτων Χριστιανών υπήρξαν διάφορες αντιδράσεις στην ελληνιστική φιλοσοφία. 

Ο Τερτυλλιανός, παραδείγματος χάριν, υποστήριξε ότι ο χριστιανισμός και η ελληνική φιλοσοφία δεν έχουν τίποτα κοινό. 

Αφ' ετέρου, ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας αισθάνθηκε αρκετά άνετα να κάνει συγκρίσεις μεταξύ του χριστιανισμού και της ελληνικής φιλοσοφίας προκειμένου να προσελκύσει Ελληνιστικούς ειδωλολάτρες στο Ευαγγέλιο. 

Ο Ιουστίνος δεν ήταν μόνος στην προσπάθεια να δημιουργηθούν γέφυρες από την ελληνική φιλοσοφία στον χριστιανισμό. 

Όπως ο Ιουστίνος, πολλοί πρώτοι Χριστιανοί ήταν πρόθυμοι να δανειστούν ορισμένους όρους και ιδέες από τον πολιτιστικό κόσμο της εποχής τους προκειμένου να μεταδοθεί το Ευαγγέλιο σε εκείνους γύρω από αυτούς. 

Αυτό σημαίνει ότι, κατά την διαδικασία, επιτράπηκε στις Ελληνιστικές ιδέες να εισέλθουν στο μήνυμα του Ευαγγελίου και να διαστρεβλωθεί το αληθινό νόημά του; Αν και αυτό είναι μια κοινή κριτική του ορθόδοξου χριστιανισμού, μπορεί να αποδειχθεί ότι, στην πραγματικότητα, είναι ένα επιχείρημα χωρίς κανένα  πραγματικό θεμέλιο. 

Τα ακόλουθα τέσσερα σημεία θα χρησιμεύσουν να αποκαλύψουν τις αδυναμίες αυτής της άποψης.

Α. Ο εβραϊκός κόσμος, από τον οποίο ο χριστιανισμός προέκυψε, ήταν ήδη αγγιγμένος από τον ελληνισμό πριν από την γέννηση του Χριστού.

Οι επικριτές που χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα το κάνουν συχνά να ακούγεται σαν η ζωή και ο πολιτισμός του Ιησού και των πρώτων μαθητών να ήταν άθικτοι από τον Ελληνισμό, και ότι μόνο στους μετέπειτα αιώνες του επιτράπηκε να "μολύνει" την εκκλησία. 

Εντούτοις, ξέρουμε από την ιστορία ότι απλά δεν έχουν έτσι τα γεγονότα. 

Στην πολύ καλή μελέτη του, “Judaism and Hellenism” («Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός»), ο Martin Hengel έχει δείξει ότι, από τα μέσα του τρίτου π.Χ. αιώνα, η εβραϊκή Παλαιστίνη είχε ήδη δοκιμάσει τα αποτελέσματα του ελληνισμού με διάφορους τρόπους.

 Παραδείγματος χάριν: 

(1) Κάτω από την Πτολεμαϊκή βασιλεία, οι Εβραίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν διάφορες μορφές Ελληνιστικής κυβέρνησης και διοίκησης,  

(2) Ως κατοίκους ενός σημαντικού παράκτιου τμήματος γης, η Παλαιστίνη εξυπηρέτησε ως ένα σταυροδρόμι για το διεθνές εμπόριο, το οποίο έφερε πολλούς ελληνιστές εμπόρους στην περιοχή,  

(3) Η ελληνική γλώσσα - η κοινή γλώσσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας - έγινε ένα μέρος του εβραϊκού πολιτισμού (και έγινε η γλώσσα της Καινής Διαθήκης!), 

(4) Οι ελληνικές εκπαιδευτικές τεχνικές υιοθετήθηκαν, εν μέρει, από τους Εβραίους. 

Κατά συνέπεια, η ιδέα ενός αγνού Ιουδαϊσμού, άθικτου από τον ελληνισμό, που «γεννάει» έναν εξίσου άθικτο αρχαίο Χριστιανισμό ο οποίος αργότερα "αλλοιώθηκε" από τον ελληνισμό είναι απλά μία αναληθής ιστορική εικόνα.

Β. Οι πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η επιρροή του ελληνισμού στους διάφορους λαούς στον αρχαίο κόσμο ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος επιφανειακή, και προσέλκυσε πρώτιστα την άρχουσα τάξη και εκείνους με πολιτικές και διοικητικές φιλοδοξίες.

Στην ογκώδη μελέτη του για την Ελληνιστική περίοδο, ο Peter Green καταδεικνύει ότι τα αποτελέσματα του ελληνισμού στους τοπικούς πολιτισμούς στον αρχαίο κόσμο, λειτούργησαν σαν ένα αναγκαστικό πολιτιστικό «επίχρισμα» πάνω σε μια κατά τ’ άλλα υγιή και διακριτή παραδοσιακή κοσμοθεωρία. 

Ο G.W.Bowersock έχει έρθει σε παρόμοια συμπεράσματα:

«Η διατήρηση όλων αυτών των τοπικών παραδόσεων δείχνει ότι δεν υπήρξε παρά ένας επιφανειακός Εξελληνισμός ενός μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας, της Εγγύς Ανατολής, και της Αιγύπτου.... (Ο ελληνισμός) ήταν ένα μέσο όχι απαραιτήτως αντίθετο στις τοπικές ή γηγενείς παραδόσεις. Αντίθετα, παρείχε έναν νέο και πιο εύγλωττο τρόπο για να εκφραστούν αυτές».

Αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν το γεγονός ότι ο ελληνισμός δεν έτεινε να διεισδύει και να "διαφθείρει" τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις του αρχαίου κόσμου. 

Μάλλον, οι άνθρωποι διατήρησαν τις θρησκευτικές παραδόσεις τους παρά την Ελληνιστική επιρροή σε άλλους τομείς των ζωών τους. Αυτό οδηγεί στην τρίτη παρατήρηση.

Γ. Αν και ο Ιουδαϊσμός και ο αρχαίος Χριστιανισμός επηρεάστηκαν από τον περιβάλλοντα πολιτισμό με ορισμένους τρόπους, φρούρησαν επιμελώς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους από τις Ελληνιστικές ειδωλολατρικές επιρροές, ακόμη και μέχρι το σημείο του μαρτυρίου.

Ερχόμαστε τώρα στην καρδιά του ζητήματος. Η ιστορική και η αρχαιολογική απόδειξη δείχνει ότι και ο Ιουδαϊσμός και ο αρχαίος Χριστιανισμός φρούρησαν προσεκτικά τις θρησκευτικές απόψεις τους από τον περιβάλλοντα Ελληνιστικό πολιτισμό. 

Παραδείγματος χάριν, όσον αφορά τον Ιουδαϊσμό, η αρχαιολογική εργασία του Eric Meyers στην πόλη Sepphoris στην Άνω Γαλιλαία του πρώτου αιώνα αποκαλύπτει ότι, παρά την Ελληνιστική επιρροή στα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα, ο Ιουδαϊκός λαός διατήρησε μια αυστηρή τήρηση της Τορά (του Μωσαϊκού Νόμου).

Όταν ερχόμαστε στον αρχαίο Χριστιανισμό, είναι σαφές ότι οι θρησκευτικές επιρροές μάλλον είναι εβραϊκές, παρά ελληνιστικές ειδωλολατρικές. 

Η ουσία του Χριστιανικού Ευαγγελίου δεν είναι τίποτα περισσότερο ούτε λιγότερο από την εκπλήρωση όλων των διαθηκικών υποσχέσεων της Παλαιάς Διαθήκης μέσω του αναμενόμενου για καιρό Εβραίου Μεσσία. 

Είναι το αποκορύφωμα της ιστορίας των σχέσεων του Γιάχουε (Yahweh)-Θεού με τον εβραϊκό λαό μέσω μιας σειράς διαθηκών, που καταλήγουν στην Νέα Διαθήκη του Ιησού Χριστού. 

Είναι μία Εβραϊκή κοσμοθεωρία που εξουσιάζει το Ευαγγέλιο, όχι αυτή της ειδωλολατρίας. 

Τα συμπεράσματα του Gregory Dix σχετικά με το θέμα του Εξελληνισμού του Ευαγγελίου επιβεβαιώνουν αυτήν την αξίωση: Ο κεντρικός πυρήνας του Ευαγγελίου αποτελείται από "έναν Εβραϊκό Μονοθεϊσμό και ένα Εβραϊκό Μεσσιανισμό και μία Εβραϊκή Εσχατολογία,  τα οποία εκφράζονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο λατρείας και ηθικής."

