Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Δείτε σε τι βρωμερούς θεούς πιστεύουν οι Παγανιστές! Δείτε τι δαίμονες λατρεύουν!

Βασανιστήρια νέων προς τιμήν τής δαιμονικής Αρτέμιδος

Η φρικαλεότητα τών αρχαιοελληνικών "θεών"

Οι δαίμονες είναι πάντοτε μισάνθρωποι, και οδηγούν τους πιστούς τους σε διαστροφές ανάλογες τών διεστραμμένων δαιμονικών τους ορέξεων.

Έτσι και ο δαίμονας που λατρευόταν από τους Παγανιστές ως "Άρτεμις", είχε τις ανώμαλες ορέξεις του: Να βασανίζουν οι ειδωλολάτρες φριχτά τους νέους!

Στο μέρος που ονομάζεται Λιμναίον υπάρχει το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος. Το άγαλμα της Ορθίας Αρτέμιδος που έχουν οι Λακεδαιμόνιοι προήλθε από τους βαρβάρους. 

Αυτοί που βρήκαν αυτό το αγαλμα, ο Αστράβακος και ο Αλώπεκος υιοί του Ίρβου, αμέσως τρελάθηκαν. 

Επίσης, οι κάτοικοι των συνοικιών της Σπάρτης θυσιάζοντες στην θεά για να λύσουν διαφορές τις οποία είχαν, όχι μόνο δεν τις έλυσαν, αλλά και κατέληξαν να σκοτωθούν μεταξύ τους και πολλοί φονεύτηκαν κατά την συμπλοκή γύρω από τον βωμό της θεάς, ενώ όσοι έζησαν πέθαναν όλοι από φοβερή ασθένεια.

Και υπάρχει παράδοση ότι έπειτα από το γεγονός αυτό, έκαναν ανθρωποθυσίες στον βωμό και θυσιαζόταν εκείνος στον οποίο έπεφτε ο κλήρος. 

Ο Λυκούργος κατήργησε το έθιμο αυτό και το αντικατέστησε με μαστιγώσεις εφήβων γύρω από τον βωμό και έτσι να γεμίζει με αίμα όταν γίνονται οι μαστιγώσεις. 

Έτσι εκπληρωνοταν δήθεν η θέληση της ..."θεάς", αφού ο βωμός γέμιζε με ανθρώπινο αίμα.

Η ιέρεια που κραταγε το ξόανο βρισκοταν εκεί την ώρα της μαστίγωσης. Το ξόανο ηταν πολύ μικρό και ελαφρύ, αλλά όταν οι μαστιγωτές χτυπούσαν ελαφρά κάποιον έφηβο, λόγω της ωραιότητάς του ή του αξιώματός του, τότε το ξόανο γινοταν πολύ βαρύ στα χέρια της ιέρειας. 

Τότε αυτή κατηγορουσε τους μαστιγωτές και φώναζε ότι πιέζεται από το βάρος εξαιτίας τους. 

Έτσι το άγαλμα αυτό "συνήθισε" από τις ανθρωποθυσίες στην Ταυρίδα να "ευχαριστιέται" από τα αίματα των ανθρώπων. (Παυσανίας Λακωνικά, 3, 16, 10-11)

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος, στο "Βίο Απολλωνίου Τυανέως" ΣΤ' 20 αναφέρει το μαστίγωμα των νεαρών προς τιμήν της Ορθίας Αρτεμης αλλά ο φιλόσοφος "μεσσίας" Απολλώνιος ΔΕΝ το αποκηρύττει!

Δείτε σε τι βρωμερούς θεούς πιστεύουν οι Παγανιστές! 

Δείτε τι δαίμονες λατρεύουν! 

Δείτε το ηθικό και νοητικό τους επίπεδο! 

Δείτε τι διαστροφή θεωρούν αντάξια τών Ελλήνων, αντί για τον γλυκύτατο Ιησού! 

Άραγε αξίζει ακόμη κι οι λίγοι Έλληνες να λατρεύουν τέτοιους διεστραμμένους αιμοχαρείς βρυκόλακες;

Υπήρξαν όντως διωγμοί των ειδωλολατρών τον 4ο αιώνα π.Χ.;

Ας δούμε ποια είναι η αλήθεια για τους υποτιθέμενους διωγμούς τών ειδωλολατρών τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Οι Χριστιανοί επιβίωσαν από συστηματικούς κτηνώδεις διωγμούς ειδωλολατρών επί τρεις αιώνες, και αυξήθηκαν, και κατέκτησαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. 

Αν οι διωγμοί τους οποίους υποτίθεται ότι υπέστησαν οι ειδωλολάτρες από τους Χριστιανούς ήταν αλήθεια, αυτοί γιατί δεν επέζησαν; 

Μήπως κάτι άλλο συμβαίνει;

Μήπως τελικά απλώς οι Έλληνες εγκατέλειψαν ΕΛΕΥΘΕΡΑ, μια κτηνώδη ειδωλολατρική και φονική θρησκεία, για να ασπασθούν την πίστη τής Αγάπης τού Ιησού Χριστού;

Κάποιοι Νεοπαγανιστές, προσπαθούν να "αλλάξουν θέμα" όσον αφορά τους διωγμούς στους οποίους υπέβαλλαν συστηματικά τους Χριστιανούς επί τρεις αιώνες συνεχώς. 

Προσπαθούν να κάνουν το μαύρο άσπρο, και να εμφανισθούν ως θύματα, ότι δήθεν αυτοί ήταν που διώχθηκαν. 

Όμως η ιστορία μιλάει. 

Και το Χριστιανικό δόγμα επίσης μιλάει. Ας αρχίσουμε πρώτα απ' αυτό:

Ο Χριστός είχε πει: «ΑΓΑΠΑΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΣΑΣ» (Λουκάς 6/ς΄ 27). 

Είπε επίσης: «Εάν μείνετε στα δικά μου λόγια, τότε είσαστε αληθινά μαθητές μου» (Ιωάννης 8/η΄ 31). Με βάση αυτά τα λόγια, ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ. 

Σήμερα, αν ανοίξουμε την εφημερίδα, θα δούμε πλήθος εγκλήματα από Χριστιανούς, και οι φυλακές είναι γεμάτες από ανθρώπους που η ταυτότητά τους γράφει: «Χριστιανός». ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ; Πώς θα χαρακτηριστούν Χριστιανοί, εφ’ όσον δεν τηρούν τα λόγια του Χριστού;

Άρα λοιπόν, δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Χριστιανισμό για εγκλήματα που έκαναν κάποιοι ΨΕΥΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ στο όνομα του Χριστού. 

Και σίγουρα έγιναν πολλά έκτροπα στην ιστορία από φανατικούς ψευτοχριστιανούς, που ποτέ δεν εφάρμοσαν τον λόγο του Χριστού, αλλά κινούνταν από τυφλό μίσος και αγάπη για πλιάτσικο. 

Τι θα πούμε λοιπόν; 

Ότι φταίει ο Χριστός και η Χριστιανική πίστη, επειδή κάποιοι δεν ακολούθησαν τα λόγια Του και την Χριστιανική πίστη; 

Είναι σαν να λες ότι φταίει η Ιατρική επιστήμη επειδή υπάρχουν και κομπογιαννίτες!

Όμως και αυτό ήταν αναμενόμενο και προφητευμένο ότι θα γίνει. 

Στην Αγία Γραφή μιλάει σαφέστατα για τους μελλοντικούς ψευτοχριστιανούς που θα εμφανίζονταν, «εξ αιτίας των οποίων η οδός της αληθείας θα βλασφημηθεί» (Β΄ Πέτρου 2/β΄ 2). 

Όμως δεν φταίει η οδός της αληθείας όταν κάποιοι την παραβαίνουν και εγκληματούν.

Ενέργειες φανατικών, μπορεί κανείς να ανακαλύψει πολλές στην ιστορία τών 2.000 ετών τής ιστορίας τής Χριστιανικής Εκκλησίας. 

Και σήμερα συμβαίνουν. 

Όμως δεν είναι αντιπροσωπευτικές τής Χριστιανικής πίστης τής αγάπης. 

Όσοι τα κάνουν αυτά, στην πραγματικότητα αρνούνται την πίστη τού Χριστού, και εκπίπτουν από την Χριστιανική ιδιότητα. Και κυρίως, αυτές οι ενέργειες, είναι σπάνιες και μεμονωμένες.

Όμως οι Νεοπαγανιστές, μας λένε κάτι άλλο. 

Κατηγορούν τους Χριστιανούς ότι επιβλήθηκαν με την βοήθεια συστηματικών διωγμών, με την βοήθεια συγκεκριμένων αυτοκρατόρων τού 4ου αιώνα. 

Μας λένε ότι ο Χριστιανισμός δεν ήταν η ελεύθερη επιλογή τών Ελλήνων, αλλά μια θρησκεία που τους επιβλήθηκε από την εξουσία.

Σε αυτούς απαντάμε πρώτα με τα εξής ερωτήματα: 

"Μα αν είναι έτσι, πώς οι Χριστιανοί αυξήθηκαν μέσα από συστηματικούς κρατικούς διωγμούς τριών αιώνων, και τελικά κατέκτησαν και την ίδια την εξουσία; 

Αυτοί γιατί δεν εξαφανίστηκαν, ενώ οι ειδωλολάτρες χάθηκαν; 

Ανάγκασε ποτέ κανείς τους Χριστιανούς να πεθαίνουν με μαρτυρικό τρόπο χάριν τής πίστης τους επί τρεις αιώνες; 

Και ποιος λαός άλλαξε ποτέ μια πίστη που άξιζε και που αγαπούσε, χάριν διωγμού;"

Μήπως τελικά οι διωγμοί τών Χριστιανών ήταν κρατικοί διωγμοί, χειρότεροι τών εθνικών;

Η δεύτερη απάντηση, θα έρθει όμως από τους ίδιους τους ιστορικούς. 

Από τα επόμενα ιστορικά στοιχεία που θα παρουσιαστουν εδώ, θα γίνει περίτρανα εμφανές, πόσο διαστρέφουν την ιστορία οι Νεοπαγανιστές, για να ξεφύγουν αφ' ενός από την ευθύνη τών διωγμών, που οι ίδιοι έκαναν τότε, και αφ' ετέρου να προκαλέσουν την συμπάθεια τού κόσμου προς αυτούς, και την αντιπάθεια προς τον Χριστιανισμό, ώστε να προσελκύσουν τους αφελείς και τους ανιστόρητους.

Ο Θεοδόσιος με διάταγμά του στις 27-2-380 μ.Χ., ανακηρύσσει επίσημη θρησκεία του κράτους τον Χριστιανισμό. (Cod. Theod. XVI, 1,2). 

Μέτρα κατά της αρχαίας θρησκείας έλαβε πολλά (απαγόρευση θυσιών, δήμευση λατρειακών χώρων, αποπομπή εθνικών ιερέων, 391 π.Χ.). 

Το 392 με διάταγμα παρακωλύονται οι αθλητικοί αγώνες, λόγω του θρησκευτικού (ειδωλολατρικού) τους χαρακτήρα, με αποκορύφωση την κατάργηση των Ολυμπιακών (393), στο πλαίσιο όμως της απαγόρευσης κάθε εθνικής θρησκευτικής εκδηλώσεως (Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324 – 1453), μετάφρ. Δ. Σαβράμη, Αθήνα 1954, σ. 110 ε. Πρβλ. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Α΄ Αθήνα 1975, σ. 175 ε.).

Παρ’ όλα αυτά, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, δεν καταστράφηκε, όπως δεν καταστράφηκαν και τα ιερά του χώρου. 

Αντίθετα το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, για την διακόσμηση της πρωτεύουσας του κράτους! (όπως είχε μεταφερθεί εκεί και το άγαλμα του Απόλλωνα, και πλήθος άλλων αγαλμάτων). 

Άρα το πρόβλημα ήταν η λατρεία των ειδώλων, και όχι η τέχνη ή το πνεύμα του Ολυμπισμού. 

Αυτό που απορρίφθηκε, δεν ήταν η επιστήμη η τέχνη και η διανόηση, αλλά το ειδωλικό (μη αληθινό) Πάνθεο, «ό,τι εις δαίμονας φέρει», κατά την επισήμανση του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου (Επιτ. Εις τον Μ. Βασίλειον, κεφ. 11).

Κατά τον Έλληνα ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο {(1815 – 14 Απριλίου 1891), ο οποίος κατατάσσεται από τους σύγχρονούς του ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας,]«η αρχαία θρησκεία κατέρρεε εσωτερικά. 

Ο αρχαίος κόσμος κατέπιπτε βαθμηδόν, οίκοθεν μάλλον ή δι’ εξωτερικής επιδράσεως… 

Οι ναοί κατέπιπτον και η πίστις εμαραίνετο και εν γένει το αρχαίον θρήσκευμα εφθείρετο. 

Αλλ’ εφθείρετο ηρέμα, ως εξ οργανικού θανατηφόρου νοσήματος μάλλον ή δια πληγών έξωθεν καταφερομένων». 

(Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (εκδ. Ν.Δ. Νίκαια) τ. Γ, σ. 527 ε.). 

Σαφέστατα λοιπόν, ήδη η ειδωλολατρεία βρισκόταν ήδη σε μαρασμό, και απλώς ο Θεοδόσιος επιτάχυνε το τέλος της. 

Δεν ήταν η εξαφάνισή της αποτέλεσμα διωγμών, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι νεοπαγανιστές, αλλά ήταν αποτέλεσμα μαρασμού, επειδή οι Έλληνες έβλεπαν την ανωτερότητα της Χριστιανικής πίστης, και εγκατέλειπαν τα είδωλα. 

Έβλεπαν για 3 αιώνες την Χριστιανική πίστη να αυξάνει, παρά τους συστηματικούς ανελέητους διωγμούς κατά των Χριστιανών. 

Αντιθέτως, η ειδωλολατρική πίστη που ήδη πέθαινε από μόνη της, κατέπεσε χωρίς διωγμούς, μόνο με την εξαγγελία νόμων, που ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν πραγματικά.

Ο Αυτοκράτωρ Θεοδόσιος ο Μέγας (379-395 π.Χ.) παρορμητικός, (ως Ισπανικής καταγωγής), στις συμπεριφορές του, δέχεται την μήνη των νεοπαγανιστών όχι μόνο για τα διατάγματά του, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, αλλά κυρίως για την κατάργηση από αυτόν των Ολυμπιακών αγώνων (393 μ.Χ.). 

Επειδή και αυτό το θέμα αντιμετωπίζεται από τους αντορθόδοξους αρχαιολάτρες συνήθως με πολύ πάθος και λίγη ιστορική γνώση, αναπαράγονται δε άκριτα οι ίδιες στερεότυπες θέσεις, παραθέτω τα εξής:

Οι αγώνες τον καιρό εκείνο, είχαν εκφυλισθεί εντελώς. Κορύφωση του εκφυλισμού ήταν ο Νέρων (+54 μ.Χ.) στον οποίο απανεμήθηκαν 1808 στεφάνια (μετάλλια) από διάφορες περιοχές, με την εξαγορά διαφόρων παραγόντων κατά τον Σουετώνιο (Νέρων 22-24).

Είναι ιστορικό λάθος η αντιμετώπιση του Θεοδοσίου Α΄ με αναχρονιστικά κριτήρια, που επιβάλλει η ανέρειστη μυθοπλασία της ανεπιστημοσύνης. 

Οι εθνικοί ιστορικοί Λιβάνιος και Θεμίστιος, που καταφέρονται εναντίον του, κατά την επιστημονική κριτική, δεν είναι πάντα ακριβείς και αντικειμενικοί. 

Συχνά κυριαρχούνται από προκατάληψη και πάθος κατά των Χριστιανών.

Ο Θεμίστιος (+380 π.Χ.) παρέμεινε στην θέση του καθηγητού ως τον θάνατό του. 

Η τοποθέτηση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: «Ο Θεοδόσιος «κατήργησεν εν έτει 394 δια νόμου τον μέγαν ολυμπιακόν αγώνα, κατά την 293ην Ολυπιάδα». 

Παρατηρεί με νόημα ότι τελευταίος Ολυμπιονίκης στην πυγμή (393) ήταν ο Αρμένιος (!) μετέπειτα ηγεμόνας Βαραστάδης ή Αρδαβάζης, και προσθέτει: «και εξέλειπεν ούτω τότε δια παντός η επιφανεστάτη εκείνη των αρχαίων Ελληνικών πανηγύρεων». (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (εκδ. Ν.Δ. Νίκαια) τ. Β2, σ. 198 ε.).

Οι Ολυμπιακοί αγώνες, είχαν ήδη πεθάνει ηθικά, πολύ προ του Θεοδοσίου.