Αυτό το συμπέρασμα συγκρούεται με αυτό που ήταν μια δημοφιλής άποψη χριστιανικής προέλευσης στις αρχές του εικοστού αιώνα. 

Αυτή η άποψη, που έχει μια ομάδα, κριτικών μελετητών γνωστών ως "Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών", υποστήριξε ότι πολλές αρχαίες χριστιανικές πεποιθήσεις και πρακτικές είχαν δανειστεί πραγματικά από τις Ελληνιστικές ειδωλολατρικές "μυστηριακές λατρείες." 

Τα τελευταία χρόνια, εντούτοις, αυτή η άποψη έχει εγκαταλειφθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από τους λόγιους. 

Τα στοιχεία τώρα καταδεικνύουν ότι ο αρχαίος Χριστιανισμός γίνεται καλύτερα κατανοητός καθώς αναδύεται από τον Εβραϊκό κόσμο σκέψης. 

Στο βιβλίο του, “Christianity and the Hellenistic World” («Ο Χριστιανισμός και ο Ελληνιστικός Κόσμος»), ο φιλόσοφος Ronald Nash απορρίπτει τους ισχυρισμούς της "Σχολής της Ιστορίας των Θρησκειών". 

Τα συμπεράσματά του είναι αξιοσημείωτα:

«Ήταν ο αρχαίος Χριστιανισμός μια συγκρητιστική πίστη; Δανείστηκε οποιαδήποτε από τις ουσιώδεις πεποιθήσεις και πρακτικές του είτε από την Ελληνιστική φιλοσοφία ή θρησκεία ή από τον Γνωστικισμό; Τα στοιχεία απαιτούν αυτή η ερώτηση να απαντηθεί αρνητικά».

Το συμπέρασμα του Nash ταιριάζει με τα συμπεράσματα πολλών άλλων. 

Η εργασία των ιστορικών και βιβλικών μελετητών, όπως των Ν. Τ. Wright και David Flusser επιβεβαιώνουν ότι ο Ιουδαϊσμός του πρώτου αιώνα, είναι το κατάλληλο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κατανοηθεί η άνοδος του αρχαίου Χριστιανισμού. 

Είναι αλήθεια ότι ο Χριστιανισμός τελικά ήρθε σε ρήξη με τον Ιουδαϊσμό. 

Αντίθετα από τον Ιουδαϊσμό, κατάλαβε τον Θεό ως τρισυπόστατη ύπαρξη, και τον Μεσσία να είναι ταυτόχρονα θείος και ανθρώπινος. 

Εντούτοις, αυτές οι θεολογικές προοπτικές είχαν την ρίζα τους στην εμπειρία των πρώτων Εβραίων Χριστιανών όπως καταγράφονται στην Καινή Διαθήκη. 

Όπως ο Dix έχει σημειώσει, "ο Χριστιανισμός έπαψε να είναι Ιουδαϊκός, αλλά με αυτόν τον τρόπο δεν έγινε Ελληνικός. Έγινε ο εαυτός του - Χριστιανισμός".

Δ. Πολλά από τα κεντρικά στοιχεία του Ευαγγελίου είναι διαμετρικά αντίθετα στην Ελληνιστική νοοτροπία

Αυτή η αξίωση μπορεί να αποδειχθεί με τα εξής παραδείγματα: 

Κατ' αρχάς, όπως ο Ιουδαϊσμός, το Χριστιανικό Ευαγγέλιο πιστοποιεί ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα "από το τίποτα" ("ex nihilo"). 

Αυτό είναι αντίθετο προς την Ελληνική άποψη της προϋπάρχουσας αιώνιας ύλης. 

Δεύτερον, δεδομένου ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της ύλης, ο Χριστιανισμός (με τον Ιουδαϊσμό) καταλαβαίνει την ύλη γενικά, και το ανθρώπινο σώμα ειδικότερα, σαν "πολύ καλά" (Γένεση 1:31). 

Η Ελληνιστική κοσμοθεωρία κατανοούσε την ύλη ως κάτι αμφισβητήσιμο στην καλύτερη περίπτωση -  εάν όχι εντελώς κακή. 

Το σώμα το θεωρούσαν κάτι σαν ένας αφύσικος τάφος, μέσα στον οποίο η αιώνια ανθρώπινη ψυχή παγιδεύτηκε προσωρινά μέχρι να απελευθερωθεί από τον θάνατο. 

Λαμβανομένου υπόψη ότι, με τον Ιουδαϊσμό, ο Χριστιανισμός διακήρυττε ότι το να είσαι άνθρωπος σήμαινε να έχεις ένα σώμα, και έτσι ότι θα βιώσουμε την ανάσταση του σώματος (ένα άφθαρτο σώμα!) στην μετά θάνατον ζωή, η Ελληνική άποψη της μετά θάνατον ζωής ήταν η ελευθερία από το σώμα.

Μερικοί έχουν σημειώσει τις ομοιότητες μεταξύ ορισμένων ελληνικών συστημάτων ηθικής και των διδασκαλιών της Καινής Διαθήκης πάνω στην ηθική. 

Εντούτοις, ακόμη και εδώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές. 

Ενώ κάποιος μπορεί να προσδιορίσει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως οι λογοτεχνικές μορφές και οι βασικοί ηθικοί κώδικες, υπάρχουν προεξέχουσες διαφορές στο κίνητρο (οι Χριστιανοί παρακινούνται από το σεβασμό για το Θεό και την κλήση Του στην αγιότητα, οι Έλληνες από την αυτονόητη "λογική") και τα μέσα για να ζήσεις μια ηθική ζωή (οι Χριστιανοί ενδυναμώνονται από το Άγιο Πνεύμα, οι Έλληνες στηρίζονται επάνω στην έμφυτη σοφία και ικανότητά τους). 

Τελικά, αντίθετα από την ελληνική φιλοσοφική άποψη, η ελπίδα του ουρανού αποτελεί την βάση για τους Χριστιανούς ώστε να εμμένουν κάτω από ηθική πίεση.

Τέλος, πρέπει να εξετάσουμε τον ισχυρισμό ότι τα δόγματα της θεότητας του Χριστού και της Τριάδας είναι μεταγενέστερες ελληνιστικές ειδωλολατρικές διαφθορές του αρχαίου και "καθαρού" χριστιανισμού. 

Δύο απαντήσεις θα αρκέσουν να παρουσιάσουν τις αδυναμίες αυτών των ισχυρισμών. 

Κατ' αρχάς, οι ισχυρισμοί εκείνων όπως οι Μορμόνοι και οι Μάρτυρες του Ιεχοβά, ότι ο Χριστιανισμός της Καινής Διαθήκης διαφθάρηκε από την μεταγενέστερη Ελληνιστική επιρροή αποτυγχάνουν να υπολογίσουν το γεγονός ότι είναι τα ίδια τα στοιχεία της Καινής Διαθήκης που οδήγησαν τους πρώτους Χριστιανούς πατέρες να ομολογήσουν την θεότητα του Χριστού και την Τριαδικότητα του Θεού. 

Λόγοι χώρου δεν επιτρέπουν μια λεπτομερή βιβλική υπεράσπιση αυτών των δογμάτων.

Δεύτερον, η πρόσφατη έρευνα έχει αποδείξει ότι η αρχαία Χριστιανική ιδέα της θεότητας του Χριστού αναπτύχθηκε όχι σε ένα Ελληνιστικό πλαίσιο αλλά σε έναν ευδιάκριτα Εβραϊκό κόσμο σκέψης. 

Ο Richard Bauckham, ένας λόγιος αυτού του σχετικά νέου κινήματος μελετητών (μερικές φορές γνωστού ως "Νέα Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών") δηλώνει αυτά τα συμπεράσματα συνοπτικά:

«Όταν η Χριστολογία της Καινής Διαθήκης διαβάζεται με αυτό το εβραϊκό θεολογικό πλαίσιο στο μυαλό, γίνεται σαφές ότι, από το πιο πρώιμο ξεκίνημα της  μετα-Πασχάλιας Χριστολογίας και μετά, οι πρώτοι Χριστιανοί περιέλαβαν τον Ιησού, ακριβώς και σαφώς, μέσα στην μοναδική ταυτότητα του ενός Θεού του Ισραήλ…

Η πιο πρώιμη Χριστολογία ήταν ήδη η υψηλότερη Χριστολογία».

Τελικά, αν και η αξίωση ότι η αρχαία Χριστιανική πίστη και πρακτική διαφθάρηκαν από την Ελληνιστική επιρροή, υποστηρίζεται συνήθως από τους επικριτές του ορθόδοξου χριστιανισμού, τα ιστορικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν αυτήν την αξίωση. 

Μάλλον, φρούρησε αυστηρά την μοναδική θρησκευτική ταυτότητά της στην μέση της θρησκευτικής και φιλοσοφικής ποικιλομορφίας του αρχαίου Μεσογειακού κόσμου.

Ελληνική φιλοσοφία και Πατέρες τής Εκκλησίας

Επειδή το θέμα αυτό είναι πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο και ο χρόνος τής ανακοινώσεως είναι στενώτατος, γι’ αυτό θα το περιορίσω. Μέσα σε αυτήν την προοπτική θα κάνω μερικές απαραίτητες διευκρινήσεις.

Εισαγωγικές διευκρινήσεις

Η πρώτη διευκρίνηση είναι ότι θα γίνει αναφορά στους Πατέρες που έζησαν κατά την πρώτη περίοδο τής Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αυτής που ονομάσθηκε Βυζάντιο μετά την πτώση τής Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή την περίοδο εκείνη που συναντώνταν δύο μεγάλα θεολογικά και πολιτιστικά ρεύματα, δηλαδή η ιουδαϊκή-χριστιανική παράδοση και η ελληνική σκέψη και οπωσδήποτε έκανε μεγάλη εντύπωση. 

Έτσι, έγινε μια θαυμαστή σύνθεση με την έννοια ότι άλλο είναι τα άκτιστα ρήματα τής αποκαλυπτικής εμπειρίας και άλλο είναι τα κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα που είναι τής διατυπώσεως τής εμπειρίας, όπως έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης.

Η δεύτερη διευκρίνηση είναι ότι η συνάντηση τού Χριστιανισμού με την ελληνική φιλοσοφία έγινε πρώτα από μερικούς ανατολικούς φιλοσοφικούς θεολόγους, όπως τον Παύλο Σαμοσατέα, τον Λουκιανό, τον Άρειο και άλλους μεταγενέστερους, οι οποίοι συζητούσαν με τους Αριστοτελικούς φιλοσόφους πάνω σε οντολογικά και κοσμολογικά θέματα, εκφράζοντας έτσι τον λεγόμενον από τον Χάρνακ «εξελληνισμένο Χριστιανισμό», με αποτέλεσμα να περιπέσουν σε θεολογικές πλάνες.

Αντίθετα, οι Πατέρες τού 4ου αιώνος, γνωρίζοντας την φιλοσοφία τής εποχής τους, κυρίως την Πλατωνική, την Αριστοτελική και την Νεοπλατωνική, για να απαντήσουν στους φιλοσοφούντας Χριστιανούς θεολόγους, προσέλαβαν την φιλοσοφική ορολογία ως ένδυμα, την οποία αποφόρτισαν από το νόημα που είχε και έδωσαν σε αυτήν άλλο νόημα, με αποτέλεσμα να απαρτισθή αυτό που χαρακτηρίζεται από τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ «εκχριστιανισμένος ελληνισμός».

Μέσα από αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε την λεγομένη συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού, θεολογίας και φιλοσοφίας.

Και η τρίτη διευκρίνηση είναι ότι επειδή το θέμα που θα διαβάσετε εδώ είναι μεγάλο, προκειμένου να το τιθασεύσω ώστε να γίνει μια σύντομη αναφορά, θα περιορίσω την παρουσίαση τών βασικών θέσεων τής διδασκαλίας τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, που προέρχονται κυρίως από προφορικές ομιλίες του στον Πανεπιστημιακό χώρο, ιδιαιτέρως σε μάθημα προς τους φοιτητές και μεταπτυχιακούς. 

Αυτό σημαίνει ότι το υλικό που θα παρουσιαστεί εδώ είναι κατά βάση ανέκδοτο και πρωτότυπο. Έτσι, θα καλυφθεί η έννοια τής ανακοίνωσης.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν πρωτίστως πρωτότυπος ερευνητής. 

Μεγάλωσε στην Αμερική και σπούδασε στην Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, έπειτα στο Πανεπιστήμιο τού Γέϊλ, στο Ρωσικό Ινστιτούτο τού Αγίου Βλαδιμήρου στην Νέα Υόρκη, ένα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα και στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια τής Νέας Υόρκης, στην συνέχεια εργάσθηκε ερευνητικά στο Ρωσικό Ινστιτούτο τού Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, όπου εκπόνησε τις πρώτες σημαντικές προδιδακτορικές μελέτες του, στο Μόναχο, στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου κατέθεσε πρωτότυπη διδακτορική διατριβή, η οποία προκάλεσε θεολογικές αναταράξεις στο όλο κλίμα τής θεολογίας στην Ελλάδα τής εποχής εκείνης, στο Πανεπιστήμιο τού Χάρβαρντ, όπου εκπόνησε σημαντικές μεταδιδακτορικές εργασίες, κάτω από την επίβλεψη τού διάσημου Καθηγητού τού Χάρβαρντ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. 

Μετέπειτα ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης εξελέγη Καθηγητής στην Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης και Καθηγητής στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, δίδαξε δε και στην Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή στον Βόρειο Λίβανο.

Με χαρά και μεγάλο σεβασμό επισημαίνω ιδιαίτερα το ερευνητικό του χάρισμα.

Στις προδιδακτορικές του μελέτες ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την διδασκαλία τού Αποστόλου Παύλου και με την διδασκαλία τών Αποστολικών Πατέρων, οι οποίοι ως διάδοχοι τών Αποστόλων μετέφεραν την Χριστιανική διδασκαλία στον εθνικό κόσμο, όπου επικρατούσε η ελληνική σκέψη.

Στην διδακτορική του διατριβή μελετώντας το προπατορικό αμάρτημα αντιμετώπισε ιδιαιτέρως την διαφορά μεταξύ τής ελληνικής φιλοσοφίας και τών Αποστολικών Πατέρων, κατά τους τρεις πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού.

Στις μετέπειτα μεταδιδακτορικές μελέτες του αφιερώθηκε κυρίως στην μελέτη τής σκέψεως τών Απολογητών Πατέρων και την επίδραση τής ελληνικής φιλοσοφίας σε αυτούς, όπως και τις διαφορετικές προϋποθέσεις μεταξύ τους.

Έτσι, οι μελέτες του πάνω στον άγιο Ιουστίνο τον Μάρτυρα και φιλόσοφο, η κριτική που ασκεί στις απόψεις τού Wolfson σε σχέση με την διδασκαλία τού Φίλωνος τού Ιουδαίου και τών Πατέρων, η ανάλυση τών απόψεων τού Θεοδώρου Μομψουεστίας, παρουσιάζουν τον τρόπο σκέψεως τών πρώτων φιλοσοφούντων θεολόγων πάνω σε Χριστολογικά θέματα. 

Αλλά και η μελέτη του για την σύγκρουση που έγινε τον 14ο αιώνα μεταξύ τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά και τού Βαρλαάμ, ο οποίος εκφραζόταν με τις απόψεις τού νεοπλατωνικού Αυγουστίνου Επισκόπου Ιππώνος, τον κατέστησαν σοβαρό μελετητή και γνώστη τής σχέσεως και τής διαφοράς μεταξύ τής ελληνικής φιλοσοφίας και τής διδασκαλίας τών Πατέρων τής Εκκλησίας από τον 14ο αιώνα και μετέπειτα.

Αυτό σημαίνει ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έκανε σημαντική και πρωτότυπη έρευνα στις πηγές κατά τον 3ο και 4ο αιώνα και απέκτησε καθαρή και βασική σκέψη πάνω στην συνάντηση μεταξύ τής ελληνικής σκέψης, τής ιουδαϊκής παράδοσης και χριστιανικής αποκαλυπτικής εμπειρίας. 

Δεν αντέγραφε άλλους μελετητές, ούτε έκανε επιπόλαιες σκέψεις πάνω στα θέματα αυτά ούτε μετέφερε ερευνητικές εργασίες άλλων, αλλά ό,τι δίδασκε ήταν προϊόν δικής του σοβαρής και εξαντλητικής έρευνας. 

Έτσι, μπορεί να προστεθεί ότι τα όσα δίδασκε ήταν πρωτότυπες κριτικές απόψεις προερχόμενες από εξαντλητικές έρευνες στις πηγές. 

Με αυτές τις σκέψεις στην συνέχεια θα εκτεθούν τα συμπεράσματα τών προσωπικών του ερευνών στο θέμα που θα αναφερθεί εδώ.

Στην συνέχεια θα τονιστούν τρία σημεία τής διδασκαλίας τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη για την διαφορά μεταξύ τής διδασκαλίας τών αγίων Πατέρων και τής κλασσικής φιλοσοφίας.

1. Φιλοσοφία και θεολογία

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας τού 4ου αιώνος είχαν σπουδάσει την φιλοσοφία και την γνώριζαν, αλλά δεν ήταν φιλόσοφοι, ούτε ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο φιλοσοφικό σύστημα. 