Η παύση τους δεν ήταν μια φανατική αυθαίρετη ενέργεια, αλλά κάτι που επιβλήθηκε από την ιστορική συγκυρία. 

Όπως είχαν καταντήσει, ήδη από τους τελευταίους π.Χ. αιώνες, οι Ο.Α., η παύση τους το 393 ήταν η μεγαλύτερη ευεργεσία γι’ αυτούς και για το αθλητικό πνεύμα. Αυτό δεν το καταλαβαίνουν μόνο οι αρχαιολατρικά σκεπτόμενοι, λόγω προκατάληψης και φανατισμού.

 Εξ’ άλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αντιόχεια, την πόλη του Λιβανίου, αλλά και του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την πόλη των μεγάλων φιλοσοφικών και θεολογικών αναζητήσεων, αλλά και των μεγάλων θρησκευτικών παθών, διεξάγονταν κανονικά ως το 510 η 521 μ.Χ. γυμνικοί αγώνες προς τιμήν του Ολυμπίου Διός, με το όνομα «Ολυμπιακοί», μολονότι οι κυρίως Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν προ πολλού καταργηθεί, χωρίς αυτό να ενοχλεί κανέναν.

Το 1994 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελληνικά» (τ.44, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 31-50), μελέτη της κ. Πολύμνιας Αθανασιάδη, καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον τίτλο: «Το λυκόφως των Θεών στην Ανατολική Μεσόγειο: Στοιχεία ανάλυσης για τρεις επί μέρους περιοχές». 

Η κ. Αθανασιάδη, επέλεξε εκεί τρεις περιοχές της αυτοκρατορίας με διαφορετική γεωγραφική φυσιογνωμία, ιστορικό υπόβαθρο και δημογραφική σύνθεση, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έρευνά της.

Οι περιοχές αυτές είναι η Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη και η Συρία – Παλαιστίνη. 

Έτσι αντιμετωπίζει εύκολα τις «γενικεύσεις του Λιβανίου» όσο και τον «υπερβολικά μεγάλο αριθμό φιλολογικών μαρτυριών» σε Χριστιανούς και εθνικούς συγγραφείς για την καταστροφή των ναών, που καταντά όπως λέει: «ύποπτος»!

«Στην προσπάθειά τους να ηρωοποιήσουν επισκόπους και αυτοκράτορες, σε μια περίοδο, κατά την οποία ο θρησκευτικός φανατισμός θεωρείτο αρετή, συχνά οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδιδαν σ’ αυτούς ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΝΑΩΝ ή στην καλύτερη περίπτωση, μεγαλοποιούσαν τα ηροστράτεια ανδραγαθήματά τους».

 Από την άλλη πλευρά, είναι η «κινδυνολογία» των εθνικών, για να παρουσιάσουν «τους εαυτούς τους ως μάρτυρες και την κοσμοθεωρία τους ως αντικείμενο συστηματικού και βάναυσου διωγμού, που διεξήγετο παράνομα, στο πλαίσιο μιας θεωρητικά ανεξίθρησκης αυτοκρατορίας». Γι’ αυτό η αντικειμενική αυτή συγγραφέας, συνιστά «επιφυλακτική στάση» στις όποιες κρίσεις.

 Η ίδια η συγγραφέας αναφέρει ότι «Σε τόπους όπως η Αθήνα ή οι Δελφοί, ο κανόνας είναι ότι τα μεταγενέστερα στρώματα έχουν καταστραφεί από τους ίδιους τους αρχαιολόγους στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο κλασικό υπόστρωμα» των ανασκαφών. 

Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ο – 6ο αιώνα) και την εγκατάλειψη. 

Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους Χριστιανούς. 

Η μετατροπή τους σε Χριστιανικές Εκκλησίες, δείχνει περίτρανα την συνείδηση της ιστορικής συνέχειας. 

Όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες.

Την συνείδηση της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων Χριστιανών, που δεν απέρριψαν τον πολιτισμό των προγόνων τους, αλλά μόνο την θρησκεία τους, υποστηρίζει και η κα Αθανασιάδη: «Οι εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, που βρέθηκαν σπαρμένα μέσα και γύρω από το τέμενος του Απόλλωνα (=στους Δελφούς) υπογραμμίζουν την συνέχιση της πανάρχαιης θρησκευτικής παράδοσης του τόπου».

«Ο βανδαλισμός ιερών αντικειμένων (από Χριστιανούς Έλληνες) ήταν πράξη σπάνια στην Ελλάδα» δέχεται η κ. Αθανασιάδη. 

Τέτοιες περιπτώσεις είναι «μεμονωμένες». «Η γενική εντύπωση από την Ελλάδα είναι ότι η φθίνουσα αρχαία πίστη ενέπνεε στους νεοφώτιστους Χριστιανούς, παρά την δομική μισσαλοδοξία της θρησκείας τους, σεβασμό και συχνά κάποια συγκίνηση»

Μόνο εκεί που δεν υπήρχε «επαφή με την αστική παιδεία του Ελληνορωμαϊκού κόσμου», εκτός δηλαδή του ιστορικού Ελληνικού χώρου, και όπου «η παραδοσιακή θρησκεία είχε ισχυρές ρίζες», παρατηρείται φανατισμός και γίνονται καταστροφές. 

Αυτό συνέβαινε περισσότερο στην Ανατολή (Συρία – Φοινίκη – Παλαιστίνη). 

Η κ. Αθανασιάδη όμως ερμηνεύει με τα επιστημονικά κριτήριά της τις συμπεριφορές και σε περιοχές όπως η Συρία: «Εδώ δεν έχουμε μιαν αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά είναι ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο, εθνικό κίνημα με αμφίεση, βέβαια, θρησκευτική». 

Με αυτό το κριτήριο μπορούν να ερμηνευτούν και μεταγενέστερες συμπεριφορές, χωρίς βέβαια να αγνοούνται και οι προκλήσεις εθνικών ομάδων.

Όπου δε κυριαρχούν προκλήσεις (προβοκάτσιες), οι συμπεριφορές μένουν ανεξέλεγκτες.

Τα συμπεράσματα της κας Αθανασιάδη, δεν είναι μεμονωμένα, ούτε υποκειμενική γνώμη. 

Στα ίδια πορίσματα καταλήγει και ο γνωστός αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης, ερμηνεύοντας την περίπτωση του Μεγάλου Θεοδοσίου. Κατά γραπτή δήλωσή του, «το διάταγμα του Θεοδοσίου του Μεγάλου (391 – 3 μ.Χ.), αναφέρει απαγόρευση λατρείας σε αρχαία ιερά και την είσοδο στους ναούς, δεν εντέλλεται όμως την καταστροφή τους. 

Άλλωστε δεν φαίνεται τέτοια καταστροφή στις αρχαιολογικές ανασκαφές. 

Τα μεγάλα κέντρα της αρχαίας λατρείας, εκείνα ακριβώς που λογικά θα έπρεπε να υποστούν την μεγαλύτερη καταστροφή, όπως οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Δωδώνη, τα ιερά των Αθηνών κ.ά. δεν φαίνεται, ανασκαφικά τουλάχιστον, να έπαθαν ζημιές από ανθρώπινο χέρι στα τέλη του 4ου Αι. μ.Χ. 

Εξ’ άλλου πολλοί ναοί της αρχαίας λατρείας σώθηκαν ως τις ημέρες μας σχεδόν ανέπαφοι, κυρίως στην Κάτω Ιταλία και την Σικελία (όπου επίσης βασίλευε ο Μ. Θεοδόσιος), αλλά και την κυρίως Ελλάδα, όπως το συγκρότημα της Ακροπόλεως των Αθηνών, ο ναός του Ηφαίστου (Θησείον) και ο Ναός του Ιλισσού». 

Μάλιστα, στον Θεοδοσιανό Κώδικα (XVI, 10,25) «επιτρέπεται στους Χριστιανούς να μετατρέπουν τους αρχαίους ναούς σε Χριστιανικούς», και γι’ αυτό τον λόγο δεν καταστράφηκαν, αλλά σώθηκαν αυτούσιοι (βλέπε τον αρχαίο ναό κάτω από τον ανηγερμένο από την αγία Ελένη τον 4ο αιώνα ναό της Παναγίας της Καταπολιανής ή Εκατονταπυλιανής στην Πάρο, που ανακάλυψε ο αρχαιολόγος Α. Ορλάνδος). 

Κατά τον μεγάλο βυζαντινολόγο Διονύσιο Ζακυθηνό (1905–1993), η διάταξη αυτή έγινε ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΝΑΟΙ. 

«Δεν υπάρχει λοιπόν καμία κρατική πολιτική, που να ενθαρρύνει την καταστροφή των αρχαίων ιερών».

Εκδηλώσεις φανατισμού μεμονωμένων προσώπων παρατηρούνται – και κατά τον Άγγ. Χωρέμη – στο πνεύμα της «ρεβάνς», αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου, για να μείνουμε σε έναν τόσο παρεξηγημένο στο σημείο αυτό αυτοκράτορα.

Κατά τον ίδιο αρχαιολόγο, «η απαγόρευση δεν φαίνεται να εφαρμόστηκε αυστηρά σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας, αλλιώς δεν θα είχε νόημα η επανάληψή της 40-45 χρόνια αργότερα από τον Θεοδόσιο τον Β΄ στον Θεοδοσιανό Κώδικα (C.Th. XVI, 10,25).  

Στον ίδιο κώδικα, λίγο παρακάτω, (C.Th. XVI, 10,25), επιτρέπεται στους Χριστιανούς να μετατρέπουν τους αρχαίους ναούς σε Χριστιανικούς, πράγμα που σημαίνει ή ότι οι ναοί αυτοί ακόμη λειτουργούσαν, ή ότι είχαν εγκαταλειφθεί. 

Πάντως δεν είχαν καταστραφεί. 

Ενώ λοιπόν υπάρχει κρατική πολιτική για την επιβολή του Χριστιανισμού (πολιτική που άλλωστε εφαρμόστηκε αρκετά ήπια), δεν υπάρχει καμία πολιτική που να ενθαρρύνει την καταστροφή των αρχαίων ιερών. 

Αυτό που πράγματι έγινε είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής και καταστροφής των προσώπων. 

(Φυσικά δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε κατεστραμμένο άγαλμα μαρτυρεί και Χριστιανικό βανδαλισμό. Πολλά καταστράφηκαν από άλλες αιτίες και πάρα πολλά μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, για τον στολισμό της καινούργιας πρωτεύουσας). 

Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, αν σκεφθούμε ότι μόλις 75 – 80 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς του Διοκλητιανού και Γαλερίου (+311) και 55 – 60 χρόνια από τον «ηπιότερο» διωγμό του αυτοκράτορα Βαλερίου Λικινιανού Λικινίου (311 – 324). 

Τον εξαγριωμένο αυτόν όχλο τον εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει οτιδήποτε «εθνικό» έβρισκε μπροστά του. 

Αυτή όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου, και όπως θα δούμε, όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει».

Σώζεται επίσης Λιβανίου Αντιοχέως, Λόγος προς Θεοδόσιον τον βασιλέα, «Υπέρ των Ιερών» (αρ. 30). 

Ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος (314 – 393), επιφανής εκπρόσωπος της φθίνουσας Ελληνικής αρχαιότητας, διδάσκαλος και του αγίου Ιω. Χρυσοστόμου, έγραψε το 386 το κείμενο αυτό, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ 379-395) και παραπονούμενος για την στάση φανατικών μοναχών (της Αντιοχείας) έναντι των τεμενών (εθνικών ναών).

Απεχθανόταν ιδιαίτερα τους «μελανειμονούντας» (Λόγ. 30,8). 

Εν τούτοις, Χριστιανοί νέοι, όπως ο Μ. Βασίλειος, Αμφιλόχιος Ικονίου και Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγιναν μαθητές του. 

Χαρακτηριζόταν «μικρός Δημοσθένης». 

Για την κατανόηση της στάσης του απέναντι του Χριστιανισμού, ας σημειωθεί ότι ήταν συνεπής οπαδός της ειδωλολατρίας, θυσίαζε στις θεότητές της και μετερχόταν τα μαντεία. 

Είχε μυηθεί σε διάφορα εθνικά μυστήρια. 

Ο ιερός Χρυσόστομος τον ονομάζει «πάντων διεσιδαιμονέστατον» (ευσεβέστατον) (Εις Νεωτ. Χηρεύσασαν, 1). 

Πίστευε στην προσπάθεια του αυτοκράτορα Ιουλιανού και στην ανάσταση του ειδωλολατρικού κόσμου, μολονότι κατά την νεότητά του έδειξε τάσεις φιλοχριστιανικές.

Τον επηρέασε όμως ο Ιουλιανός, όπως και αυτός επηρεάσθηκε από τον Λιβάνιο, του οποίου μελετούσε τα έργα και έγινε έμμεσα μαθητής του.

Περί του έργου του Λιβανίου το οποίο επικαλούνται οι αρχαιολάτρες ως απόδειξη για τους δήθεν Χριστιανικούς βανδαλισμούς εξ’ αιτίας του διατάγματος του Θεοδοσίου, ο Αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης παρατηρεί το εξής:

«Ο λόγος του Λιβανίου «Υπέρ των Ιερών» δεν γράφτηκε λόγω ακροτήτων, που έγιναν εις εφαρμογήν του διατάγματος κατά της αρχαίας θρησκείας.

Το διάταγμα εξεδόθη το 391 και το κείμενο του Λιβανίου γράφτηκε το 386, δηλαδή πέντε ολόκληρα χρόνια ενωρίτερα με άλλη ευκαιρία. (P. Petit, “Sur la date du “pro Templs” de Libanius”, στο Byzantion XXI (1951), fasc., 285-310). 

Ο Θεοδόσιος διόρισε ύπαρχο της Ανατολής κάποιον συμπατριώτη και φίλο του, τον Ίβηρα Μάτερνο Κυνήγιο. 

Ο άνθρωπος αυτός ήταν φανατικός θρησκόληπτος και έξαλλος. 

Υπεκίνησε πράγματι τον όχλο, επί κεφαλής του οποίου ήταν φανατικοί καλόγεροι, και άρχισαν να καταστρέφουν τα αρχαία ιερά, στην αρχή κυρίως τα μικρά και απροστάτευτα ιερά της υπαίθρου και εν συνεχεία άρχισαν να μπαίνουν και να καταστρέφουν ιερά και μέσα στις πόλεις. 

Τότε ο Λιβάνιος γράφει τον περίφημο και ωραιότατο λόγο του «Υπέρ των Ιερών». 

Η αντίδραση του «θρησκόληπτου» Θεοδοσίου ήταν να… απαγορεύσει στους μοναχούς την είσοδο στις πόλεις, προστατεύοντας έτσι τα εθνικά ιερά των άστεων (των πόλεων) και όταν σε λίγο πέθανε ο Μάτερνος Κυνήγιος τοποθέτησε Ύπαρχο της Ανατολής τον σώφρονα ΕΘΝΙΚΟ Ευτόλμιο Τατιανό, ο οποίος κατάφερε να ηρεμήσει τα πράγματα και να φέρει την καταλλαγή.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι ουδέποτε υπήρξε επίσημη πολιτική του Θεοδοσίου η καταστροφή του αρχαίου κόσμου και μάλιστα με την μορφή των ακραίων βανδαλισμών, όπως λέγεται συνήθως. 

Μαρτυρούν επίσης το κύρος που είχε ο Λιβάνιος στον θεωρούμενο θρησκόληπτο βασιλέα, κύρος που φάνηκε και όταν με δύο ακόμα λόγους του, τους: «Προς Θεοδόσιον τον Βασιλέα επί ταις διαλλαγαίς» κατόρθωσε να σώσει την Αντιόχεια, η οποία είχε στασιάσει. 

Σ’ αυτήν την προσπάθεια είχε και την συνεπικουρία του επισκόπου Αντιοχείας Φλαβιανού, του οποίου τον λόγο φαίνεται ότι είχε γράψει ένας νεαρός Χριστιανός κληρικός, μαθητής του Λιβανίου, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. 

Βλέπουμε λοιπόν, ότι και συνεργασία με Χριστιανούς είχε ο Λιβάνιος, όταν κοινοί στόχοι το επέβαλλαν».

Παρατηρούμε ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, ζούσαν τα πράγματα μέσα στην φυσικότητά τους, και όχι στο τεχνητό κλίμα αντιπαλότητας, που δημιουργούν οι φανατικοί παγανιστές των ημερών μας.

Συνεχίζει ο κ. Χωρέμης: «Τα θρησκευτικά διατάγματα του Θεοδοσίου ανήκουν σε μια σειρά διαταγμάτων που αρχίζουν ήδη από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και ολοκληρώνονται με τον Ιουστινιανό. 

Είναι διατάγματα που υποβοηθούν την, ούτως ή άλλως, εξελισσόμενη πορεία της Αυτοκρατορίας προς τον Χριστιανισμό. 

Άλλωστε κανέναν λαός δεν άλλαξε ποτέ την πίστη του, αν η πίστη αυτή δεν είχε ήδη ξεπέσει στην συνείδησή του και αν δεν ήταν έτοιμος ψυχικά να δεχθεί την νέα θρησκεία. 

Στην πορεία αυτή προς την νέα θρησκεία, υπάρχει αναμφισβήτητα κάποια πίεση εκ μέρους των Χριστιανών, αλλά όχι κρατικά κατευθυνόμενη βία.

Δεν μαρτυρούνται διωγμοί σαν αυτούς, που είχαν υποστεί οι ίδιοι οι Χριστιανοί μερικές δεκαετίες πριν, ούτε βίαιοι εκχριστιανισμοί, όπως έγιναν τον καιρό του Καρλομάγνου, της Ισπανικής reconquista (ανακατακτηση) κ.α.

(Reconquista ονομάζεται η διαδικασία κατάκτησης των μουσουλμανικών εδαφών της ιβηρικής χερσονήσου από τα χριστιανικά βασίλεια).

Μαρτυρούνται ακρότητες, συχνά άγριες, αλλά πάντα περιορισμένες τοπικά και χρονικά. 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΑΓΡΙΟΤΗΤΕΣ, 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΤΟΣΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΥΠΟΣΤΕΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ.

Εκτός από τους θρησκευτικούς λόγους, που επέβαλαν την έκδοση των διαταγμάτων, υπήρχαν και σοβαρότατοι πολιτικοί λόγοι. 

Οι μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες πάσχουν έντονα από την απουσία συνεκτικού ιστού. 

Κατά καιρούς προσπάθησαν να αναπληρώσουν αυτήν την έλλειψη με διάφορους τρόπους, θεοποίηση του βασιλέως, πίστη στην βασιλεύουσα Δυναστεία κ.ά. 

Η Ρώμη βρήκε την λύση της θεοποίησης της ίδιας της πόλεως (θεά Ρώμη) και μετά την ίδρυση της αυτοκρατορίας, θεοποίηση του ιδίου του αυτοκράτορα. 

Συνεπώς ο υπήκοος της Αυτοκρατορίας μπορούσε να λατρεύει όποιους θεούς ήθελε υπό τον όρον ότι θα θυσίαζε και στην Ρώμη και στον Καίσαρα. 

Το σύστημα αυτό απέτυχε. 

Μέσα στο παρακμιακό θρησκευτικό κομφούζιο του τέλους του αρχαίου Ρωμαϊκού κόσμου η λατρεία της Ρώμης δεν έλεγε και πολλά πράγματα σε πληθυσμούς όπως οι Βρετανοί, οι Γαλάτες, οι Ίβηρες, οι Σύριοι, οι Έλληνες κ.ά., η δε λατρεία του Καίσαρος (με τις διάφορες Damnatio Memoriae δηλαδή καταδίκη της μνήμης. Πρόκειται για μια ρωμαϊκή πρακτική, όπου η πολιτεία διέγραφε επίσημα ένα πρόσωπο από την ιστορία, καταστρέφοντας αγάλματα, νομίσματα και επιγραφές, ώστε να ξεχαστεί η ύπαρξή του ως «εχθρού του κράτους) είχε εξευτελισθεί εντελώς. 

Θαυμάσια εικόνα του θρησκευτικού αυτού κυκεώνα δίδει ο Δ. Ζακυθηνός στο: «Ιστορία του Βυζαντινού κράτους» Ι (395-1081), 10-11 Αθήνα 1953). 

«Εν τω μεταξύ ο Χριστιανισμός διωκόμενος και βασανιζόμενος προχωρούσε, αγκάλιαζε όλους τους λαούς της Αυτοκρατορίας και τους έδινε μια κοινή πίστη και μια κοινή σωτηριολογική ελπίδα. 

Πρόσφερε έτσι, άθελά του ίσως (κατά θείαν οικονομίαν θα έλεγε ο πιστός), και στην αυτοκρατορία τον ισχυρό συνεκτικό ιστό, που τόσο χρειαζόταν για την επιβίωσή της.

Μια σειρά Αυτοκρατόρων, από τον Μεγ. Κωνσταντίνο ως τον Ιουστινιανό, κατάλαβαν την αναγκαιότητα αυτή. 

Η αλλαγή πέτυχε και χάρισε στην γερασμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μια χιλιετή δημιουργική παράταση ζωής.

Στα πλαίσια αυτής της διαδρομής πρέπει να κατανοήσουμε και τα θρησκευτικά διατάγματα του Θεοδοσίου».

Μετά από όλα αυτά, είναι πλέον φανερή η πραγματική κατάσταση της Χριστιανικής πλέον Ρώμης, και είναι ακόμα πιο φανερή η διαστρέβλωση που κάνουν στην ιστορία οι νεοπαγανιστές, προσπαθώντας αφ’ ενός να διογκώσουν τα γεγονότα, για να φανούν «θύματα», και να κερδίσουν την συμπάθεια του κόσμου. 

Όμως η ιστορία μιλάει καθαρά, μέσω των στοιχείων που υπάρχουν. Και η ίδια η ιστορία, αντί για θύματα, τους αναδεικνύει ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ!

Γνωρίστε την παγανιστική γιορτή Ηλιούγεννα


Η λέξη "Ηλιούγεννα", που δήθεν ορίζει τα γενέθλια του Ήλιου στις 25 Δεκεμβρίου, δεν υπάρχει σε ΚΑΝΕΝΑ λεξικό και σε ΚΑΝΕΝΑΝ αρχαίο συγγραφέα. 

Όπως και με την γιορτή του Ήλιου, έτσι και με την λέξη, οι παγανιστές αντέγραψαν τους Χριστιανούς, και δημιούργησαν την γιορτή το 274 μ.Χ, όπως θα δούμε, και την λέξη, λίγο... αργότερα, τον 21ο αιώνα μ.Χ…

Γράφουν, λοιπόν:

“Τι γιορταζαν οι Αρχαίοι Έλληνες την περίοδο των Χριστουγέννων;  

Οι αρχαίοι Έλληνες κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου.” ...

 “Τον χειμώνα θρηνούσαν τον σκοτωμό του Διονύσου από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου εόρταζαν την αναγέννησή του”

 “Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή, είχε επίσης ταυτιστεί και με την γιορτή του Ηλίου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει.

 Συγκεκριμένα στους Έλληνες, είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα του Ηλίου, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ηλίου.”

Αναρωτιόμαστε πώς ο Απόλλωνας είχε ταυτιστεί με τον Διόνυσο… 

Υπήρχε κοινή λατρεία τους στους Δελφούς, αλλά σε καμία περίπτωση ταύτιση. 

Αλλά αφού οι “ερευνητές” επιμένουν πως ταυτίζονταν, τότε ας μας εξηγήσουν γιατί η γιορτή του Απόλλωνα - Ήλιου γιορτάζονταν στην αρχή της Άνοιξης, στα Θαργήλια ενώ τα Πύθια στους Δελφούς γιορτάζονταν το καλοκαίρι... 

Φυσικά θέλουν να αγνοούν πως ο Ήλιος ήταν μια ξεχωριστή θεότητα γιαυτούς που μόνο υστερότερα και συμβολικά είχε ταυτιστεί με τον Απόλλωνα, που άλλαζε και όνομα και γινόταν “Φοίβος”. 

Τέλος πάντων, για να τα μπαλώσουν, κάνουν και την “απαραίτητη” γενίκευση, μια που από το “τι εόρταζαν οι αρχαίοι Έλληνες” περνάνε απότομα στο
 “οι αρχαίοι λαοί”. Μάλιστα.

Έτσι κι αλλιώς, με όλα αυτά τα τραβήγματα, τα ραψίματα και τα κοψίματα, φτάνουμε μόλις στις 30 Δεκεμβρίου (και όχι στις 25 των Χριστουγέννων) μια ημερομηνία ανυπόστατη για τους Έλληνες μια που δεν είχαν κανένα μήνα... Δεκέμβριο. 

Αυτό ήταν το λατινικό Ημερολόγιο.

Συνεχίζει το όργιο του τραβήγματος από τα μαλλιά:

“Η εορτή αυτή πέρασε και στην αρχαία Ρώμη με τις δημοφιλείς γιορτές των Σατουρνάλιων, προς τιμήν του Κρόνου τον Δεκέμβριο αλλά και της θεάς Δήμητρας, γι΄ αυτό και έκαναν θυσίες χοίρων για την ευφορία της γης. 

Τα Σατουρνάλια ήταν από τις σημαντικότερες και ονομάζονταν: «DIES INVICTI SOLIS», δηλαδή «Ημέρα του αήττητου ήλιου». 

Μια γιορτή που φυσικά την είχαν πάρει από την γιορτή του Φωτοφόρου Απόλλωνα - Ηλίου!”

Ίσα ρε μπατριώτες!!! 

Πως η γιορτή του Κρόνου (Αυτό σημαίνει “Σατουρνάλια”) ενός παλιού, χθόνιου και αιχμάλωτου "θεού" γίνεται γιορτή του Ήλιου;

 Επιπλέον, τα Σατουρνάλια κρατούσαν μία βδομάδα (17-23 Δεκεμβρίου) οπότε ήταν αδύνατο να ονομάζονταν «DIES INVICTI SOLIS» μια που το dies είναι ονομαστική Ενικού =ημέρα και όχι “ημέρες”.

Τί ήταν, όμως, το «DIES INVICTI SOLIS (Ημέρα Γέννησης του Αήττητου Ήλιου)»;

Ήταν ρωμαικη γιορτη.Ο Αυτοκράτορας Αυρηλιανός (Lucius Domitius Aurelianus Augustus) ήταν που καθιέρωσε την λατρεία του “Ανίκητου Ήλιου” το 274 μ.Χ., (Ναι, τόσο αργά) εγκαινιάζοντας και τον ανάλογο ναό στις 25 Δεκεμβρίου στην Ρώμη, και θεωρώντας την μέρα αυτή γενέθλια μέρα του Ήλιου. 

 Ήθελε η λατρεία του “Ανίκητου Ήλιου” να είναι η κοινή λατρεία όλων των λαών της Αυτοκρατορίας χωρίς να απαγορεύει τις άλλες λατρείες, εκτός βέβαια από αυτή του Χριστού!

Γιατί, ήδη ο Χριστιανός ιστορικός Sextus Julius Africanus κατόπιν έρευνας, είχε πει πως ο Ευαγγελισμός έγινε στις 25 Μαρτίου, οπότε η γέννηση του Χριστού πρέπει να έγινε στις 25 Δεκεμβρίου. 

 Βέβαια είχαν προταθεί από τους Χριστιανούς Πατέρες και άλλες ημερομηνίες. 

Ο Σέξτος πέθανε το 240 μ.Χ., ενώ η Παγανιστική γιορτή του Ήλιου καθιερώθηκε για πρώτη φορά στη Ρώμη, όπως είπα  από τον Αυτοκράτορα Αυρηλιανό το 274 μ.Χ. τριαντατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιστορικού. 

Πέρασε βέβαια μεγάλο διάστημα μέχρι να καθιερωθεί οικουμενικά ο εορτασμός των Χριστουγέννων σε αυτήν την ημερομηνία, αλλά είναι πάνω από σίγουρο πως μερικές τουλάχιστον Χριστιανικές “φωνές” την είχαν αναγνωρίσει πολύ πριν τους όποιους Αυρηλιανούς.

Οπότε, θέτω στην κρίση σας την αληθοφάνεια αυτής της διαπίστωσης των νεοπαγανιστών:

“Η καθιέρωση της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρα των Χριστουγέννων έγινε στην Ρώμη από τον Πάπα Ιούλιο τον Α, τον 4ο μ.Χ. αιώνα, μετά από έρευνα που έγινε στα αρχεία της Ρώμης για την χρονιά επί Αυγούστου απογραφής, και κατόπιν υπολογισμών βάση των Ευαγγελίων.” …. 

”Στην πραγματικότητα όμως αυτό συνέβη διότι η συγκεκριμένη ημερομηνία συνέπεφτε με τις ειδωλολατρικές εορτές του Χειμερινού Ηλιοστασίου και την «Επιστροφή» του Ηλίου.”

Και όπως έγραψα ήδη, ούτε ημερομηνιακά συνέπιπτε η 25 Δεκεμβρίου με κάποια παγανιστική γιορτή, αλλά και όταν... επιτέλους συνέπεσε, ήταν η παγανιστική γιορτή του Ήλιου που προσπάθησε να υποκαταστήσει την Χριστιανική.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Η αξία των φιλότιμων και καλοσυνάτων ανθρωπων

Ξεκίνησα να γράφω αυτό το άρθρο μέσα στην μεγάλη εβδομάδα παρατηρώντας κάποιους ανθρώπους στο μεγαλοχώρι μας, στα Μηλιανα, Άρτας: Τον ιερέα του χωριού, την επίτροπο, τον πρωτοψάλτη, τον βοηθό ψαλτη, τον ταπεινό "φροντιστή νεωκόρο", ο οποίος αν κι ενεργός επιτυχημενος επιχειρηματίας μαζί με την γυναίκα του
Όλοι αυτοί αν τους παρατηρήσεις καλά θα δεις ότι έχουν ένα φωτεινό ταμπελάκι πανω στο μετωπό τους με λέξεις, όπως ΗΘΟΣ, ΦΙΛΟΤΙΜΟ και ΚΑΛΟΣΥΝΗ.

Να επισημάνω 
α. Τον καλοσυνάτο, αγαπημένο σε όλους μας
και πάντα χαμογελαστό ιερέα, 

β. Τον Δημοσθένη μας ένα ευγενικό παιδί με ήθος, που είναι ο μόνιμος βοηθός όλων (του ιερέως και του ψάλτη), 

γ. Τον έμπειρο και χαμογελαστό Πρωτοψάλτη μας που προσπαθεί να βοηθήσει εμένα τον άσχετο να ψάλλω σωστά, 

δ. Την ακούραστη, ευγενική και φιλοτιμη επίτροπο η οποια είναι ενεργά μέσα σε ολες τις εκδηλώσεις της εκκλησίας κι όχι μόνον, που δεν περιορίζεται στην παθητική προσφορά, αλλά λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής αλληλεγγύης και αλλαγής και με σύγχρονη προσέγγιση μετατοπίζεται από την απλή παροχή βοήθειας στην οργανωμένη δράση, τον εθελοντισμό και την ενεργό πολιτειότητα,

ε. Τον φίλο και ψάλτη άλλου χωριού, που έρχεται έτοιμος να βοηθήσει οποιονδήποτε ανήμπορο και φτωχό ανθρωπο και χωρίς να του το ζητησει,

στ. Τους ιδιοκτήτες του κεντρικου καφενείου που πας δέκα φορές στο μαγαζί τους και πληρώνεις πολλές φορές με το ζόρι την ....μια, οι οποίοι την ημέρα του Πάσχα κι όχι μόνον, σε τραβάνε με το ζόρι για να καθίσεις στο μεγάλο οικογενειακό τραπέζι τους,

ζ. Το φιλοτιμο και τον σεβασμό στο πρόσωπο της εκκλησίας που έδειξαν και όλοι οι χριστιανοί* που γέμισαν τον ναό του χωριού κι έμειναν σχεδόν όλοι έως το τέλος της Θείας Λειτουργίας,

η. Τον ακούραστο φροντιστή των εκκλησιών, για να είναι όλα πεντακάθαρα κι ετοιμα για την τέλεση των Μυστηρίων και

θ. Την ηγεσία του συλλόγου των Λαγκαδιωτων, η οποία με τις ενέργειες της δείχνει να νοιάζεται για εμάς που ζούμε μονιμα εδώ κάνοντας άοκνες προσπάθειες για να καλυτερεύσει το μικρό, αλλά πανέμορφο χωριό μας.

Η αξία γενικά όλων των φιλότιμων και καλοσυνάτων ανθρώπων με ήθος είναι ανεκτίμητη, καθώς αποτελούν τον "ιστό" που κρατά τις ανθρώπινες κοινωνίες ενωμένες και ισορροπημένες. 

Η καλοσύνη, παρά την αντίληψη ότι μπορεί να είναι βαρετή, αποτελεί κεντρικό στοιχείο σε πολλές ιστορίες και στην ζωή, προσφέροντας βάθος και ουσία στις σχέσεις.