Άλλωστε, σε όλη την περίοδο τής Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο) διδασκόταν η φιλοσοφία, αλλά έκαναν διάκριση ότι άλλο είναι η φιλοσοφία και άλλο είναι η θεολογία, αφού διακρίνονταν από την διαφορετική μεθοδολογία τους.

Οι Ρωμιοί δεν είχαν πέσει στον μεγάλο πειρασμό τής δυτικής σχολαστικής θεολογίας, που ταύτιζαν την φιλοσοφία με την θεολογία. 

Μάλιστα, όταν οι αιρετικοί τού 3ου και 4ου αιώνος συνέδεαν την φιλοσοφία με την θεολογία, τότε οι Πατέρες ήταν επικριτικοί και προς τους φιλοσοφούντας θεολόγους και προς την ίδια την φιλοσοφία.

Ακόμη και τον 14ο αιώνα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γνώριζε την αριστοτελική φιλοσοφία, χρησιμοποιούσε μερικές φορές τους όρους της, αλλά διαφωνούσε στις βασικές φιλοσοφικές αρχές. Γράφει κάπου: «Καν εξετάσης ίδοις αν πάσας ή τας πλείστας τών δεινών αιρέσεων εντεύθεν λαβούσας τας αρχάς».

2. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας ως αντιμεταφυσικοί

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, αν και εγνώριζαν την ελληνική φιλοσοφία, εν τούτοις δεν αποδέχονται την μεταφυσική τής φιλοσοφίας.

Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα, που στηρίζουν αυτήν την θέση.

Πρώτον

Βασική αρχή τής μεταφυσικής είναι ότι ο Θεός είναι αντικείμενο τού στοχασμού. 

Ο φιλόσοφος Πλάτων ισχυριζόταν το «Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν, φράσαι δε αδύνατον», δηλαδή είναι δύσκολο να στοχαστούμε τον Θεό, αλλά αδύνατον να τον εκφράσουμε. 

Αυτό σημαίνει ότι ο Πλάτων δεν απέκλειε τον στοχασμό για τον Θεό, αφού αυτός ο ίδιος δημιούργησε την θεωρία τών ιδεών, αλλά έλεγε ότι είναι δύσκολο αυτό το έργο για τον καθένα.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον δεύτερο θεολογικό του λόγο, αφού μνημονεύει αυτήν την αρχή τού Πλάτωνος, στην συνέχεια αντιστρέφει τον λόγο του. 

Γράφει ότι ο Πλάτων με την φράση «Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν, φράσαι δε αδύνατον» ήθελε να πει ότι μπορεί κανείς να στοχαστεί αν και είναι δύσκολο, αλλά είναι αδύνατο να το εκφράσει. 

Όμως, στην χριστιανική θεολογία ισχύει ακριβώς το αντίθετο, ότι είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για τον Θεό, αλλά είναι αδυνατότερο να στοχαστεί γι' Αυτόν.

Οπότε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιστρέφει το ρητό τού Πλάτωνος «Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν, φράσαι δε αδύνατον» και λέγει ότι τον Θεόν «φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον».

Στην συνέχεια εξηγεί ότι αυτό που νοείται (ο Θεός) ίσως ο λόγος θα μπορούσε να το δηλώσει, έστω και μη μετρίως, αλλά αμυδρώς, σε εκείνο στον οποίο δεν έχουν καταστραφεί τα αυτιά του και δεν είναι νωθρός στην διάνοια. 

Αλλά το να περιλάβει κανείς ένα τέτοιο πράγμα στην διάνοια είναι παντελώς αδύνατο και ακατόρθωτο όχι μόνον στους αποβλακωμένους και υλόφρονες, αλλά και στους πιο υψηλούς στην σκέψη και στους φιλοθέους. Καθώς επίσης είναι παντελώς αδύνατο και ακατόρθωτο και σε κάθε κτιστή φύση και σε εκείνους στους οποίους ο ζόφος, το σκοτάδι παρεμποδίζει στο παχύ αυτό σαρκίο στην κατανόηση τής αλήθειας.

Επομένως, η διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου ότι τον Θεόν «φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον» ανατρέπει την φιλοσοφία τού Πλάτωνος που εκφράζεται στην φράση «Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν, φράσαι δε αδύνατον», και έτσι καταρρίπτεται η μεταφυσική που προσπαθεί με τον στοχασμό και την φαντασία να εννοήσει τον Θεό.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης θεωρεί ότι αυτό το χωρίο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου είναι βασικότατο και δείχνει ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι μεταφυσική, γι’ αυτό έλεγε ότι ο θεόπτης όταν φθάσει στην θέωση βλέπει και ακούει άκτιστα ρήματα, και στην συνέχεια καταγράφει όσον είναι δυνατόν αυτήν την άκτιστη εμπειρία με κτιστά ρήματα ("φράσαι") και κτιστά νοήματα ("νοήσαι") τι είναι ο Θεός.

Έτσι, το χωρίο αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, με το οποίο διορθώνεται ο Πλάτων, δείχνει ότι η Θεολογία δεν είναι μεταφυσική.

Δεύτερον

Άλλη βασική αρχή τής μεταφυσικής είναι ότι όλα τα περί Θεού ερευνώνται με την λογική, που είναι το ευγενέστερο στοιχείο τής ψυχής η οποία είναι εκ φύσεως αθάνατη, ανήκε στον αγέννητο κόσμο τών ιδεών, κατά τον Πλάτωνα.

Κατά τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη «οι Πατέρες δεν δέχονται τους κανόνες τής λογικής, όταν ασχολούνται με τα θεολογικά θέματα. 

Γιατί; 

Διότι οι κανόνες τής λογικής ισχύουν μόνον, όσο ισχύουν, για τα κτίσματα. Για τον Θεό δεν ισχύουν οι κανόνες τής λογικής ή τής φιλοσοφίας.

Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον Θεό. Κι όσοι νομίζουν ότι δια τής καθαράς μαθηματικής μπορούν να βαδίζουν προς τον Θεό, για τους Πατέρες είναι αφελέστατοι. 

Γιατί; 

Διότι απλούστατα μεταξύ ακτίστου και κτιστού δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα. Αυτά που φαινομενικά ισχύουν για τα κτιστά, δεν ισχύουν για τα άκτιστα. Διότι δεν υπάρχουν κανόνες τών κτισμάτων που εφαρμόζονται στο άκτιστο. Και αυτή είναι η κατάσταση».

Έτσι η ψυχή δεν είναι εκ φύσεως αθάνατη, δεν ανήκε στον αγέννητο κόσμο τών ιδεών, αλλά είναι κτιστή και κατά χάρη αθάνατη. 

Γι' αυτό δεν κάνουμε διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος. Επίσης δεν κάνουμε διάκριση μεταξύ ποιητικής και παθητικής ψυχής, όπως έκανε ο Αριστοτέλης.

Τρίτον

Βασική αρχή τής γνώσης στον Αριστοτέλη είναι ο νόμος τών αντιθέσεων, που σημαίνει ότι «δεν μπορούμε να αποδώσουμε σε αυτό το ίδιο πράγμα αντιθέσεις. Δεν μπορεί να είναι συγχρόνως άσπρο και μαύρο, δεν μπορεί να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, δεν μπορεί να είναι συγχρόνως λογικό και παράλογο, δεν μπορεί να είναι συγχρόνως υπαρκτό και ανύπαρκτο». Αυτός ο νόμος τών αντιθέσεων «είναι το θεμέλιο τού λογικού συστήματος τού Αριστοτέλη».

Κατά τους Πατέρας, όμως, ο Θεός είναι ον και μη ον, είναι γνωστός και άγνωστος, καταληπτός και ακατάληπτος, μεθεκτός και αμέθεκτος, ορατός και αόρατος, έχει ουσία, η οποία είναι υπερούσια. Και αυτό συμβαίνει γιατί οι θεούμενοι βλέπουν την ενέργεια τού Θεού και όχι την ουσία Του, οπότε βλέπουν αοράτως, μετέχουν αμεθέκτως, ακούνε την φωνή τού Θεού ανηκούστως κλπ.

Τέταρτον

Άλλη βασική αρχή τής γνώσης τού Αριστοτέλη είναι ο νόμος μεταξύ διαφοράς και ομοιότητας. Παρατηρώντας την διαφορά και την ομοιότητα μεταξύ δύο πραγμάτων, γίνεται η περιγραφή και παράγεται η γνώση. 

Όμως, όταν φθάσει κανείς στην θέωση και δει τον Θεό «κάνει την διαφοροποίηση, αλλά δεν μπορεί να κάνει την ομοιότητα». Δηλαδή, στην εμπειρία τής θέωσης «υπάρχει διαφοροποίηση», αλλά «δεν υπάρχει ομοιότητα».