Οι καλοσυνάτοι άνθρωποι έχουν ηθικές αξίες. Λειτουργούν συχνά ως προστάτες και δάσκαλοι, προσφέροντας αναγνώριση και υποστήριξη σε ένα περιβάλλον που μπορεί να είναι ανταγωνιστικό.

Όπως αναφέρεται, η δικαιοσύνη και η καλοσύνη είναι δυνάμεις, οι οποιες κρατούν τα πάντα ζυγισμένα και αρμονικά.

Σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος υποβιβάζεται, οι καλοσυνάτοι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν την ανθρωπιά, το δίκαιο και την ηθική, αποτελώντας αντίβαρο σε κατώτερα ένστικτα ή κοινωνικές πιέσεις.

Η αξία τους έγκειται στην ικανότητά τους να διατηρούν την ανθρωπιά, να προσφέρουν αλληλεγγύη και να δημιουργούν ένα πιο αρμονικό περιβάλλον για όλους.

Γι' αυτό κι ο Χαλίλ Γκιμπράν λιβανέζος ποιητής και φιλόσοφος λέει ότι «Η καλοσύνη είναι η αρετή των δυνατών ανθρώπων» και υπογραμμίζει ότι η πραγματική δύναμη δεν έγκειται στην επιβολή, αλλά στην ικανότητα να δείχνει κανείς ανιδιοτελή αγάπη και ευγένεια στους συνανθρώπους του.

Η καλοσύνη απαιτεί ψυχική δύναμη και ανωτερότητα, καθώς επιλέγει την κατανόηση έναντι της σύγκρουσης.

Θεωρείται μια στάση ζωής που αντανακλά την εσωτερική ομορφιά σε δράση.

Η καλοσύνη είναι, επομένως, μια ενεργητική επιλογή ευγένειας που πηγάζει από ανθρώπους με αυτοπεποίθηση και ψυχικό βάθος.

Συνήθως την βρίσκουμε σε άτομα που δρουν με ανιδιοτέλεια, θέτοντας την ευημερία των άλλων πάνω από το προσωπικό τους συμφέρον. 

Διαπνέονται από ηθική ευαισθησία, προσφέροντας υλική ή πνευματική υποστήριξη χωρίς προσδοκία ανταλλάγματος. 

Ονομάζονται και αλτρουιστες ένας ορος, που επινοήθηκε από τον Ογκίστ Κοντ Γάλλο φιλόσοφο, (γνωστό ως ιδρυτή της κοινωνιολογίας και του θετικισμού) και αποτελεί το αντίθετο του εγωισμού.

Επιδιώκουν το καλό των άλλων,  θυσιάζοντας συχνά δικούς τους πόρους ή χρόνο.

Διαθέτουν υψηλή ικανότητα να κατανοούν και να μοιράζονται τα συναισθήματα των άλλων, γεγονός που τους ωθεί στην πράξη.

Η συμπεριφορά τους καθοδηγείται από αξίες που ευνοούν την συνεργασία και την αλληλεγγύη, ακόμη και αν αυτό επιφέρει προσωπική δυσφορία.

Μελέτες υποδεικνύουν ότι οι "εξαιρετικά καλοσυνάτοι αλτρουιστές" παρουσιάζουν διαφορές στον εγκέφαλο (π.χ. μεγαλύτερη αμυγδαλή), που συνδέονται με την αναγνώριση του φόβου και της ανάγκης στους άλλους.

Ενώ ο εγωισμός εστιάζει στην αυτοεξυπηρέτηση, ο αλτρουισμός εστιάζει στον "άλλον" (από το λατινικό alteri).

Συχνά, ο αλτρουισμός σε κρίσιμες καταστάσεις απαιτεί γενναιότητα, μετατρέποντας τον απλό αλτρουιστή σε ήρωα.

Ο αλτρουισμός είναι θεμελιώδης αρετή σε πολλούς πολιτισμούς και θρησκείες, θεωρούμενος απαραίτητος για την ποιότητα ζωής.

Η φράση "βοηθούν χωρίς ιδιοτέλεια" αναφέρεται στην ανιδιοτελή προσφορά, δηλαδή στην πράξη της βοήθειας προς τους άλλους χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος, αναγνώρισης ή προσωπικού οφέλους.

Υπάρχουν ομάδες και εθελοντές που δρουν με γνώμονα την ανθρωπιά, προσφέροντας σχολικά είδη, τρόφιμα και υλικη στήριξη σε όσους έχουν ανάγκη.

Υπάρχει πράγματι ομορφιά στην ανιδιοτελή φροντίδα και στην επαφή με την ψυχή του άλλου.

Ενώ συχνά θεωρείται ότι οι άνθρωποι δρουν από αυτοενδιαφέρον, η ανιδιοτέλεια αποτελεί μια συνειδητή επιλογή που ξεπερνά την ανάγκη για προσωπικό κέρδος.

 Ακόμα και στον ζωικό βασίλειο, όπως στους πιθήκους καπουτσίνους, έχει παρατηρηθεί αρνητική στάση απέναντι σε εγωκεντρικές συμπεριφορές, υποδηλώνοντας μια ενστικτώδη προτίμηση προς την αλληλοβοήθεια.

 Η πραγματική αγάπη συχνά ταυτίζεται με την ανιδιοτέλεια, καταλύοντας νόμους και συμφέροντα.

Ναι, είναι εξαιρετικά σημαντικό και πολύτιμο να είσαι ηθικός, ανιδιοτελής και σεβαστός προς τους γύρω σου. 

Αυτές οι αξίες αποτελούν τα θεμέλια μιας υγιούς κοινωνίας και προσφέρουν σημαντικά οφέλη τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. 

Η ανιδιοτελής προσφορά συνδέεται άμεσα με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, λιγότερο στρες και μεγαλύτερη ικανοποίηση από την ζωή.

Το να ζεις σύμφωνα με ηθικές αρχές προσφέρει ψυχική γαλήνη και ισχυρή αυτοεκτίμηση.

Ο σεβασμός προς τους άλλους και η ηθική συμπεριφορά χτίζουν εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, τα οποία είναι απαραίτητα για υγιείς προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις.

 Όταν δείχνεις σεβασμό, οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να ανταποδίδουν με τον ίδιο τρόπο, δημιουργώντας ένα θετικό περιβάλλον.

Οι άνθρωποι με ηθικές αξίες συνεισφέρουν στο κοινό καλό, μειώνοντας τις συγκρούσεις και προάγοντας την αρμονία.

Οι καλοσυνάτοι και φιλότιμοι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια, ταπεινότητα και μια έμφυτη διάθεση προσφοράς χωρίς να υπολογίζουν το προσωπικό όφελος. 

Διαθέτουν «αγάπη για την τιμή» (αρχαία ελληνική ρίζα), λειτουργώντας με λεπτή συνείδηση, ηθική και κώδικα τιμής, συχνά θέτοντας το κοινό καλό πάνω από το εγώ.

Δεν αντιδρούν όταν τους ζητείται βοήθεια και προσφέρουν απλόχερα. Εργάζονται σωστά και τίμια, με υψηλό αίσθημα ευθύνης.

Συνδυάζουν την απλότητα με την ευγένεια της ψυχής.

Έχουν εσωτερικό κώδικα τιμής και δεν υπολογίζουν τον εαυτό τους.

Το φιλότιμο και η καλοσύνη αποτελουν έννοιες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κουλτούρα, συνδέοντας την τιμή με την καλοσύνη

Συνοψίζοντας, η ηθική συμπεριφορά των φιλοτιμων και καλοσυνάτων ανθρώπων και ο σεβασμός δεν είναι απλώς "καλοί τρόποι", αλλά δυναμικές στάσεις ζωής που κάνουν τον κόσμο καλύτερο και τον άνθρωπο πιο ολοκληρωμένο.

Χαίρομαι πολύ που έχω γνωρίσει από κοντά τέτοιους χαρισματικούς ανθρώπους κι εύχομαι να τους ανακαλύψετε κι εσείς. 

Αν και λάμπουν ολόκληροι, εσεις απλά κοιτάξτε να δειτε επάνω στο μέτωπο τους φωτεινες λέξεις όπως ΗΘΟΣ, ΦΙΛΟΤΙΜΟ και ΚΑΛΟΣΥΝΗ.

Καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα.


* αν και το άρθρο ανέβηκε 11 Απριλίου, σήμερα 12 του μηνός το συμπλήρωσα μένοντας έκθαμβος για την ποιότητα των Χριστιανών συγχωριανών μου. 

Έμειναν ως τις πρωινές ώρες στην εκκλησία και τίμησαν έμπρακτα τον Θεό Χριστό και την μητέρα Του. 

Η ευλογία του Κυρίου να Είναι συνέχεια μέσα στα σπίτια τους.


Η πρώτη Ανάσταση

«Και είδον τας ψυχάς εκείνων οι οποίοι είχον αποκεφαλισθή δια την μαρτυρίαν των περί του Ιησού και δια τον λόγον του Θεού και οι οποίοι δεν είχον προσκυνήσει το θηρίον, ούτε την εικόνα του και δεν είχον λάβει το χαραγμένον σημάδι εις το πρόσωπο των ή το χέρι των. Αυτοί ήλθον πάλιν εις την ζωήν και εβασίλευσαν μαζί με τον Χριστόν χίλια έτη… Αυτή είναι η πρώτη ανάστασις.

Μακάριος και άγιος εκείνος ο οποίος συμμετέχει εις την πρώτην ανάστασιν. 

Ο δεύτερος θάνατος δεν έχει εξουσίαν επάνω τους, αλλά θα είναι Ιερείς του Θεού και του Χριστού και θα βασιλεύσουν μαζί του χίλια έτη» (Αποκ. 20,4-6).

Η περικοπή αυτή αναφέρεται εις όλους τους προφήτας και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι έμειναν πιστοί εις τον Θεόν και δεν υπετάχθησαν εις το «θηρίον», ώστε να τους χαράξη εις το πρόσωπον των και εις τα χέρια των το «σημείον» του, το οποίον αποτελεί δείγμα απιστίας κατά του Θεού και πλήρους υποταγής εις τα έργα του Σατανά, μεταξύ των οποίων είναι και η λατρεία των ειδώλων (Ψαλμοί 95,5).

Όλοι αυτοί υπέφερον «δια την μαρτυρίαν του Ιησού και δια τον λόγον του Θεού», παρ' όλον ότι έζησαν εις την εποχήν της Παλαιάς Διαθήκης. 

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικούς για τον Μωυσή, ότι «επροτίμησε μάλλον να υποφέρη μαζί με τον λαόν του Θεού παρά να έχη την πρόσκαιρον απόλαυσιν αμαρτωλών πραγμάτων. Εθεώρησε μεγαλύτερον πλούτον τον ονειδισμόν του Χριστού, καθ' όσον απέβλεπεν εις την ανταπόδοσιν» (Εβραίους 11,25-26. Παράβαλλε Και Ψαλμοί 88,51-52).

Τόσον ο Μωυσής, όσον και όλοι οι Άγιοι άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, τους οποίους αναφέρει ονομαστικώς ο Απόστολος (Εβραίους Κεφ. 11), όπως επίσης ολόκληρον το «νέφος μαρτύρων», περί των οποίων γίνεται λόγος (Εβραίους 12,1), «δεν έλαβον ό,τι είχεν υποσχεθή ο Θεός, διότι ο Θεός προέβλεψε κάτι καλύτερον ως προς ημάς» (Εβραίους 11,40).

Όλοι αυτοί έλαβον μέρος στην «πρώτην ανάστασιν», η οποία συνετελέσθη με την θριαμβευτικήν κάθοδον του Χριστού εις τον άδην (Α' Πέτρ. 3,19) και με την νίκην του Χριστού κατά του διαβόλου και κατά των έργων του διαβόλου. Ευρίσκονται πλέον εις κοινωνίαν με τον Χριστόν και συμβασιλεύουν μαζί Του «χίλια έτη», μέχρι δηλαδή της ελεύσεως του Κυρίου, οπότε θα πραγματοποιηθή και η «δευτέρα ανάστασις», η καθολική κρίσις.

Πραγματικά είναι μακάριοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι μετέχουν στην πρώτην αυτήν ανάστασιν και συμβασιλεύουν με τον Χριστόν. 

Ο «δεύτερος θάνατος», η καταδικαστική, δηλαδή, κρίσις του Θεού κατά την Δευτέρα παρουσίαν, δεν θα έχει για τους δικαίους καμμίαν εξουσίαν.

Αλλά στην δόξα αυτήν των τέκνων της Βασιλείας μετέχουμεν και μείς δια της ζωής «εν Χριστώ», η οποία πραγματοποιείται δια των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. 

Δια του ιερού βαπτίσματος λαμβάνομεν μέρος εις την πρώτην αυτήν ανάστασιν (Ρωμαίους 6,3-11), γινόμεθα μέτοχοι της κοινωνίας των Αγίων και τέκνα της Βασιλείας του Θεού.

Τα «χίλια έτη» της Βασιλείας δεν αναφέρονται εις το μέλλον ήρχισαν με την νίκην του Χριστού κατά του διαβόλου, με την νίκην κατά του θανάτου και θα τελειώσουν με την δευτέραν έλευσιν του Κυρίου.

«Σας βεβαιώ, ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς οι οποίοι ίστανται εδώ», λέγει ο ίδιος ο Κύριος προς τους μαθητάς Του, «οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατον, έως ότου ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται εις την βασιλείαν Του» (Ματθαίος 16,28. Μάρκος 9,1. Λουκάς 9,27. Παράβαλλε Και Ματθαίος 28,20).

Από όλα αυτά γίνεται φανερόν, ότι η χιλιετής βασιλεία, για την οποίαν γίνεται λόγος εις την αποκάλυψιν του Ιωάννου (20,4-6), ήρχισεν ήδη από της εποχής των Αποστόλων. Η βασιλεία αυτή είναι η Εκκλησία του Χριστού η οποία έχει οικοδομηθή επί του θεμελίου των Αποστόλων και των Προφητών, με ακρογωνιαίον λίθον τον Χριστόν (Εφ. 2,20).

Όμως, και οι λοιποί Χριστιανοί, εκείνοι οι οποίοι έλαβον το βάπτισμα μετά την Πεντηκοστήν, όπως και οι μεταγενέστεροι, και ημείς σήμερον, δεν είμεθα «ξένοι και παρεπίδημοι, αλλά συμπολίται των Αγίων και οικείοι του Θεού, διότι και ημείς δια του βαπτίσματος έχομεν οικοδομηθή επάνω εις το ίδιον θεμέλιον και δια του Χριστού έχομεν την είσοδον προς τον Πατέρα εν ενί Πνεύματι» (Εφ. 2,18-20. Παράβαλλε Γαλ. 3,27-28. Εφ. 4,4-6. 5,30. Ιωάννης 10,16).

Επαναλαμβάνομεν λοιπόν, ότι ο λόγος του Κυρίου, ότι πολλοί από τους ακροατάς Του δεν θα δοκιμάσουν θάνατον, έως ότου δούν την βασιλείαν του Θεού, δεν είναι συμβολικός. 

Πρέπει να εκληφθή κατά γράμμα: Η Βασιλεία του Θεού ήρχισε την στιγμήν του θανάτου του Χριστού, την στιγμήν της θριαμβευτικής καθόδου Του εις τον άδην. Τότε έλαβε χώραν η καλούμενη «πρώτη ανάστασις». Ήδη, ζώμεν εις τας εσχάτας ημέρας (Ματθαίος 12,28. Λουκάς 11,20. 17,21).

Πρέπει να υπογραμμίσωμεν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της θέσεως των Αγίων και ημών. Ημείς ελάβομεν δια του βαπτίσματος τον «αρραβώνα» του Πνεύματος (Β΄ Κορινθίους 1,22. Εφ. 1,14). 

Η μετοχή μας εις την «πρώτην ανάστασιν» δεν έχει χαρακτήρα μόνιμον, όπως η εν Χριστώ κοινωνία των Αγίων, οι οποίοι έχουν ελευθερωθή από την αμαρτίαν και μετέχουν εις την Άκτιστον δόξαν του Θεού. Αντιθέτως, ημείς αγωνιζόμεθα να φθάσωμεν την μόνιμον αυτήν μετοχήν της Ακτίστου θείας δόξης.

Όλα αυτά αποδεικνύουν την οικτράν πλάνην εκείνων, οι οποίοι παρερμηνεύουν το χωρίον της αποκαλύψεως (20,4-6) «προς την ιδίαν αυτών απώλειαν» (Β΄ Πέτρου 3,16).

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Σε αυτόν τον κόσμοι είμαστε προσωρινοί

Είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι

Ο άνθρωπος ζει μετά την πτώση, μακρια απο την πατρική οικία, στην ξενιτειά. 

Η Αγία Γραφή τον χαρακτηρίζει «πάροικον» και «παρεπίδημον» (Γεν. 23,4. Λευϊτ. 25,23. Α' Παραλειπομένων 29,15. Ψαλμοί 38,13. Α' Πέτρ. 1,1). 

Αυτο, διότι η αληθινή του πατρίδα είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού. Από αυτήν εξέπεσε μέσω του Αδάμ και σ' αυτήν επιστρέφει μέσω του Χριστού, για να ζήσει και πάλι την πληρότητά της στην Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Με το ιερό βάπτισμα γινόμαστε μέλη της «Εκκλησίας των πρωτοτόκων οι οποίοι είναι γραμμένοι εις τον ουρανόν» (Εβραίους 12,23), «συμπολίται των Αγίων και οικείοι του Θεού». 

Αυτό διότι οικοδομούμαστε «επάνω στο θεμέλιο των Αποστόλων και των Προφητών, του οποίου ο Ιησούς Χριστός είναι ακρογωνιαίος λίθος, επάνω στον Οποίον συναρμολογείται η όλη οικοδομή και αυξάνει σε ναόν άγιον εν Κυρίω» (Εφ. 2,19-21).

Με αυτό κατανοούμε γιατί ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει, ότι «η πατρίς η ιδική μας είναι εις τους ουρανούς, όπου και περιμένουμε Σωτήρα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος θα μεταμορφώσει το ταπεινόν μας σώμα, ώστε να λάβει την ιδίαν μορφήν προς το ένδοξον σώμα Του, με την δύναμιν με την οποίαν δύναται και να υποτάξη τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιππισίους 3,20-21). «Δεν έχομεν εδώ μόνιμον πόλιν αλλά λαχταρούμεν την μέλλουσαν» (Εβραίους 13,14).

Ενώ η μέλλουσα διαμονή εκλαμβάνεται ως μόνιμος, η παρούσα ζωή χαρακτηρίζεται ως «πειραστήριον», ως τόπος, δηλαδή, δοκιμασιών. 

«Τι λοιπόν;», αναφέρεται στο βιβλίον του Ιώβ, «δεν είναι τόπος δοκιμασιών ο βίος του ανθρώπου επί της γης; 

Η ζωή του δεν ομοιάζει με ενός ημερομισθίου εργάτου;» (Ιώβ 7,1. Παράβαλλε Και Φιλιππισίους 1,21-24. Β΄ Κορινθίους 5,8-9. Β΄ Τιμόθεον 4,6. Εκκλ. 12,7).

Οι πρώτοι Χριστιανοί έζησαν εντόνως την πραγματικότητα αυτήν σε όλες τις συνέπειές της. 

Ένα αρχαίο κείμενο, η προς Διόγνητον επιστολή, διαχωρίζει ως εξής τους Χριστιανούς από τους λοιπούς ανθρώπους:

«Οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους, ούτε ως προς τον τόπον εις τον οποίον κατοικούν, ούτε ως προς την γλώσσαν την οποίαν ομιλούν, ούτε ως προς τας συνήθειας τας οποίας έχουν, διότι δεν κατοικούν σε ιδιαιτέρας πόλεις, ούτε ομιλούν ιδικήν τους διάλεκτον, ούτε ζουν ξεχωριστήν ζωήν… 

Ενώ κατοικούν σε ελληνικες και βαρβαρικες πόλεις, εκεί όπου βρέθηκε ο καθένας, και ενώ ακολουθούν ως προς την ενδυμασίαν και ως προς την τροφήν και ως προς τον υπόλοιπον βίον τα εντόπια έθιμα, ζουν θαυμαστήν και πραγματικώς παράδοξον ζωήν. 

Κατοικούν εις την πατρίδα τους, αλλά ως προσωρινοί κάτοικοι (πάροικοι). 

Ως πολίται συμμετέχουν εις όλα, όμως όλα τα υπομένουν ως ξένοι. Κάθε ξένη χώρα είναι δι’ αυτούς πατρίς και κάθε πατρίς είναι ξένη… Φέρουν (και αυτοί) σάρκα, αλλά δεν ζουν κατά σάρκα. Διέρχονται την ζωήν τους εις την γην αλλά είναι πολίται του ουρανού».

Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος προς τους Χριστιανούς της εποχής του, λέει:

«Δεν γνωρίζεις ότι η ζωή αυτή είναι αποδημία; Νομίζεις ότι είσαι μόνιμος κάτοικος μιας πόλεως; είσαι ταξιδιώτης.

Καταλαβαίνεις τι σου είπον; Δεν είσαι μόνιμος κάτοικος, αλλά ταξιδιώτης και οδοιπόρος.

Μη μου ειπής ότι ανήκω εις αυτήν ή εκείνην την πόλιν. 

Κανένας δεν έχει εδώ πόλιν, η πόλις είναι άνω. Η παρούσα ζωή είναι πορεία. Ας βαδίσωμεν, λοιπόν, καθημερινώς όσον μας επιτρέπει η φύσις μας.

Συναντήσατε ποτέ σας άνθρωπον να κρύβη τα χρήματα του ενώ ευρίσκεται καθ' οδόν; Υπάρχει άνθρωπος ο οποίος κρύβει το χρυσάφι του εις τον δρόμον; 

Είπε μου, όταν εισέλθης εις ξενοδοχείον κάθεσαι και στολίζεις το ξενοδοχείον; 

Κάθε άλλο. Αντιθέτως, τρως και πίνεις και βιάζεσαι να φύγης· 

Η ζωή αυτή είναι ξενοδοχείον. Εισήλθομεν και εδώ θα διέλθωμεν ολόκληρον την ζωήν αυτήν. 

Ας προσπαθούμεν να φύγωμεν με καλήν ελπίδα. 

Ας μην αφήσωμεν εδώ τίποτα δια να μη τα χάσωμεν εκεί. 

Όταν εισέλθης εις το ξενοδοχείον τι λέγεις εις τον υπηρέτην;   Πρόσεξε που θα τοποθετήσεις τις αποσκευες μου! 

Μην αφήνεις τίποτε εδώ δια να μη χαθή ούτε και το πλέον μικρόν, το πλέον ασήμαντον πράγμα. 

Όλα να μεταφερθούν εις το σπίτι μου!  

Αυτό πρέπει να κάμνωμεν και εμείς εις την ζωήν αυτήν.

Ας βλέπωμεν την ζωήν αυτήν ως ξενοδοχείον και ας μην αφήσωμεν να μείνη τίποτε εις το ξενοδοχείον. 

Όλα ας τα μεταφέρωμεν εις την μόνιμον πατρίδα μας. Είσαι ταξιδιώτης και οδοιπόρος και, μάλιστα, κάτι ολιγώτερον από ταξιδιώτης.

Πώς; να σου είπω:

Ο οδοιπόρος γνωρίζει πότε έρχεται και πότε φεύγει από το ξενοδοχείον, επειδή αυτός ορίζει τον χρόνον που θα εισέλθη και θα εξέλθη. 

Εμείς, όμως, εισερχόμεθα εις το ξενοδοχείον, δηλαδή εις την παρούσαν ζωήν, χωρίς να γνωρίζωμεν πότε θα εξέλθωμεν από αυτήν. 

Μερικες, μάλιστα, φορες παρασκευάζομεν διατροφες δια πολύν χρόνον, ακόμη και την στιγμήν που μας καλεί ο Δεσπότης πλησίον Του… 

Είναι ακαθόριστος η έξοδος. 

Η περιουσία δεν είναι σταθερόν πράγμα. 

Οι κίνδυνοι είναι πάρα πολλοί και τα κύματα κτυπούν από παντού. Και συ έχεις αφοσιωθή ως τρελός εις πράγματα απατηλά, εις σκιάς; Διατί αφήνεις την πραγματικότητα και κυνηγάς τις σκιές;».

«Πάροικοι», λοιπόν, είμαστε και «παρεπίδημοι» και κανείς δεν γνωρίζει την ημέρα και την ώρα της εξόδου του από την ζωή αυτή.

«Κύριε, διατί μερικοί αποθνήσκουν εις νεαράν ηλικίαν ενώ άλλοι φθάνουν εις βαθύ γήρας;», ερωτά ο αββάς Αντώνιος. 

«Και διατί μερικοί ζουν εις πτωχείαν, ενώ άλλοι εις πλούτον; Και πως πλουτίζουν άδικοι, ενώ δίκαιοι άνθρωποι πένονται;

Ήλθε τότε εις αυτόν φωνή λέγουσα: 

Αντώνιε, πρόσεχε τον εαυτόν σου, αυτά είναι κρίματα Θεού και δεν συμφέρει εις εσέ να τα μάθης!» (Παράβαλλε Ιώβ 42,1-5. Σοφ. Σολ. 2,1-25. 3,1-8).

Σταυρός, η πανοπλία του Χριστού, το υπερόπλο της Ορθοδοξίας

1. Η προτύπωση του Σταυρού στην Παλαιά Διαθήκη

Η Ορθόδοξος Εκκλησία τιμάει, καθώς γνωρίζουμε, ιδιαιτέρως τον τίμιον σταυρόν, τον οποίον ανακαλύπτει και σ' αυτήν ακόμη την Παλαιά Διαθήκη.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν σταματούν στην προεικόνιση του Χριστού με τον Αδάμ και της Παρθένου Μαρίας με την Εύα. 

Φέρουν το ξύλον του παραδείσου, το οποίον έγινε το σύμβολον της καταστροφής, σε συσχέτιση με το ξύλον του ζωοποιού σταυρού, το οποίον είναι το σύμβολον της νίκης κατά του όφεως.

Η ζωοποιός δύναμις του Σταυρού παρουσιάζεται, ακόμη, με την ράβδο του Μωυσέως, η οποία μεταβάλλει το πικρό ύδωρ σε γλυκύ (Έξοδ. 15,25). 

Η Αγία Γραφή σημειώνει, ακόμη, Ότι «το πικρό ύδωρ έγινε γλυκύ με ένα ξύλο δια να φανεί έτσι η δύναμις του» (Σοφ. Σειρ. 38,5).

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στο γεγονός αυτό και υπογραμμίζει ότι όταν οι Ισραηλίται έπιναν από το νερό αυτό (πόμα), έπιναν από «πνευματικόν ποτόν», το οποίον ανέβλυζε «από την πνευματικήν πέτραν, η οποία τους ηκολούθει», «η δε πέτρα ην ο Χριστός», προσθέτει (Α' Κορινθίους 10,4).

Όταν, λοιπόν, τιμάμε τον τίμιο σταυρό, δεν πίνουμε από το «πικρό νερό», δεν αναφερόμεθα στο όργανον του θανάτου, αλλά γευόμεθα το «πνευματικόν ποτόν», το οποίον αναβλύζει από την «πνευματικήν πέτραν», από τον νικητήν και θριαμβευτήν του θανάτου, Κύριον.

Το γεγονός αυτό αποτελεί για όλους τους πιστούς πηγή δυναμης και ισχύος εναντίον του διαβόλου, στο οποίον ανήκε η δύναμις του θανάτου (Εβραίους 2,14), όπως, επίσης, και εναντίον αυτού του θανάτου, του τελευταίου εχθρού του ανθρώπου (Α' Κορινθίους 15,26).

Την ζωοποιό δύναμη του τιμίου Σταυρού την βλέπουμε, ακόμη, και στον χάλκινο όφι, τον οποίον ύψωσεν ο Μωυσής. Συμφώνως προς την εντολήν του Θεού, κάθε ένας ο οποίος προσέβλεπεν σ' αυτόν τον όφιν, θεραπεύετο από τα δαγκώματα των δηλητηριασμένων φιδιών (Αριθμοί 21,8). 

Ο χάλκινος εκείνος όφις, χαρακτηρίζεται ως «σύμβολον σωτηρίας» (Σοφ. Σολ. 16,6) και αντλεί, αναμφιβόλως, την δύναμή του από την ιδίαν πηγήν, η οποία ζωοποιεί τον Τίμιον Σταυρόν: «Καθώς ο Μωυσής ύψωσε τον όφιν στην έρημο, κατά αυτόν τον τρόπο πρέπει να υψωθεί και ο Υιός του ανθρώπου, δια να μη απολεσθή κάθε ένας ο οποίος πιστεύει εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον», λέει χαρακτηριστικώς ο ίδιος ο Κύριος (Ιωάννης 3,14-15).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται δια το ίδιο σύμβολο της νίκης και του θριάμβου, το οποίο βλέπει και ο προφήτης Ιεζεκιήλ. Και είδον, λέγει, «άνδρα ενδεδυμένον λαμπρώς», να δίδη την εντολήν να σφραγισθούν με το «σημείον» τα μέτωπα εκείνων οι οποίοι στενάζουν δια τας ανομίας της πόλεως (Ιεζ. 9,4. Παράβαλλε Αποκ. 7,3-4).

Με όλα αυτά έγινε φανερό, ότι οι προεικονίσεις της Παλαιάς Διαθήκης δεν αναφέρονται μόνον στο γεγονός της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αλλά και σ' αυτό το σημείον του σταυρού, στο «σημείον του Υιού του ανθρώπου», το οποίον θα φανεί και πάλιν ως λάβαρον της νίκης κατά την θριαμβευτικήν δευτέραν έλευσιν του Κυρίου (Ματθαίος 24,30).

2. Η δύναμη του Σταυρού

«Χαίροις, ο ζωηφόρος σταυρός,  της ευσέβειας το αήττητον τρόπαιον, η θύρα του Παραδείσου ο των πιοτών στηριγμός, το της Εκκλησίας περιτείχισμα·  δι’ ου εξηφάνισται η αρά και κατήργηται,

και κατεπόθη του θανάτου η δύναμις, και υψώθημεν από γης προς ουράνια'  όπλον ακαταμάχητον,

δαιμόνων αντίπαλε, δόξα μαρτύρων οσίων ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας,

ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος».

Ο ύμνος αυτός της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως εκφράζει πολύ χαρακτηριστικούς την θέση του τιμίου σταυρού στην ζωήν της Εκκλησίας και εκάστου πιστού.

Ο σταυρός δεν είναι πλέον σύμβολον θανάτου και αισχύνης (Δευτερονόμιο 21,23), αλλά πηγή ζωής αιωνίου. 

Δι’ αυτού εξαφανίστηκε και καταργήθηκε η κατάρα και κατετροπώθηκε ο άρχων του θανάτου, δηλαδή ο διάβολος. 

Αποτελεί, συνεπώς, το ακαταμάχητον όπλον της Εκκλησίας. Είναι ο φοβερός αντίπαλος των δαιμόνων, η δόξα των μαρτύρων και των Αγίων της Εκκλησίας, ο λιμήν σωτηρίας και το κόσμημα των πιστών.

«Εισακήκοα Κύριε, την ακοήν της δυναστείας του σταυρού Σου, ως (ότι) παράδεισος ηνοίγη δι’ αυτού», ψάλλει η Εκκλησία μας.

Ο σταυρός του Κυρίου εκφράζει την απεριόριστο αγάπη του Θεού και, ταυτοχρόνως, την απεριόριστο αξία του ανθρώπου. 

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφρασις της αγάπης του Θεού από τον σταυρό, όπως δεν υπάρχει μεγαλύτερα εξύψωση του ανθρώπου από το γεγονός του σταυρού (Ιωάννης 15,13. Ρωμαίους 5,8). 

Είναι τόση η αξία του ανθρώπου στα μάτια του Θεού, ώστε για την σωτηρία του ανυψώθηκε επάνω στον σταυρό ο ίδιος ο Θεός.

Κατανοούμε, συνεπώς, γιατί ο σταυρός αποτελεί την ασφαλή εγγύηση δια την απεριόριστο ευσπλαχνία του Θεού και δια την παρρησία του ανθρώπου ενώπιον του θρόνου του Θεού.

Ο θάνατος του Χριστού επάνω στον σταυρό σήμανε τον θάνατο του παλαιού κόσμου και η ανάστασή Του την έναρξη του νέου αιώνος της Μεταμόρφωσης, τον χρόνον, δηλαδή, της σωτηρίας ολοκλήρου του κόσμου.

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι δια του σταυρού επήλθε η συμφιλίωση του ανθρώπου μετά του Θεού και ότι δημιουργήθηκε εν Χριστώ ένας «καινούργιος άνθρωπος». 

Χαρακτηριστικώς, λέει ότι «δια του σταυρού» ο Κύριος εθανάτωσε την έχθραν (Εφεσίους 2,15-16). Ότι δια του αίματος του Χριστού έχομεν «παρρησίαν εις την είσοδον των Αγίων» (Εβραίους 10,19).