Πέμπτον

Βασική αρχή τής μεταφυσικής τού Πλάτωνος είναι ότι όλα τα όντα είναι αντίγραφα τών αρχετύπων που είναι αμετάβλητα. Αυτό όμως δεν ισχύει για τους Πατέρας τής Εκκλησίας, γιατί ο κόσμος δεν είναι αντίγραφο τού κόσμου τών ιδεών, είναι θετικό δημιούργημα τού Θεού και όχι αντιγραφή κάποιων αρχετύπων.

Πάντως, η Εκκλησία έχει δική της γνωσιολογία, δηλαδή δικό της τρόπο και δική της μέθοδο γνώσεως τού Θεού, που δεν έχει σχέση με την μεταφυσική.

Στην συνέχεια θα αναφερθούν οι απόψεις μερικών και σημαντικών Πατέρων τής Εκκλησίας για το θέμα τής φιλοσοφίας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο θεολογικό του λόγο, αφού προσδιορίζει ότι το θεολογείν δεν είναι τού καθενός, αλλά «τών εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων ή καθαιρομένων το μετριώτατον», στην συνέχεια ζητάει από τους ακροατές του να αποβάλουν τις απόψεις τών φιλοσόφων για τον Θεό.

Γράφει: «Βάλλε μοι Πυθαγόρου την σιωπήν και τους κυάμους τους ορφικούς και την περί το Αυτός έφα καινοτέραν αλαζονείαν. 

Βάλλε μοι Πλάτωνος τας ιδέας, και τας μετενσωματώσεις και περιόδους τών ημετέρων ψυχών, και τας αναμνήσεις, και τους ου καλούς δια τών καλών σωμάτων επί ψυχήν έρωτας.

Επικούρου την αθεΐαν και τας ατόμους και την αφιλόσοφον ηδονήν. 

Αριστοτέλους την μικρολόγον πρόνοιαν και το έντεχνον και τους θνητούς περί ψυχής λόγους και το ανθρωπικόν τών δογμάτων.

Τής Στοάς την οφρύν, τών Κυνών το λίχνον τε και αγοραίον. βάλλε μοι το κενόν, το πλήρες τών ληρημάτων, όσα περί θεών ή θυσιών, περί ειδώλων, περί δαιμόνων αγαθών τε και κακοποιών, όσα περί μαντείας, θεαγωγίας, ψυχαγωγίας, άστρων δυνάμεως, τερατεύονται».

Η αναφορά αυτή είναι σημαντική, γιατί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αρνείται ολόκληρη την αρχαία ειδωλολατρεία, τον μυστικισμό, την ηδονοκρατία, τον ευδαιμονισμό και γενικά την κλασσική μεταφυσική τού Πλάτωνος, τού Αριστοτέλους και τών Νεοπλατωνικών φιλοσόφων.

Ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος σπούδασε την αρχαία ελληνική σοφία και φιλοσοφία στην Αθήνα, σε κείμενό του αναφέρεται σε αυτήν.

Γράφει: «Πονηρά δε σχολή η τών Αθηναίων, οις "εις ουδέν άλλο ευκαίρουν, ή λέγειν τι και ακούειν καινότερον"· ην και νυν τινες μιμούνται τη τού βίου σχολή προς την αεί τινος καινοτέρου δόγματος εύρεσιν αποχρώμενοι. 

Η τοιαύτη σχολή φίλη εστίν ακαθάρτοις και πονηροίς πνεύμασιν».

Ο ίδιος σε επιστολή που απέστειλε στον Ευστάθιο τον Σεβαστηνό αναφέρεται στα χρόνια που εδαπάνησε στην ματαιότητα και όπως γράφει: «πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανίσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει τών μαθημάτων τής παρά τού Θεού μωρανθείσης σοφίας». Έπειτα, «ώσπερ εξ ύπνου βαθέος διαναστάς», «απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως τής αληθείας τού Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον τής σοφίας τών αρχόντων τού αιώνος τούτου τών καταργουμένων, πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας ηυχόμην δοθήναι μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν τών δογμάτων τής ευσεβείας». Στην συνέχεια, όπως γράφει, περιήλθε την Αλεξάνδρεια, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Συρία, την Μεσοποταμία όπου συνήντησε ασκητές που ζούσαν την κατά Θεόν φιλοσοφία, ήτοι την πραγματική θεολογία».

Είναι σημαντικά τα όσα γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, που θεωρείται ως ο φιλοσοφικότερος τών Πατέρων, για την ελληνική φιλοσοφία: «Άγονος γαρ ως αληθώς η έξωθεν παίδευσις, αεί ωδίνουσα και μηδέποτε ζωογονούσα τω τόκω. 

Τίνα γαρ έδειξε καρπόν τών μακρών ωδίνων η φιλοσοφία, ή τίνα τοσούτων τε και τοιούτων άξιον πόνων; 

Ου πάντες υπηνέμιοί τε και ατελεσφόρητοι πριν εις το φως ελθείν τής θεογνωσίας αμβλίσκονται, δυνάμενοι ίσως γενέσθαι άνθρωποι, ει μη διόλου τοις κόλποις τής αγόνου σοφίας ενεκαλύπτοντο;».

Στην ίδια προοπτική κινείται και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς όταν γράφει: «Κατά τούτο πάντως η τών Ελλήνων εμωράνθη σοφία, καθότι ουκ εκ Θεού· παν δ’ ό μη θεόθεν, ουκ ον· δια τούτο η σοφία τών Ελλήνων ψευδώνυμος».

Οι Πατέρες δεν δέχθηκαν ποτέ τις βασικές αρχές τής κλασσικής μεταφυσικής.

3. Διαφορά μεταξύ Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Νεοπλατωνισμού

Μερικοί ετερόδοξοι αλλά και δικοί μας ορθόδοξοι θεολόγοι διαβάζοντας τα κείμενα τών Πατέρων τού 4ου αιώνος, αλλά και τα κείμενα τού αγίου Διονυσίου τού Αρεοπαγίτου νομίζουν ότι οι Πατέρες τής Εκκλησίας επηρεάσθηκαν από τον Νεοπλατωνισμό και αλλοίωσαν την αρχέγονη Χριστιανική Παράδοση. Μια τέτοια ερμηνεία διαστρεβλώνει και κακοποιεί την διδασκαλία τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας.

Όμως, παρά την λεκτική ομοιότητα μεταξύ τών Πατέρων και τών Νεοπλατωνικών σε μερικά σημεία, εν τούτοις υφίσταται μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Γι’ αυτό δεν μπορεί κανείς να κάνει λόγο ότι οι Πατέρες επηρεάστηκαν από την πλατωνική ή νεοπλατωνική φιλοσοφία και αλλοίωσαν την Χριστιανική πίστη.

Θα τονιστούν μερικά σημεία που δείχνουν την μεγάλη διαφορά στα νοήματα μεταξύ θεολογίας τών Πατέρων τής Εκκλησίας και τής φιλοσοφίας τών Νεοπλατωνικών, όπως φαίνεται στα συγγράμματα τού αγίου Διονυσίου τού Αρεοπαγίτου.

Την πρώτη διαφορά μπορούμε να την βρούμε στην στασιμότητα και την αιώνια κίνηση. Έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης:

«Ο άγιος Διονύσιος πιστεύει στην αιώνια κίνηση, ότι η τελειότητα είναι η αιώνια κίνηση. Την στασιμότητα την αποβάλλει. 

Πιστεύει στην τελειότητα, που ακόμα και τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και οι Κυριότητες και όλοι οι Άγγελοι, πάντα από δόξα σε δόξα και διαρκώς ευρίσκονται σε διαρκή ανοδική πορεία, παρά το γεγονός ότι είναι θεούμενοι και βλέπουν την δόξα τού Θεού, ενώ για την πλατωνική παράδοση η τελείωση είναι η ακινησία και το αμετάβλητο. 

Οπότε, έχουμε το αμετάβλητο στους Έλληνες φιλοσόφους, ως το τέλος τής ανθρώπινης τελειότητας, ενώ, στον κατ’ εξοχήν ελληνίζοντα, δήθεν, φιλόσοφο Πατέρα τής Εκκλησίας έχουμε την αεικινησία, ως το θεμέλιο τής θεώσεως».

Την δεύτερη διαφορά μπορούμε να την παρατηρήσουμε στο θέμα τού έρωτος. Έλεγε ο π. Ιωάννης:

«Στους Πλατωνικούς ο έρως είναι η αδυναμία τού ανθρώπου. Ο άνθρωπος έχει έρωτα προς το ακίνητον κινούν κλπ. Και είναι ένδειξη, ότι μάς λείπει κάτι και γι’ αυτό έχουμε ροπή προς τον άλλο, για να συμπληρώσουμε τα ελλείποντα τα ιδικά μας. 