Κατ' αυτόν τον τρόπον θα ημπορούσαμε να δουμε τον σταυρό ως κέντρον ολοκλήρου της νέας δημιουργίας του Θεού.

«Ήλθεν η ώρα δια να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου», λέει ο ίδιος ο Κύριος, αναφερόμενος στην ύψωσίν Του επί του Σταυρού (Ιωάννης 12,23).

Όταν μελετήσουμε προσεκτικώς το ιερό κείμενο, θα δουμε πραγματικά ότι ο Κύριος χαρακτηρίζει την άνοδον Του στο ξύλον του σταυρού ως ύψωση, ως δόξα, ως θρίαμβο κατά της αμαρτίας και του θανάτου:

«Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εάν ο σπόρος του σίτου δεν πέση εις την γην και δεν αποθάνη, μένει αυτός μόνος, εάν, όμως, αποθάνη φέρει πολύν καρπόν…

Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη και τι να είπω; Πατέρα σώσε με από την ώραν αυτήν. Αλλά δι’ αυτό ήλθον εις την ώραν αυτήν. Πατέρα, δόξασε το όνομα Σου.

Τότε ήλθε φωνή από τον ουρανόν:

Το εδόξασα και πάλιν θα το δοξάσω.

Ο κόσμος ο οποίος παρευρίσκετο και ακουσε, έλεγε ότι έγινε βροντή.

Ο Ιησούς απεκρίθη:

 Η φωνή αυτή δεν έγινε δι’ εμέ αλλά δια σας. Τώρα γίνεται δίκη του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θα εκβληθή έξω. Και όταν εγώ υψωθώ από την γην, θα ελκύσω όλους προς τον εαυτόν μου.

Αυτό το έλεγε, για να υποδείξει με ποιον τρόπον θα απέθνησκε» (Ιωάννης 12,24-33. Ιδέ και Ιωάννης 13,31-38. Λουκάς 24,26).

Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν αποδεικνύουν μόνον την πραγματικότητα του πάθους και την αγωνίαν του σταυρού, παρουσιάζουν, ακόμη, το γεγονός της σταύρωσης ως «ύψωσιν» και δόξαν του «Υιού του ανθρώπου», ως αφετηρίαν και κέντρον της δόξης του ανθρωπίνου γένους.

Επάνω στον σταυρό δεν ευρίσκεται ενας αδύνατος, αβοήθητος άνθρωπος, αλλά ο θεάνθρωπος Ιησούς. Εκείνος ο οποίος κατέρχεται στον Άδην ως νικητής και θριαμβευτής, για να καταργήσει το βασίλειον του θανάτου και του Άδου, να ελευθερώσει τον άνθρωπον από τα δεσμά του θανάτου, να τον εισαγάγει στην βασιλείαν της ζωής.

Ο σταυρός λοιπόν και ο θάνατος του Χριστού δεν συνιστούν αδυναμία, αλλά δύναμη. Ο θάνατος του Κυρίου χαρακτηρίζεται στην Αγία Γραφή ως «ύπνος λέοντος», ο οποίος διατηρεί την φοβερή του δύναμη και κατά την διάρκεια του ύπνου και μετά από αυτόν.

Γι’ αυτόν τον λόγον δεν τολμά κανείς να τον ξυπνήσει:

«Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί αυτόν;» (Γεν. 49,9).

«Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου», τώρα γίνεται δίκη του κόσμου τούτου (Ιωάννης 12,31), λέει ο Χριστός και τοποθετεί το γεγονός του σταυρού στο κέντρον ενός παγκοσμίου δικαστηρίου. 

Τον καθιστά μέτρον και γνώμονα θριάμβου η καταδίκη των ανθρώπων, αναλόγως, της θέσης έκαστου έναντι του τιμίου σταυρού.

Καθώς έχει ειπωθεί, στο πρόσωπον των δύο ληστών εκπροσωπείται και κρίνεται η ανθρωπότητα ολόκληρη, με βάση όχι τις πράξεις, αλλά τις διαθέσεις, των ανθρώπων έναντι του εσταυρωμένου Θεανθρώπου.

Ο ευγνώμων ληστής ομολογεί τον Χριστόν. Δεν εκλαμβάνει Αυτόν ως ομοιοπαθή προς εμάς τους ανθρώπους, ως ληστή. Τον ομολογεί ως Βασιλέα, ως Κύριον και Θεόν. Γι’ αυτό και επικαλείται το έλεός Του. 

Με τον τρόπο αυτον ο ευγνώμων ληστής γίνεται πραγματικός θεολόγος και άγιος, ο πρώτος άγιος της Εκκλησίας μας, και δειχνει σε όλους εμάς την οδόν της αληθινης πνευματικότητας, την οδόν της σωτηρίας, η οποία είναι η οδός του σταυρού.

Ο αγνώμων ληστής εκλαμβάνει τον Κύριον ως κοινόν άνθρωπον και τον σταυρόν Του ως σύμβολον περιφρονησης κι εμπαιγμού. Γι’ αυτό και «εβλασφήμει Αυτόν» (Λουκάς 23,39). Δεν ήλπιζε τίποτε από τον Κύριον. Ήταν κατά το παρελθόν ληστής, αλλά επειδή δεν θέλησε να εξαρτήσει την σωτηρία του από Εκείνον, ο οποίος υψώθηκε επάνω στον σταυρό για να ελκύσει προς τον εαυτόν Του όλους τους ευγνώμονες ληστες.

Την θαυμαστή αυτή αλήθεια εκφράζει κατά τρόπον ανεπανάληπτον ο ύμνος της Εκκλησίας:

«Εν μέσω δυο ληστών, ζυγός δικαιοσύνης ευρέθη ο σταυρός Σου. 

Του μεν καταγόμενου εις Άδην, τω βάρει της βλασφημίας, του δε κουφιζομένου πταισμάτων, προς γνώσιν Θεολογίας, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».

3. Το σημείον του Σταυρού

Όταν κάνουμε λόγο για τον σταυρόν του Κυρίου, δεν εννοούμε μόνον το γεγονός της σταυρωσης, αλλά και αυτό το τίμιο ξύλο του σταυρού, διότι, καθώς αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δια της επαφής μετά του Τιμίου Σώματος του Κυρίου αγιάζεται και το ξύλον του σταυρού.

Γι’ αυτόν τον λόγον, η τιμή και η προσκύνησις ανήκει και σ' αυτό. «Όχι μόνον ο λόγος περί σταυρού και το μυστήριον», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «αλλά και το σχήμα είναι θείον και προσκυνητόν, διότι είναι σφραγίς σεβάσμιος αγιαστική και τελειωτική όλων των θαυμάσιων και ανέκφραστων αγαθών, τα οποία προέρχονται από τον Θεόν».

Τούτο είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί, διότι, καθώς αναφέρει ο Απόστολος, υπάρχουν και οι «εχθροί του σταυρού» (Φιλιππισίους 3,18). 

Αυτοί οι «εχθροί του σταυρού» υπάρχουν και στις δικες μας ημέρες. Γι' αυτό πρέπει να καταστεί φανερό, γιατί ο σταυρός του Κυρίου δεν αποτελεί ντροπή, (Παράβαλλε Δευτερ. 21,23), αλλά, αντιθέτως, «καύχημα» (Γαλ. 6,14). Και τούτο, καθώς ειπώθηκε, δεν αναφέρεται μόνον στο γεγονός, αλλά και στο τίμιο ξύλο.

Ο σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού και αντλεί την δύναμη και την χάρη Του, από τα πάθη του Χριστού.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η σφράγιση δια του σταυρού αποτελεί το εξωτερικό σημείο όλων ανεξαιρέτως των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας, για των οποίων πραγματοποιείται η σωτηρία του ανθρώπου.

Βεβαίως δεν πρόκειται εδώ για μαγικόν όργανον, αλλά για την ζωοποιό δύναμη των θείων ενεργειών. Αυτή την δύναμη δεν την μεταδίδει το σημείον του σταυρού «καθ’ εαυτό», αλλά η σχέση του σημείου αυτού με το πρόσωπον του Χριστού.

Τούτο συνέβαινε, άλλωστε, και με τον χάλκινο όφι. Εκείνος ο οποίος εστρέφετο προς τον χάλκινο όφι «εσώζετο όχι εξ αιτίας του συμβόλου, αλλά από Σε (τον Θεόν), ο οποίος Είσαι ο Σωτήρ όλων. 

Και με αυτό έπεισες τους εχθρούς μας, ότι είσαι εκείνος ο οποίος σώζεις από κάθε κακόν», αναφέρει χαρακτηριστικούς η Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σολ. 16,7-8).

Οι Ισραηλίτες δεν κατενόησαν την αλήθεια αυτή και θέλησαν να αποδώσουν στον χάλκινο όφι λατρεία, η οποία ανήκει μόνον εις τον Θεόν. 

Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Εζεκίας, ως βασιλεας ευσεβής και αφοσιωμένος στον μόνον αληθινό Θεό, δεν δίστασε αργότερα να συντρίψει μαζί με τα άλλα είδωλα και αυτόν τον χάλκινο όφι, ο οποίος στην συνείδηση του Αποστάτου λαού, είχε χάσει την σχέση του με τον αληθινό Θεό και είχε πάρει την θέσιν Εκείνου (Ο' Βασιλ. 18,4).

Το σημείον του σταυρού εκφράζει την παρουσία του Κυρίου στην ζωήν των πιστών και της Εκκλησίας και αποτελεί το σύμβολον της νίκης και του θριάμβου κατά της αμαρτίας και του θανάτου (Εφεσίους 2,16).

Επομένως, δικαίως χαρακτηρίζεται το σημείον του τιμίου σταυρού, ως σύμβολον νίκης και θριάμβου κατά του διαβόλου και κατά των έργων του διαβόλου:

«Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας' φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησε· δια τούτο προσκυνούμεν την ταφήν Σου και την έγερσιν»  (Στίχ. Αίνων Κυριακής πλ. Α΄ ήχου).

Ο τίμιος σταυρός είναι το «σημείον» της σωτηρίας των παιδιών του Θεού, «το σημείον του Υιού του ανθρώπου» (Ματθαίος 24,30).

Γι’ αυτόν τον λόγο αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, ότι κατά τους εσχάτους καιρούς θα είναι εξασφαλισμένη η σωτηρία για εκείνους οι οποίοι θα φέρουν το σημείον του Θεού:

«Κατόπιν, εβγήκαν από τον καπνόν ακρίδες εις την γην και τους εδόθη εξουσία όπως η εξουσία την οποίαν έχουν οι σκορπιοί της γης· τους είπον να μη βλάψουν το χορτάρι της γης, ούτε κανένα χλωρόν, ούτε κανένα δένδρον, παρά μόνον τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν την σφραγίδα του Θεού εις τα μέτωπα τους» (Αποκ. 9,3-4. Παράβαλλε Και 7,2-4. Ιεζεκ. 9,4-6).

Κατόπιν όλων αυτών, δικαίως προσεύχεται κάθε Ορθόδοξος πιστός:

«Δυνάμει του Σταυρού Σου, Χριστέ, στερέωσάν μου την διάνοιαν εις το υμνείν και δοξάζειν σου, την σωτήριον ανάστασιν».

Το σημείον του Σταυρού δεν είναι μεταγενέστερη συνήθεια των Χριστιανών. 

Ανάγεται στην Αποστολική παράδοση. Μαρτυρείται από τον άγιον Ιουστίνον (150 μ. Χ. ) και από τον Τερτυλλιανόν (200 μ. Χ. ). 

Ο δεύτερος μάλιστα λέει χαρακτηριστικώς:

«Ημείς οι Χριστιανοί εις όλα τα ταξίδια και τας μετακινήσεις, εις πάσαν αναχώρησιν και επιστροφή μας, όταν φοράμε τα ενδύματα και τα υποδήματα, εις το λουτρόν και εις το τραπέζι, όταν ανάπτωμεν το λυχνάρι μας, όταν καθήμεθα η εξαπλώνωμεθα, εις όλας εν γένει τας πράξεις της καθημερινής ζωής κάμνομεν το σημείον του σταυρού». Το έθιμο τούτο, συνεχίζει, «έχει την αρχήν του εις την παράδοσιν της Εκκλησίας, ετονώθη δε δια της συνήθειας και πρέπει να τηρήται μετά πίστεως».

4. Πώς κάνουμε το σημείο τον Σταυρού

Με το σημείο του σταυρού απεικονίζεται ολόκληρη η θεολογία της Εκκλησίας και ολόκληρος η ουσία της Ορθοδόξου πίστης. 

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός ενώνει τα τρία δάκτυλα και τα θέτει πρώτα στο μέτωπον, κατόπιν στην κοιλία και, τέλος τα φέρει εις τους δύο ώμους, οριζοντίως, από τα δεξιά προς τα αριστερά.

Με τα τρία αυτά δάκτυλα απεικονίζουμε και ομολογούμε την πίστη στον Ένα και Τριαδικό Θεό. Όταν θέτουμε αυτά στην κοιλία κάνουμε αυτο εις τύπον του Υιού, ο οποίος γεννήθηκε από την  Παρθένο Μαρία. 

Όταν, τέλος, τα θέτουμε στους ώμους το κάνουμε εις τύπον του Αγίου Πνεύματος, το οποίον χαρακτηρίζεται ως «βραχίων» (Ιωάννης 12,38) και ως «δύναμις» Κυρίου (Λουκάς 24,49. Πράξεις 1,8).

Με την ένωση των δύο άλλων δακτύλων απεικονίζουμε στο σημείο του σταυρού την ενσάρκωση του Χριστού και την αδιαίρετο ένωση των δύο φύσεων, δια της οποίας θεραπεύθηκε και ανυψώθηκε μέχρις Θεώσεως η ανθρώπινη φύσις.

5. Η πανοπλία του Σταυρού

Το σημείον του σταυρού αποτελεί, ακόμη, και μαρτυρία της νέας ζωής εκ μέρους του ανθρώπου, του αναγεννημένου «εν Χριστώ».

Με το σημείο του σταυρού σφραγίζουμε τα κυριώτερα μέλη του σώματος, τα οποία περιτειχίζουμε και αφιερώνουμε με τον τρόπο αυτό στον Θεό, να τα καταστήσουμε όργανα του Χριστού και της Αγίας Τριάδος. 

Σφραγίζουμε τον νουν μας, την καρδιά μας και όλες τις δυνάμεις μας και εκφράζουμε την αφιέρωση αυτήν του εαυτού μας ακόμη περισσότερον εντόνως με την φράση:

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν.

Με το σημείον του σταυρού γινόμαστε, τέλος, μέτοχοι των παθών και της Αναστάσης του Χριστού, νεκρώνουμε τον παλαιόν άνθρωπον και κάθε τι το οποίον έχει σχέση με τα έργα του διαβόλου και "ανιστάμεθα" μαζί με τον Χριστόν σε νέα ζωή. 

«Ο σταυρός του Κυρίου σημαίνει κατάργησιν της αμαρτίας», λέει χαρακτηριστικώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Δια τούτο και κάποιος από τους θεοφόρους πατέρας, όταν ηρωτήθη από ένα άπιστον, εάν πιστεύη εις τον Εσταυρωμένον, ναι, απήντησε, εις αυτόν ο οποίος εσταύρωσε την αμαρτίαν».

Από όλα αυτά κατανοούμε γιατί ο σταυρός αποτελεί για τον Χριστιανό αληθινή πανοπλία, την πανοπλίαν του Χριστού, όπλον φοβερό, το οποίον τρέμουν οι δαίμονες.

Γι’ αυτόν τον λόγο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί κάνουμε σε κάθε περίπτωση το σημείον του σταυρού: Όταν προσευχόμαστε όταν κοιμώμαστε, όταν ξυπνάμε, όταν αρχίζουμε ένα έργο και όταν το τελειώνουμε. Όταν φεύγουμεν για ένα ταξίδι, όταν περνάμε έξω από τον ιερό Ναό, σε ολόκληρη την ζωήν μας.

Ο τίμιος σταυρός δεν αποτελεί, μαγικόν μέσο στην διάθεση του ανθρώπου. Είναι απαραίτητος και η εσωτερική συμμετοχή. 

Πρώτον, πρέπει να χαράσσουμε το σημείον του σταυρού στο σώμα μας ευκρινώς, όχι αμελώς, αλλά συμφώνως με την τάξη της Εκκλησίας μας:

Με τα τρία δάκτυλα ηνωμένα και με τέτοιον τρόπο, σαν να ακουμπούσε επάνω μας ο ίδιος ο σταυρός.

Το ιερόν αυτό σημείον πρέπει ακόμη να συνοδεύεται και με απόλυτο πίστη στην Αγία Τριάδα και εις το γεγονός της ενσαρκωσης του Χριστού, καθώς, επίσης, στον σταυρικό θάνατο και στην ζωοποιό Του Ανάσταση. 

Πίστις, δηλαδή, σε όλα εκείνα τα σωτήρια δόγματα της Εκκλησίας μας, τα οποία διακηρύσσουμε με το σημείον του Σταυρού.

Ακόμη, πρέπει να συνοδεύεται με την απόλυτο ελπίδα στην ανέκφραστο αγάπη και στο έλεος του Θεού, αλλά και με την αμετάκλητον απόφασή μας να σταυρώσουμε και να καταργήσουμε τον αμαρτωλό εαυτόν μας και τα πάθη μας, να δεχθούμε την χάριν του Θεού, για να ζήσουμε πλέον συνειδητά την ζωήν της ανακαίνισης και της εσωτερικής μεταμόρφωσης.

Λεπτομερής περιγραφή της σταύρωσης


Μετά την εξαγγελία από την ρωμαϊκή αρχή της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης για σταύρωση, που γινόταν με διαταγή («ibis in crucem») που απευθυνόταν προς τον κατηγορούμενο, ακολουθούσε η μαστίγωση πριν από την σταύρωση (verberatio, flagellatio).

Η μαστίγωση ή φραγγέλωση εφαρμοζόταν από τους Ρωμαίους σαν αυτοτελής ποινή, σαν ανακριτικό μέσο για εκβιασμό απάντησης ή ομολογίας και σαν αιματηρή εισαγωγή στη σταύρωση. 

Σαν προοίμιο της φρικτής τραγωδίας καθιερώθηκε από τον Πόρκιο Νόμο (lex Porcia).

Ο καταδικασμένος ξεγυμνωνόταν και μαστιγωνόταν δεμένος σε χαμηλή στήλη ή σε πάσσαλο ή στο δοκό (patibulum).

Η μαστίγωση γινόταν συνήθως από δούλους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν συνήθως σαν εκτελεστικά όργανα της σταύρωσης κάτω από την εποπτεία ενός ραβδούχου σαν δημίου.

Η φραγγέλωση ήταν σκληρή και επώδυνη. Με τα πρώτα κιόλας πλήγματα η ράχη κοκκίνιζε από το αίμα που ανάβλυζε από τις σάρκες. 

Η διατάραξη που επερχόταν στην κυκλοφορία του αίματος και την ισορροπία του οργανισμού, η δοκιμασία της καρδιάς και του νευρικού συστήματος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλές φορές ο καταδικασμένος υπέκυπτε στην μαστίγωση.

Μετά την μαστίγωση ακολουθούσε πορεία διαπόμπευσης. 

Οδηγούσαν τον κατάδικο στον τόπο της εκτέλεσης μέσα από τους δρόμους της πόλης υπό συνεχή και πάλι μαστιγώματα και χτυπήματα της πληγωμένης του πλάτης με αιχμηρές ράβδους. Κάτω από τα χλευαστικά σχόλια του όχλου, έφερε ο ίδιος είτε ολόκληρον τον σταυρό, είτε το οριζόντιο σκέλος του, στο οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του.

Από τον τράχηλο του καταδίκου ήταν κρεμασμένη κι έπεφτε στο στήθος του η επιγραφή (δελτίο, σανίδα, αιτία, τίτλος, titulus), που ανέγραφε το έγκλημά του, για προφύλαξη ή προειδοποίηση των θεατών από τις συνέπειες παρόμοιου εγκλήματος.

Όταν η αποτροπιαστική πομπή έφτανε στον τόπο της σταύρωσης, είχε ήδη στηθεί το ικρίωμα, σπανιότερα μπηγόταν εκείνη την ώρα στο έδαφος το κάθετο ξύλο, που αποτελείτο είτε από ακατέργαστο κορμό δένδρου, είτε από κατεργασμένο (ιστός).

Στην συνέχεια ανύψωναν το θύμα μαζί με το patibulum πάνω στο κάθετο ξύλο με τη βοήθεια σχοινιών, σταθεροποιούσαν τα δύο ξύλα και κάρφωναν τα χέρια και τα πόδια του (καθήλωση ή προσήλωση).

Για να αποφύγουν το ενδεχόμενο της απόσχισης των καθηλωμένων άκρων, λόγω των σπασμών του σώματος από τους πόνους, μερικές φορές τα έδεναν και με σχοινιά.

Για τον ίδιο λόγο παρέστη ανάγκη να σφηνώσουν μικρό πάσσαλο (cornu, κέρας, sedile, σκαλμός, πήγμα) στην μέση του κάθετου ξύλου, μεταξύ των μηρών του σταυρωμένου, για να μπορεί αυτός να στηρίζεται, ιππεύοντας πάνω στο στήριγμα αυτό.

Το υποπόδιο (suppedaneum), στο οποίο υποτίθεται ότι καρφώνονταν τα πόδια, είναι μεταγενέστερη επινόηση αυτών που απεικονίζουν την σταύρωση, που οφειλόταν στο ότι, επειδή το sedile δεν μπορούσε να ζωγραφιστεί, κάτι έπρεπε να φαίνεται ότι στηρίζει το σώμα. 

Η εικονογραφία λοιπόν δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.

Οι πόνοι του σταυρού ήταν φοβεροί. 

Η βεβιασμένη και μόνο στάση του σώματος, χωρίς την δυνατότητα αλλαγής θέσης, συνεπαγόταν φρικτούς πόνους.

Η ματωμένη και, από τις πληγές που προκάλεσε η μαστίγωση, ανοιχτή πλάτη, τα διάτρητα σε έκταση άκρα, η στενοχώρια των σπλάγχνων, η εναλλαγή φλόγωσης και κρύας εφίδρωσης, οι σπασμοί της ακινησίας, η ανωμαλία της κυκλοφορίας του αίματος επέτειναν την δριμύτητα των πόνων.

Τα καρφωμένα άκρα ήταν πιο ευαίσθητα, γιατί έφεραν το βάρος όλου του σώματος, το οποίο είχε συσπάσεις από το φρικτό πόνο. Ακολουθούσαν καρδιολογικές επιπλοκές.

Ο ισχυρός πυρετός που εισέβαλλε και η δίψα που κατάκαιγε επαύξανε την οδύνη. Το σώμα μελάνιαζε, τα νεύρα και οι μύες εξείχαν συσπασμένοι, οι φλέβες διογκώνονταν τα μάτια φλογισμένα πρόβαλλαν εξογκωμένα.

Συμφορήσεις του εγκεφάλου, των πνευμόνων και της καρδιάς διαδέχονταν η μία την άλλη. 

Τα σκέλη, μετά τους σπασμούς, τα καταλάμβανε ακαμψία, λόγω της αφύσικης θέσης του σώματος, η δύσπνοια μαρτυρούσε επιθανάτιο άγχος κι όμως ο θάνατος, ιδίως σε ισχυρές κράσεις, δεν ερχόταν γρήγορα.

Στις περιπτώσεις αυτές ο θάνατος επισπευδόταν με την σκελοκοπία (crurifragium), δηλαδή με θλάση των κνημών ή με πλήγματα κάτω από τις μασχάλες ή με διάτρηση του στήθους ή της πλευράς του σταυρωμένου με το δόρυ ή με στραγγαλισμό με την χρήση σχοινιού ή με το κάψιμό του μαζί με το σταυρό, αλλιώς ήταν δυνατό να παρατείνεται η ζωή για δυο και τρεις μέρες, παράταση που επέτεινε την σκληρότητα της ποινής. 

Η κύρια αιτία επέλευσης του θανάτου ήταν η παρά φύση θέση του σώματος, η εξαιτίας αυτής διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος, οι τρομεροί πόνοι στο κεφάλι, η εξασθένηση της καρδιάς και τέλος η ακαμψία των σκελών.

Διατυπώσεις μετά την σταύρωση

Ο ρωμαϊκός νόμος «De bonis damnatotum» εκχωρούσε στο δήμιο και στους εκτελεστές της σταύρωσης τα ρούχα του σταυρωμένου. 

Η ταφή απαγορευόταν για τους σταυρωμένους. Την παρείχαν μόνο στους έντιμους ανθρώπους. Οι σταυρωμένοι έμεναν κρεμασμένοι μέχρι να αποσυντεθούν και πολλές φορές γίνονταν βορά των ορνέων.

Για να εμποδίζονται οι συγγενείς στην προσπάθειά τους να παρατείνουν την ζωή του θύματος, με την ελπίδα της απονομής χάρης και της αποδέσμευσης από τον σταυρό, ενώ ακόμα ο κατάδικος ήταν ζωντανός, υπήρχε φρουρά στρατιωτών για την φύλαξή του.

Στην Παλαιστίνη επέτρεψαν την αποκαθήλωση του Ιησού από σεβασμό στην τοπική γιορτή των Ιουδαίων και στην ειδική σχετική διάταξη του νόμου τους (Δευτερονόμιο 12:13, Ιώσηπος ΙΙΙ, 4,5,2), σύμφωνα με την πολιτική της Ρώμης απέναντι στους υποτελείς λαούς.

Σκηνοθετικό λάθος στην ταινία Ο ΙΗΣΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ









Το μεγαλύτερο σκηνοθετικό λάθος που έγινε ποτέ στην ταινία του Gian Franco Corsi Zeffirelli "Ο Ιησούς από την Ναζαρέτ" 

Ο Zeffirelli ήταν Ιταλός σκηνοθέτης και παραγωγός του κινηματογράφου, του θεάτρου, της όπερας και της τηλεόρασης.

(12 Φεβρουαρίου 1923 – 15 Ιουνίου 2019)

Στην σκηνή της σταύρωσης εχει παρουσιάσει ΑΝΑΠΟΔΑ τους δύο σταυρωμένους με τον Χριστό (το είχα περιγράψει και πέρισυ αυτό. Σήμερα το ανεβάζω ξανά)

Στην ταινία ο καλός ληστής είναι στα αριστερά του Χριστού κι ο κακός ληστής ειναι στα δεξιά του Χριστού.

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, την λειτουργική πράξη και την ερμηνεία των Αγίων Πατέρων, ο μετανοήσας ληστής (ο λεγόμενος και "καλός ληστής", ο οποίος είπε το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου») ήταν σταυρωμένος στα δεξιά του Χριστού.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η αμοιβαία δημιουργική ωφέλεια της αρχαίας Εκκλησίας και της Ελληνικής Φιλοσοφίας

Πέρα από τις προκατειλημμένες και ανυπόστατες κατηγορίες Προτεσταντικών και μη Χριστιανικών ομάδων, για δήθεν καταστροφική αλλοίωση του Χριστιανισμού από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, η πραγματικότητα είναι ότι υπήρξε μόνο μια δημιουργική αλληλεπίδραση του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, που οδήγησε στην ωφέλεια αμφοτέρων, χωρίς να βλάψει κανέναν από τους δύο. 

Διαβάστε τους λόγους.

Μια κοινή κριτική του ιστορικού ορθόδοξου Χριστιανισμού είναι η αξίωση ότι ο αρχαίος χριστιανισμός αλλοιώθηκε από τις διανοητικές δυνάμεις του  “ελληνισμού". (Ο ελληνισμός, φυσικά, αναφέρεται στην επιρροή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πολιτισμού, που εξαπλώθηκε σε όλο τον μεσογειακό κόσμο μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον τέταρτο αιώνα π.Χ.). 

Συγκεκριμένα, τα δόγματα της Τριάδας και της θεότητας του Χριστού έχουν απορριφθεί ως αντιβιβλικές ιδέες που εισήχθησαν στο χριστιανισμό μέσω της διαβρωτικής επιρροής της ελληνικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα των ιδεών του Πλάτωνα. 

Τόσο πολύ καιρό πριν όπως το 1531, στο βιβλίο του, “On the Errors of the Trinity” («Στα Λάθη της Τριάδας»), ο Μιχαήλ Σερβέτος επέκρινε τους ‘Ελληνιστικούς’ όρους  που χρησιμοποιήθηκαν από τους Τριαδικούς Χριστιανούς για να εξηγήσουν την κατανόηση τους για τον Θεό. 

Πιο πρόσφατα, οι διάφοροι επικριτές του ορθόδοξου χριστιανισμού - συμπεριλαμβανομένων των Μορμόνων, των ψευδομαρτύρων του Ιεχοβά, των Μουσουλμάνων, των οπαδών της Νέας Εποχής, και των θεολογικά φιλελευθέρων - έχουν υποστηρίξει ότι η αληθινή βιβλική κατανόηση του Θεού Πατέρα, του Ιησού Χριστού, και του Αγίου Πνεύματος, αλλοιώθηκαν τον 3ο, 4ο και 5ο αιώνα, από την ελληνική φιλοσοφία και τον ειδωλολατρικό πολυθεϊσμό, οι οποίοι οδήγησαν στην ανάπτυξη των δογμάτων της Τριάδας και της θεότητας του Χριστού. 

Όμως τα ακόλουθα παραδείγματα θα τεκμηριώσουν αυτή την προσέγγιση.

1. Ο Stephen E. Robinson, καθηγητής Αρχαίων Γραφών στο Πανεπιστήμιο Brigham Young, και Μορμόνος απολογητής, γράφει:

«Οι Ευαγγελικοί έρχονται σε αυτά τα συμπεράσματα (σχετικά με την φύση του Θεού) μόνο όταν αυτοί προσπαθήσουν να επιβάλουν τις πλατωνικές τους υποθέσεις και τις κατηγορίες τους στη θεολογία των Μορμόνων (Άγιοι των Τελευταίων Ημερών)... 

Οι Μορμόνοι ενοχλούνται από το γεγονός ότι ο Θεός της χριστιανικής "ορθοδοξίας" είναι ουσιαστικά όμοιος με τον Θεό των Ελληνιστικών φιλοσόφων».

Με την συγκεκριμένη άποψη για το δόγμα της Τριάδας, ο Robinson υποστηρίζει ότι είναι βασισμένο στις: "μη βιβλικές προσπάθειες των Συνόδων του τετάρτου - και πέμπτου - αιώνα να καθορίσουν ακριβώς πώς ο Θεός είναι συγχρόνως ένας και τρεις με την χρησιμοποίηση των ελληνικών φιλοσοφικών εννοιών, κατηγοριών, και όρων."

Και ολοκληρώνει λέγοντας: "Δεν εμπιστεύομαι τους διανοούμενους της Ελληνιστικής εκκλησίας να έχουν υπολογίσει ακριβώς πώς αυτό είναι έτσι. .." 

2. Μία δημοφιλής έκδοση των ψευδομαρτύρων του Ιεχοβά, με τον τίτλο «Πρέπει να πιστεύετε στην Τριάδα;», εξηγεί την ανάπτυξη του δόγματος της Τριάδας ως εξής:

«Σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο, ακόμα και από την εποχή της Βαβυλωνίας, ήταν κοινή η λατρεία ειδωλολατρικών θεών που ήταν ομαδοποιημένοι σε τριάδες. 

Αυτή η αντίληψη επικρατούσε επίσης στην Αίγυπτο, στην Ελλάδα, και στην Ρώμη πριν από το Χριστό, στην διάρκεια της ζωής του, και μετά απ’ αυτόν. Και μετά το θάνατο των αποστόλων, αυτά τα ειδωλολατρικά πιστεύω άρχισαν να εισβάλλουν στην Χριστιανοσύνη... Μολονότι (ο Πλάτωνας) δεν δίδαξε την Τριάδα με την σημερινή της μορφή, το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του άνοιξε το δρόμο γι’ αυτήν (σελ.9,11)».

3. Οι Μουσουλμάνοι απολογητές Muhammad Ataur Rahim και Ahmad Thomson κάνουν μια παρόμοια κριτική της Τριάδας:

«Καθώς η διδασκαλία του Ιησού διαδίδονταν πέρα από τους Άγιους Τόπους, ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς και σε σύγκρουση με τους κυβερνήτες. 

Άρχισε να αφομοιώνεται και να προσαρμόζεται από αυτούς τους πολιτισμούς και άλλαξε επίσης για να μειώσει τους διωγμούς από τούς κυβερνήτες. 

Στην Ελλάδα, ειδικά, μεταμορφώθηκε, ταυτόχρονα ώστε η υπόστασή του να εκφράζεται με μια νέα γλώσσα για πρώτη φορά, και με την ευθυγράμμισή του με τις ιδέες και τις φιλοσοφίες εκείνου του πολιτισμού. 

Ήταν η πολυθεϊστική άποψη των Ελλήνων που συνέβαλε κατά ένα μεγάλο μέρος στην διατύπωση του δόγματος μιας Τριάδας, μαζί με την βαθμιαία ανύψωση του Ιησού. .. από προφήτη του Θεού σε μια ύπαρξη χωριστή, αλλά όμως αδιαίρετο μέρος του Θεού».