Δηλαδή έχουμε το φίλτρο μέσα μας, το οποίο είναι ο μαγνητισμός προς το ύψιστο αγαθό κ.ο.κ. Οπότε, έρως είναι τού ανθρώπου προς τον Θεό.  

Ενώ ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης συζητεί την διάκριση μεταξύ έρωτος και αγάπης, και λέει ο Διονύσιος ότι έρωτα και αγάπη δεν μπορούμε να τα διαφοροποιήσουμε. 

Και δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός έχει αγάπη και δεν έχει έρωτα για τον άνθρωπο. Γιατί, φαίνεται, υπήρχαν ορισμένοι θεολόγοι, οι οποίοι κάνανε διάκριση μεταξύ έρωτος και αγάπης και ήθελαν να πουν ότι ο Θεός έχει αγάπη για τον κόσμο, όχι όμως έρωτα, για να μη φανή ότι έχει ο Θεός καμμία αδυναμία, ότι εξαρτάται ο Θεός από τον κόσμο. 

Και λέει, ότι όχι μόνο ο Θεός έχει αγάπη για τον κόσμο, αλλά ο Θεός έχει έρωτα για τον κόσμο. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ″μούντζωμα‶ πού μπορεί να κάνη εναντίον τών νεοπλατωνικών».

Η τρίτη διαφορά εντοπίζεται στο ότι ο Θεός δεν κινεί μόνον, αλλά είναι και κινούμενος. Έλεγε ο π. Ιωάννης:

«Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι μόνον ακίνητον κινούν, διότι ο Θεός είναι και κινούμενος. Γι’ αυτό, και στην σχολαστική παράδοση είναι αίρεση ότι είναι και κινούμενος ο Θεός. 

Λοιπόν, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης καθιέρωσε - ίσως είναι ο πρώτος - ότι ο Θεός είναι και κινούμενος. 

Μετά τον Διονύσιο, επικρατεί αυτή η άποψη ότι ο Θεός είναι και κινούμενος, δηλαδή Μάξιμος ο Ομολογητής, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Μάρκος ο Ευγενικός κλπ. 

Όταν κανείς λέει ότι το ακίνητον κινούν κινούμενος είναι ο Θεός, μαζί με τον έρωτα τού Θεού προς τον άνθρωπο, υπάρχει μεγαλύτερο "μούντζωμα" εναντίον τής φιλοσοφίας; 

Αυτό σημαίνει ότι στην Ορθόδοξη Παράδοση είναι αδύνατον να υπάρχει μεταφυσική. Είναι αδύνατη η προσέγγιση με την μεταφυσική στο δόγμα περί Θεού και στα περί τελειότητος».

«Και στους Πατέρες τής Εκκλησίας, όμως, βλέπουμε έναν Διονύσιο Αρεοπαγίτη ο οποίος κατηγορείται ότι πλατωνίζει και νεοπλατωνίζει κ.ο.κ., να μάς λέει καθαρά ότι ο Θεός δεν είναι μόνον ακίνητο κινούν, αλλά και κινούμενος είναι ο Θεός, δηλαδή ο Θεός όχι μόνον κινεί αλλά κινείται. 

Αυτά βέβαια τα γράφει εναντίον τών Νεοπλατωνικών και τών Αριστοτελικών. Οπότε, είναι μία τρανή απόδειξη ότι ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης δεν έχει καμμιά σχέση με τον Νεοπλατωνισμό, αν και χρησιμοποιεί την γλώσσα τών Νεοπλατωνικών.  

Αυτή η ιδέα ότι ο Θεός είναι ακίνητο κινούν, αλλά και κινούμενον, είναι αίρεση για τους Νεοπλατωνικούς και τους Αριστοτελικούς, διότι ποιος Αριστοτελικός μπορεί να δεχτεί ποτέ ότι το ακίνητο κινούν είναι και κινούμενο; Διότι τότε αφού είναι κινούμενο δεν είναι ακίνητο. 

Είναι μια αντίφαση. Είναι αντίφαση, ακίνητον κινούμενον, είναι καθαρά αντίφαση. 

Αυτό σημαίνει καθαρά ότι οι Πατέρες τής Εκκλησίας δεν φιλοσοφούν».

Αντιφάσεις, όπως λέμε ότι ο Θεός είναι φως, σκότος. 

Γιατί; 

Δεν σημαίνει ότι στερείται τού φωτός ο Θεός, ο Θεός υπερβαίνει το φως. 

Ο Θεός είναι ακίνητο κινούν, είναι και κινούμενος, που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα κατηγορήματα τα οποία μπορούμε να αποδώσουμε στον Θεό, καθαρά δηλαδή, αλλά, αυτό δεν προέρχεται από την φιλοσοφία, αυτό προέρχεται από την εμπειρία. 

Από την εμπειρία προέρχεται. Γιατί; 

Διότι γνωρίζουν οι Πατέρες ότι χρησιμοποιούμε νοήματα για τον Θεό, τα οποία όμως καταργούνται, όταν αντικρίζουμε την πραγματικότητα που είναι ο Θεός».

Η τέταρτη διαφορά σημειώνεται στο θέμα τής αποφατικής θεολογίας. 

Έλεγε ο π. Ιωάννης:

«Υπάρχει η άποψη ότι αυτή η θεολογία που την ονομάζουμε αποφατική, είναι μια φιλοσοφία επηρεασμένη από τους Νεοπλατωνικούς. 

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι υπάρχει ομοιότητα στην ορολογία μεταξύ τών Νεοπλατωνικών και τών Πατέρων τής Εκκλησίας, και οι Νεοπλατωνικοί έχουν κι αυτοί μια αποφατική θεολογία, αλλά, εδώ υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Στους Νεοπλατωνικούς έχουμε την έκσταση, η οποία είναι μια εμπειρία που για τους Πατέρες τής Εκκλησίας είναι δαιμονική.

Κατά την εμπειρία τής έκστασης τού Νεοπλατωνισμού, ο άνθρωπος εξέρχεται από τα διαστήματα και από την αλληλοδιαδοχική σκέψη, υπερβαίνει απλώς τον χρόνο και τα μεταβλητά και ενώνεται με το αμετάβλητο, μέσα σε αυτό το σύστημα. 

Βέβαια, το σώμα είναι κάτι το κακό ή αρνητικό ή το ένα ή το άλλο δηλαδή. Πάντως, το σώμα δεν μετέχει στην εμπειρία τής εκστάσεως τών Νεοπλατωνικών. 

Η όλη αποφατική θεολογία τών Νεοπλατωνικών είναι η αφαίρεση από την ανθρώπινη σκέψη όλων τών ελαττωμάτων, - κατ' αυτούς ελαττωμάτων, όχι στην πραγματικότητα ελαττώματα - όλων τών ελαττωμάτων τής περιορισμένης ανθρώπινης σκέψης. 

Στην πατερική διδασκαλία το σώμα δεν είναι κακό και η έκσταση δεν είναι η αποδέσμευση τού νου από το σώμα, αλλά η επάνοδος τού νου στην καρδιά.

Οπότε, η απαλλαγή από τα ελαττώματα τής ανθρώπινης σκέψης είναι η πηγή τής αποφατικής θεολογίας τών Νεοπλατωνικών, είναι η όλη προσπάθεια να απαλλαγούν, όχι από τα κτιστά, αλλά από τα μεταβλητά, διότι για την Νεοπλατωνική αρχή δεν υπάρχει η ασκητική διάκριση μεταξύ δημιουργίας εκ τού μηδενός και ακτίστου. 

Το βασικό κατηγόρημα τής Ιουδαιοχριστιανικής σκέψης είναι η σαφής διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Υπάρχουν τα άκτιστα και τα κτιστά. Και μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα. Αυτό είναι βασικό δόγμα, όχι μόνον τής Πατερικής Παράδοσης, αλλά είναι και τής εβραϊκής παράδοσης μέχρι σήμερα».

Αυτές τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τής Πατερικής διδασκαλίας και τού νεοπλατωνισμού πρέπει να έχει κανείς υπ’ όψιν του για να κατανοήσει την Πατερική παράδοση και να μη εξάγει εσφαλμένα συμπεράσματα.

Συμπέρασμα

Το τελικό συμπέρασμα αυτής τής σύντομης ανακοίνωσης είναι ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην δομή τής σκέψης μεταξύ τών φιλοσόφων που εκφράζουν την κλασσική μεταφυσική, και τών Πατέρων τής Εκκλησίας που εκφράζουν την εμπειρική αποκάλυψη τού Χριστού στους Προφήτες, τους Αποστόλους και σε αυτούς τους ίδιους.

Οι Πατέρες μελετούσαν την ελληνική φιλοσοφία, χρησιμοποιούσαν την ορολογία και ό,τι καλό μπορούσε να γίνει αποδεκτό από αυτήν, χωρίς όμως να αλλοιωθεί η αποκαλυπτική εμπειρία, αλλά αντιδρούσαν όταν οι φιλοσοφούντες Χριστιανοί θεολόγοι ανεμείγνυαν την φιλοσοφία με την θεολογία.

Αντίθετα, οι φιλοσοφούντες θεολόγοι που καταδικάστηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους εξέφραζαν τον «εξελληνισμένο Χριστιανισμό», ενώ οι Πατέρες τής Εκκλησίας ήταν φορείς τού «εκχριστιανισμένου ελληνισμού».

Θεολογία και αρχαία Φιλοσοφία

Οι βασικές διαφορές τής αρχαίας Φιλοσοφίας και τής Θεολογίας

Η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, παρά την ανωτερότητά της από τις πολυθεϊστικές πλάνες, δεν έπαυε να είναι μια "από κάτω προς τα πάνω" αναζήτηση, και όχι Αποκάλυψη τού ιδίου τού Θεού.

Περιείχε λοιπόν κάποια βασικά σημεία, που ήταν εσφαλμένα. Στο άρθρο αυτό, θα δούμε τις βασικές διαφορές τής αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, και τής Χριστιανικής Θεολογίας.

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία κάνει σαφή διάκριση μεταξύ ύλης και πραγματικότητος. Θεωρεί, δηλαδή, ότι άλλο είναι η πραγματικότης και άλλο η ύλη και ο κόσμος, όλα αυτά τα οποία βλέπουμε και αισθανόμαστε. «Βασική προϋπόθεσις της φιλοσοφίας είναι ότι μόνον το αγέννητον και αναλλοίωτον είναι αθάνατον και πραγματικόν. Πάν ό,τι έχει αρχήν εν χρόνω έχει και τέλος".

Ξεκινώντας η αρχαία φιλοσοφία από αυτήν την διαπίστωση έφθανε σε διάφορα συμπεράσματα τα οποία είναι διαμετρικά αντίθετα πρός την διδασκαλία της Εκκλησίας.

Κατά τους αρχαίους φιλοσόφους, «η δημιουργία είναι η μία φυσική απόρροια της ουσίας του ενός (πανθεϊσμός), ή μία φαινομενική ή και πεπτωκυία αντανάκλασις ενός αγέννητου πραγματικού κόσμου υποστατικών ιδεών (ιδεαλισμός), ή μία αδιάσπαστος ένωσις μορφής και ύλης, κατά την οποίαν η ύλη είνα η αρχή πολλαπλασιασμού της μορφής, αλλά χωρίς ανεξάρτητον ύπαρξιν και χωρίς απαρχήν (Αριστοτέλης)».

Έτσι οι φιλόσοφοι ή κατέληγαν σε έναν πανθεϊσμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός ταυτιζόταν με τον κόσμο, ή σε έναν αφηρημένο ιδεαλισμό σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός είναι ένα τέλειο, ανυπόστατο και ανενέργητο όν, που έχει σύντροφο ένα «αγέννητον συγκρότημα υποστατικών ιδεών και αξιών», ή ακόμη ένα «αεί ακίνητον κινούν το αεί κινούμενον άνευ επαφής μετά του κόσμου».

Καρπός αυτής της θεωρήσεως του Θεού και της δημιουργίας του κόσμου είναι ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι αφ’ ενός μεν ο ηδονισμός, αφ’ ετέρου δε ο ευδαιμονισμός.

Κατά τον ηδονισμό, οι φυσικές ορμές είναι αναπόφευκτες και η ικανοποίησή τους οδηγεί τον άνθρωπο στην λύτρωση από τις κατώτερες πιεστικές ανάγκες, ενώ κατά τον ευδαιμονισμό, η ικανοποίηση της δίψας του ανθρώπου βρίσκεται όταν ο άνθρωπος επιστρέψει στα αγέννητα και αμετάβλητα, που κιείναι ο κόσμος των ιδεών.

Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι, κατά την φιλοσοφία, η λύτρωση του ανθρώπου έγκειται στην φυγή από την φθαρτή ύλη και την προσκόλλησή του στα αγένννητα (Ιωάννου Ρωμανίδου: Προπατορικόν αμάρτημα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1989, σελ. 30-32).

Με μιά πρόχειρη ματιά φαίνεται ότι ο θεός των φιλοσόφων και της φιλοσοφίας δεν είναι ο Θεός της Εκκλησίας, ότι ο θεός της φιλοσοφίας είναι ένας αφηρημένος και ανύπαρκτος θεός και ότι ο άνθρωπος της φιλοσοφίας δεν είναι ο ίδιος με τον άνθρωπο της Εκκλησίας.

Αυτό θα το δούμε αναλυτικότερα πιό κάτω και θα διαπιστώσουμε την αντίθεση των αγίων Πατέρων πρός την φιλοσοφία και τους φιλοσόφους.

Δεν ξεχνάμε ότι αυτός ο κόσμος των ιδεών είναι η βασική διδασκαλία του Πλάτωνος. Κατά τον Πλάτωνα, ο κόσμος τον οποίο βλέπουμε, ακόμη και η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα αντίγραφο του πραγματικού κόσμου, του κόσμου των ιδεών και επί πλέον ο κόσμος αυτός των φαινομένων είναι πτώση εκ του κόσμου της πραγματικότητος που είναι ο κόσμος των ιδεών.

Ο Πλάτων με τον όρο ιδέα δηλώνει "τας καθόλου ή γενικάς εννοίας, τας αποτελούσας το μόνιμον ποιόν της ουσίας των όντων, αίτινες ου μόνον είνε πρότυπα ή παραδείγματα των επί μέρους όντων, αλλ’ υπάρχουσι και πράγματι καθ’ εαυτάς" (Χρήστου Ανδρούτσου: Λεξικόν Φιλοσοφίας, εκδ. Ρηγοπούλου, έτος 1965, σελ. 186).

Ο Πλάτων δίδασκε ότι οι ιδέες είναι «ουσίαι αυθυπόστατοι, άυλοι, και αμετάβλητοι, πλήν απρόσιτοι εις τας ημετέρας αισθήσεις και μόνον δια του νού θεαταί».

Τα αντικείμενα τα οποία μας περιβάλλουν, επειδή εύκολα μεταβάλλονται, δεν μας δίνουν ακριβή εικόνα των αναλλοιώτων και μονίμων αυτών ιδεών.

Η ψυχή διατηρεί στην μνήμη της αναμνήσεις αυτών των ιδεών, κατά τον χρόνο της προϋπάρξεώς της, πρίν, δηλαδή, φυλακισθεί στο σώμα.

Επομένως, η λύτρωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται όταν η ψυχή γνωρίσει και ενωθεί με τα αρχέτυπα αυτά, με τις ιδέες αυτές, και όταν φυσικά η ψυχή ελευθερωθή από το σώμα, που είναι το δεσμωτήριό της.

Κατά τον Πλάτωνα, ο θεός είναι το άναρχο και απόλυτο όν το οποίο είναι «αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον, ούτε φθίνον».

Έτσι ονομάζει τον θεό άλλοτε «αγαθόν», άλλοτε «ιδέαν του αγαθού», άλλοτε «αμήχανον κάλλος», άλλοτε «αρχήν ανυπόθετον», ήτοι απόλυτον, άλλοτε «αρχήν των πάντων» (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμος 10ος, σελ. 424, 425).

Ο Αριστοτέλης δεχόταν την θεωρία περί των ιδεών του Πλάτωνος.

Όμως δεν δεχόταν τις ιδέες σαν αυθυπόστατες και υπεραισθητές ουσίες, αλλά σαν είδη που υπάρχουν στα αισθητά και σαν δυνάμεις που διαμορφώνουν την ύλη. Το είδος μαζί με την ύλη «αποτελεί την ουσίαν των όντων» (Χρήστου Ανδρούτσου: Λεξικόν Φιλοσοφίας, εκδ. Ρηγοπούλου, έτος 1965, σελ. 51).

Στα φυσικά συγγράμματά του ο Αριστοτέλης εξετάζει τί είναι η ύλη, η κίνηση, ο τόπος, το κενό, το άπειρο, ο χρόνος. Λέγει ότι φυσικά είναι όσα έχουν μέσα τους «αρχήν κινήσεως».

Με την κίνηση εξέρχεται η ύλη από την ακαθοριστία της και λαμβάνει ορισμένη μορφή, είδος. Αλλά η πρώτη αρχή της κινήσεως δεν βρίσκεται στην ύλη.

Η αρχή της πηγάζει από τον θεό ο οποίος είναι το πρώτο ακίνητον κινούν.

Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον θεό, αλλά ταυτόχρονα διδάσκει ότι ο κόσμος υπάρχει προαιωνίως. Ακόμη δε και ο χρόνος και η κίνηση θα έχουν αιώνια διάρκεια.

Λέει επί πλέον ότι η ύλη καταλαμβάνεται από κάποιον έρωτα πρός τον θεό, που είναι «το κινούν ακίνητον», και είναι η πηγή κάθε μορφοποιήσεως.

Ο θεός είναι εκείνος που εμπνέει τον ερωτα στην ύλη και την θέτει σε λειτουργία ώστε να λάβη ωρισμένη μορφή. Αυτό θα συνεχίζεται αιωνίως (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 3ος, σελ. 145-146).

Σε όλες αυτές τις θεωρίες των φιλοσόφων και της φιλοσοφίας μπορούμε να δούμε την αντίθεση της θεολογίας και γενικότερα της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής σε δυό συγκεκριμένα σημεία.

Το ένα είναι το περιεχόμενο της διδασκαλίας των φιλοσόφων και το άλλο η μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν οι φιλόσοφοι για να καταλήξουν σ’ αυτά τα συμπεράσματα.

Όλες οι απόψεις των φιλοσόφων απεδοκιμάσθησαν από τους Πατέρας της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία δεν δεχόμαστε την διδασκαλία περί ιδεών, ούτε την οντολογία του Θεού, όπως την περιγράφουν οι φιλόσοφοι, ούτε την προΰπαρξη της ψυχής, ούτε την αιωνιότητα του κόσμου και του χρόνου, ούτε τα περί λυτρώσεως του ανθρώπου - ότι πρέπει, δηλαδή, να φύγει η ψυχή από το σώμα, που είναι δεσμωτήριο της ψυχής - ούτε ότι ο θεός είναι το πρώτον ακίνητον κινούν κ.λ.π.

Αντίθετα, οι άγιοι Πατέρες εκφράζουν την αλήθεια της Εκκλησίας, ότι ο Θεός δεν είναι η ιδέα του αγαθού, όπως έλεγε ο Πλάτων, αλλά ο προσωπικός Θεός που εμφανίσθηκε στους Προφήτας, Αποστόλους και αγίους.

Η ψυχή δεν προϋπήρχε, αλλά δημιουργείται από τον Θεό ταυτόχρονα με το σώμα. Το σώμα δεν είναι το δεσμωτήριο της ψυχής, αλλά μαζί με την ψυχή αποτελεί τον άνθρωπο, αφού το σώμα δεν είναι ο πλήρης άνθρωπος, αλλά το σώμα του ανθρώπου, και η ψυχή δεν είνσι ο πλήρης άνθρωπος, αλλά η ψυχή του ανθρώπου.

Διδάσκουν επίσης οι άγιοι Πατέρες ότι ο κόσμος δεν ήλθε στην ύπαρξη από την πτώση του από τον λεγόμενο πραγματικό κόσμο, δηλαδή τον κόσμο των ιδεών, αλλά δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά θετικό τρόπο.

Επίσης διδάσκουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε «εκ του μηδενός» και ότι διευθύνεται από την άκτιστη Πρόνοια και την άκτιστη κυβερνητική ενέργεια του Θεού.

Επίσης διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες ο έρωτας δεν είναι μόνον μιά κίνηση του ανθρώπου πρός τον Θεό, όπως έλεγε ο Πλάτων, ούτε εκφράζει την αδυναμία του ανθρώπου που κινείται πρός το πρώτον ακίνητον κινούν για να αισθανθή πληρότητα, αλλά ότι είναι θετική ενέργεια.

Ο Θεός δεν είναι απλώς το ακίνητον κινούν, αλλά συγχρόνως κινείται πρός τον άνθρωπο. Κινεί και κινείται.

Και ο έρωτας δεν είναι στοιχείο αδυναμίας του ανθρώπου, αφού έρως ονομάζεται και αυτός ο Ίδιος ο Θεός, ο οποίος είναι έρως και εραστόν, που κινεί και κινείται.

Εννοείται ότι ανέφερα "τηλεγραφικά" τις κεντρικές απόψεις των αγίων Πατέρων που αντιτίθεται στην φιλοσοφία. Δεν τις αναλύω περισσότερο γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός μου εδώ.

Το ότι η Εκκλησία απέρριψε όλες αυτές τις θεωρίες των φιλοσόφων μπορεί να το δει κανείς συνοπτικά στο «Συνοδικόν» της Ορθοδοξίας, ένα κείμενο το οποίο διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Μάλιστα όχι μόνον απορρίπτονται αυτές οι θεωρίες ως κακόδοξες, αλλά ρητώς και επανειλημμένως λέγεται ότι όσοι δέχονται τις θεωρίες των φιλοσόφων αναθεματίζονται από την Εκκλησία.

Αναθεματίζονται όσοι δέχονται «τας Πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς» και όσοι λέγουν και δέχονται «ως αυθυπόστατον την ύλην».

Επίσης αναθεματίζονται όσοι δέχονται και μεταδίδουν «τα μάταια και ελληνικά ρήματα», όσοι ισχυρίζονται ότι «προΰπαρξίς εστι τών ψυχών, καί ουκ εκ τού μη όντος τα πάντα εγένετο, καί παρήχθησαν».

Ακόμη αναθεματίζονται όσοι δογματίζουν «την ύλην άναρχον, και τας ιδέας, ή συνάναρχον τώ Δημιουργώ πάντων και Θεώ» και ότι όλα τα κτίσματα «αΐδιά τε εισι και άναρχα, και διαμένουσιν αναλλοίωτα».

Επίσης αναθεματίζονται όσοι προτιμούν «την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν» όσοι ακολουθούν "τοίς καθηγηταίς αυτών» και όσοι δέχονται «τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών" (Τριώδιον, εκδ. ΦΩΣ, σελ. 159-160).

Η θεολογία δεν συνδέεται με την φιλοσοφία, διότι διαφορετικός είναι ο δρόμος και τών δύο. 

Η θεολογία στηρίζεται στην θεωρία - θέα τού Θεού, ενώ η φιλοσοφία στηρίζεται στον ανθρώπινο λόγο, τον στοχασμό. Έτσι, οι άγιοι Πατέρες τής Εκκλησίας ήταν θεολόγοι - θεόπτες και όχι φιλόσοφοι. 

Κι όταν δογμάτιζαν, δεν το έκαναν με τρόπο φιλοσοφικό και για να τα κατανοήσουν ή να αναπτύξουν την φιλοσοφία.

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας δεν στοχάζονταν περί τού Θεού, αλλά είχαν την γνώση τών δογμάτων. Οι συλλογισμοί είναι μια γυμναστική τής διανοίας και δεν συνδέονται με την βίωση τής ορθοδόξου θεολογίας. 

Αν η ορθόδοξη θεολογία στηριζόταν στους συλλογισμούς και την λογική, τότε οι καλύτεροι θεολόγοι από πλευράς ορθοδόξου θεολογίας θα ήταν οι καθηγητές τής δογματικής και τής ιστορίας τών δογμάτων. Αυτό δεν συμβαίνει.

Το δόγμα δεν προσεγγίζεται από πλευράς μεταφυσικής. Στην δυτική θεολογία επικράτησε η μεταφυσική και στα δογματικά ζητήματα, γι’ αυτό και η δυτική δογματική δεν έχει επιτυχία, δεν «παράγει» λείψανα.

Οι άγιοι Πατέρες, όμως, δεν ήταν μεταφυσικοί φιλόσοφοι και γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να ερμηνευτεί η ορθόδοξη παράδοση μέσα από την μεταφυσική. 

Η δυτική θεολογία συνδέθηκε στενά με την μεταφυσική, γι’ αυτό και υπήρξε σοβαρή αντίδραση από τον διαφωτισμό, δηλαδή οι Προτεστάντες και ο Διαφωτισμός αντέδρασαν στην δυτική σχολαστική θεολογία. 

Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία θεωρεί ότι τα δόγματα είναι εκφράσεις εμπειρίας και όχι στοχασμοί. μεταφυσικοί.

Ενώ για την ορθόδοξη θεολογία οι δογματικοί όροι είναι καρπός εμπειρίας τής θεώσεως και δείκτες που οδηγούν στην θέωση, αντίθετα στην Δύση τα δόγματα συνδέονται με τον στοχασμό.