Τι να κάνουμε με αυτή την κριτική; Υπάρχουν στοιχεία του πλατιά εξαπλωμένου "Ελληνισμού" μέσα στην αρχαία εκκλησία; Εάν ναι, αυτό σημαίνει ότι τα κεντρικά δόγματα της χριστιανικής πίστης αλλοιώθηκαν στην διαδικασία;

Ό,τι γνωρίζουμε είναι αυτό: Ο "Ελληνισμός" ήταν μια πολιτιστική δύναμη που άγγιξε τις περισσότερες περιοχές στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο. 

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο χριστιανισμός προέκυψε στο μεσογειακό κόσμο, δεν είναι έκπληξη ότι οι πρώτοι Χριστιανοί έπρεπε να εξετάσουν τα αποτελέσματά του. 

Ξέρουμε ότι μεταξύ των πρώτων Χριστιανών υπήρξαν διάφορες αντιδράσεις στην ελληνιστική φιλοσοφία. 

Ο Τερτυλλιανός, παραδείγματος χάριν, υποστήριξε ότι ο χριστιανισμός και η ελληνική φιλοσοφία δεν έχουν τίποτα κοινό. 

Αφ' ετέρου, ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας αισθάνθηκε αρκετά άνετα να κάνει συγκρίσεις μεταξύ του χριστιανισμού και της ελληνικής φιλοσοφίας προκειμένου να προσελκύσει Ελληνιστικούς ειδωλολάτρες στο Ευαγγέλιο. 

Ο Ιουστίνος δεν ήταν μόνος στην προσπάθεια να δημιουργηθούν γέφυρες από την ελληνική φιλοσοφία στον χριστιανισμό. 

Όπως ο Ιουστίνος, πολλοί πρώτοι Χριστιανοί ήταν πρόθυμοι να δανειστούν ορισμένους όρους και ιδέες από τον πολιτιστικό κόσμο της εποχής τους προκειμένου να μεταδοθεί το Ευαγγέλιο σε εκείνους γύρω από αυτούς. 

Αυτό σημαίνει ότι, κατά την διαδικασία, επιτράπηκε στις Ελληνιστικές ιδέες να εισέλθουν στο μήνυμα του Ευαγγελίου και να διαστρεβλωθεί το αληθινό νόημά του; Αν και αυτό είναι μια κοινή κριτική του ορθόδοξου χριστιανισμού, μπορεί να αποδειχθεί ότι, στην πραγματικότητα, είναι ένα επιχείρημα χωρίς κανένα  πραγματικό θεμέλιο. 

Τα ακόλουθα τέσσερα σημεία θα χρησιμεύσουν να αποκαλύψουν τις αδυναμίες αυτής της άποψης.

Α. Ο εβραϊκός κόσμος, από τον οποίο ο χριστιανισμός προέκυψε, ήταν ήδη αγγιγμένος από τον ελληνισμό πριν από την γέννηση του Χριστού.

Οι επικριτές που χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα το κάνουν συχνά να ακούγεται σαν η ζωή και ο πολιτισμός του Ιησού και των πρώτων μαθητών να ήταν άθικτοι από τον Ελληνισμό, και ότι μόνο στους μετέπειτα αιώνες του επιτράπηκε να "μολύνει" την εκκλησία. 

Εντούτοις, ξέρουμε από την ιστορία ότι απλά δεν έχουν έτσι τα γεγονότα. 

Στην πολύ καλή μελέτη του, “Judaism and Hellenism” («Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός»), ο Martin Hengel έχει δείξει ότι, από τα μέσα του τρίτου π.Χ. αιώνα, η εβραϊκή Παλαιστίνη είχε ήδη δοκιμάσει τα αποτελέσματα του ελληνισμού με διάφορους τρόπους.

 Παραδείγματος χάριν: 

(1) Κάτω από την Πτολεμαϊκή βασιλεία, οι Εβραίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν διάφορες μορφές Ελληνιστικής κυβέρνησης και διοίκησης,  

(2) Ως κατοίκους ενός σημαντικού παράκτιου τμήματος γης, η Παλαιστίνη εξυπηρέτησε ως ένα σταυροδρόμι για το διεθνές εμπόριο, το οποίο έφερε πολλούς ελληνιστές εμπόρους στην περιοχή,  

(3) Η ελληνική γλώσσα - η κοινή γλώσσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας - έγινε ένα μέρος του εβραϊκού πολιτισμού (και έγινε η γλώσσα της Καινής Διαθήκης!), 

(4) Οι ελληνικές εκπαιδευτικές τεχνικές υιοθετήθηκαν, εν μέρει, από τους Εβραίους. 

Κατά συνέπεια, η ιδέα ενός αγνού Ιουδαϊσμού, άθικτου από τον ελληνισμό, που «γεννάει» έναν εξίσου άθικτο αρχαίο Χριστιανισμό ο οποίος αργότερα "αλλοιώθηκε" από τον ελληνισμό είναι απλά μία αναληθής ιστορική εικόνα.

Β. Οι πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η επιρροή του ελληνισμού στους διάφορους λαούς στον αρχαίο κόσμο ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος επιφανειακή, και προσέλκυσε πρώτιστα την άρχουσα τάξη και εκείνους με πολιτικές και διοικητικές φιλοδοξίες.

Στην ογκώδη μελέτη του για την Ελληνιστική περίοδο, ο Peter Green καταδεικνύει ότι τα αποτελέσματα του ελληνισμού στους τοπικούς πολιτισμούς στον αρχαίο κόσμο, λειτούργησαν σαν ένα αναγκαστικό πολιτιστικό «επίχρισμα» πάνω σε μια κατά τ’ άλλα υγιή και διακριτή παραδοσιακή κοσμοθεωρία. 

Ο G.W.Bowersock έχει έρθει σε παρόμοια συμπεράσματα:

«Η διατήρηση όλων αυτών των τοπικών παραδόσεων δείχνει ότι δεν υπήρξε παρά ένας επιφανειακός Εξελληνισμός ενός μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας, της Εγγύς Ανατολής, και της Αιγύπτου.... (Ο ελληνισμός) ήταν ένα μέσο όχι απαραιτήτως αντίθετο στις τοπικές ή γηγενείς παραδόσεις. Αντίθετα, παρείχε έναν νέο και πιο εύγλωττο τρόπο για να εκφραστούν αυτές».

Αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν το γεγονός ότι ο ελληνισμός δεν έτεινε να διεισδύει και να "διαφθείρει" τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις του αρχαίου κόσμου. 

Μάλλον, οι άνθρωποι διατήρησαν τις θρησκευτικές παραδόσεις τους παρά την Ελληνιστική επιρροή σε άλλους τομείς των ζωών τους. Αυτό οδηγεί στην τρίτη παρατήρηση.

Γ. Αν και ο Ιουδαϊσμός και ο αρχαίος Χριστιανισμός επηρεάστηκαν από τον περιβάλλοντα πολιτισμό με ορισμένους τρόπους, φρούρησαν επιμελώς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους από τις Ελληνιστικές ειδωλολατρικές επιρροές, ακόμη και μέχρι το σημείο του μαρτυρίου.

Ερχόμαστε τώρα στην καρδιά του ζητήματος. Η ιστορική και η αρχαιολογική απόδειξη δείχνει ότι και ο Ιουδαϊσμός και ο αρχαίος Χριστιανισμός φρούρησαν προσεκτικά τις θρησκευτικές απόψεις τους από τον περιβάλλοντα Ελληνιστικό πολιτισμό. 

Παραδείγματος χάριν, όσον αφορά τον Ιουδαϊσμό, η αρχαιολογική εργασία του Eric Meyers στην πόλη Sepphoris στην Άνω Γαλιλαία του πρώτου αιώνα αποκαλύπτει ότι, παρά την Ελληνιστική επιρροή στα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα, ο Ιουδαϊκός λαός διατήρησε μια αυστηρή τήρηση της Τορά (του Μωσαϊκού Νόμου).

Όταν ερχόμαστε στον αρχαίο Χριστιανισμό, είναι σαφές ότι οι θρησκευτικές επιρροές μάλλον είναι εβραϊκές, παρά ελληνιστικές ειδωλολατρικές. 

Η ουσία του Χριστιανικού Ευαγγελίου δεν είναι τίποτα περισσότερο ούτε λιγότερο από την εκπλήρωση όλων των διαθηκικών υποσχέσεων της Παλαιάς Διαθήκης μέσω του αναμενόμενου για καιρό Εβραίου Μεσσία. 

Είναι το αποκορύφωμα της ιστορίας των σχέσεων του Γιάχουε (Yahweh)-Θεού με τον εβραϊκό λαό μέσω μιας σειράς διαθηκών, που καταλήγουν στην Νέα Διαθήκη του Ιησού Χριστού. 

Είναι μία Εβραϊκή κοσμοθεωρία που εξουσιάζει το Ευαγγέλιο, όχι αυτή της ειδωλολατρίας. 

Τα συμπεράσματα του Gregory Dix σχετικά με το θέμα του Εξελληνισμού του Ευαγγελίου επιβεβαιώνουν αυτήν την αξίωση: Ο κεντρικός πυρήνας του Ευαγγελίου αποτελείται από "έναν Εβραϊκό Μονοθεϊσμό και ένα Εβραϊκό Μεσσιανισμό και μία Εβραϊκή Εσχατολογία,  τα οποία εκφράζονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο λατρείας και ηθικής."

Αυτό το συμπέρασμα συγκρούεται με αυτό που ήταν μια δημοφιλής άποψη χριστιανικής προέλευσης στις αρχές του εικοστού αιώνα. 

Αυτή η άποψη, που έχει μια ομάδα, κριτικών μελετητών γνωστών ως "Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών", υποστήριξε ότι πολλές αρχαίες χριστιανικές πεποιθήσεις και πρακτικές είχαν δανειστεί πραγματικά από τις Ελληνιστικές ειδωλολατρικές "μυστηριακές λατρείες." 

Τα τελευταία χρόνια, εντούτοις, αυτή η άποψη έχει εγκαταλειφθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από τους λόγιους. 

Τα στοιχεία τώρα καταδεικνύουν ότι ο αρχαίος Χριστιανισμός γίνεται καλύτερα κατανοητός καθώς αναδύεται από τον Εβραϊκό κόσμο σκέψης. 

Στο βιβλίο του, “Christianity and the Hellenistic World” («Ο Χριστιανισμός και ο Ελληνιστικός Κόσμος»), ο φιλόσοφος Ronald Nash απορρίπτει τους ισχυρισμούς της "Σχολής της Ιστορίας των Θρησκειών". 

Τα συμπεράσματά του είναι αξιοσημείωτα:

«Ήταν ο αρχαίος Χριστιανισμός μια συγκρητιστική πίστη; Δανείστηκε οποιαδήποτε από τις ουσιώδεις πεποιθήσεις και πρακτικές του είτε από την Ελληνιστική φιλοσοφία ή θρησκεία ή από τον Γνωστικισμό; Τα στοιχεία απαιτούν αυτή η ερώτηση να απαντηθεί αρνητικά».

Το συμπέρασμα του Nash ταιριάζει με τα συμπεράσματα πολλών άλλων. 

Η εργασία των ιστορικών και βιβλικών μελετητών, όπως των Ν. Τ. Wright και David Flusser επιβεβαιώνουν ότι ο Ιουδαϊσμός του πρώτου αιώνα, είναι το κατάλληλο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κατανοηθεί η άνοδος του αρχαίου Χριστιανισμού. 

Είναι αλήθεια ότι ο Χριστιανισμός τελικά ήρθε σε ρήξη με τον Ιουδαϊσμό. 

Αντίθετα από τον Ιουδαϊσμό, κατάλαβε τον Θεό ως τρισυπόστατη ύπαρξη, και τον Μεσσία να είναι ταυτόχρονα θείος και ανθρώπινος. 

Εντούτοις, αυτές οι θεολογικές προοπτικές είχαν την ρίζα τους στην εμπειρία των πρώτων Εβραίων Χριστιανών όπως καταγράφονται στην Καινή Διαθήκη. 

Όπως ο Dix έχει σημειώσει, "ο Χριστιανισμός έπαψε να είναι Ιουδαϊκός, αλλά με αυτόν τον τρόπο δεν έγινε Ελληνικός. Έγινε ο εαυτός του - Χριστιανισμός".

Δ. Πολλά από τα κεντρικά στοιχεία του Ευαγγελίου είναι διαμετρικά αντίθετα στην Ελληνιστική νοοτροπία

Αυτή η αξίωση μπορεί να αποδειχθεί με τα εξής παραδείγματα: 

Κατ' αρχάς, όπως ο Ιουδαϊσμός, το Χριστιανικό Ευαγγέλιο πιστοποιεί ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα "από το τίποτα" ("ex nihilo"). 

Αυτό είναι αντίθετο προς την Ελληνική άποψη της προϋπάρχουσας αιώνιας ύλης. 

Δεύτερον, δεδομένου ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της ύλης, ο Χριστιανισμός (με τον Ιουδαϊσμό) καταλαβαίνει την ύλη γενικά, και το ανθρώπινο σώμα ειδικότερα, σαν "πολύ καλά" (Γένεση 1:31). 

Η Ελληνιστική κοσμοθεωρία κατανοούσε την ύλη ως κάτι αμφισβητήσιμο στην καλύτερη περίπτωση -  εάν όχι εντελώς κακή. 

Το σώμα το θεωρούσαν κάτι σαν ένας αφύσικος τάφος, μέσα στον οποίο η αιώνια ανθρώπινη ψυχή παγιδεύτηκε προσωρινά μέχρι να απελευθερωθεί από τον θάνατο. 

Λαμβανομένου υπόψη ότι, με τον Ιουδαϊσμό, ο Χριστιανισμός διακήρυττε ότι το να είσαι άνθρωπος σήμαινε να έχεις ένα σώμα, και έτσι ότι θα βιώσουμε την ανάσταση του σώματος (ένα άφθαρτο σώμα!) στην μετά θάνατον ζωή, η Ελληνική άποψη της μετά θάνατον ζωής ήταν η ελευθερία από το σώμα.

Μερικοί έχουν σημειώσει τις ομοιότητες μεταξύ ορισμένων ελληνικών συστημάτων ηθικής και των διδασκαλιών της Καινής Διαθήκης πάνω στην ηθική. 

Εντούτοις, ακόμη και εδώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές. 

Ενώ κάποιος μπορεί να προσδιορίσει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως οι λογοτεχνικές μορφές και οι βασικοί ηθικοί κώδικες, υπάρχουν προεξέχουσες διαφορές στο κίνητρο (οι Χριστιανοί παρακινούνται από το σεβασμό για το Θεό και την κλήση Του στην αγιότητα, οι Έλληνες από την αυτονόητη "λογική") και τα μέσα για να ζήσεις μια ηθική ζωή (οι Χριστιανοί ενδυναμώνονται από το Άγιο Πνεύμα, οι Έλληνες στηρίζονται επάνω στην έμφυτη σοφία και ικανότητά τους). 

Τελικά, αντίθετα από την ελληνική φιλοσοφική άποψη, η ελπίδα του ουρανού αποτελεί την βάση για τους Χριστιανούς ώστε να εμμένουν κάτω από ηθική πίεση.

Τέλος, πρέπει να εξετάσουμε τον ισχυρισμό ότι τα δόγματα της θεότητας του Χριστού και της Τριάδας είναι μεταγενέστερες ελληνιστικές ειδωλολατρικές διαφθορές του αρχαίου και "καθαρού" χριστιανισμού. 

Δύο απαντήσεις θα αρκέσουν να παρουσιάσουν τις αδυναμίες αυτών των ισχυρισμών. 

Κατ' αρχάς, οι ισχυρισμοί εκείνων όπως οι Μορμόνοι και οι Μάρτυρες του Ιεχοβά, ότι ο Χριστιανισμός της Καινής Διαθήκης διαφθάρηκε από την μεταγενέστερη Ελληνιστική επιρροή αποτυγχάνουν να υπολογίσουν το γεγονός ότι είναι τα ίδια τα στοιχεία της Καινής Διαθήκης που οδήγησαν τους πρώτους Χριστιανούς πατέρες να ομολογήσουν την θεότητα του Χριστού και την Τριαδικότητα του Θεού. 

Λόγοι χώρου δεν επιτρέπουν μια λεπτομερή βιβλική υπεράσπιση αυτών των δογμάτων.

Δεύτερον, η πρόσφατη έρευνα έχει αποδείξει ότι η αρχαία Χριστιανική ιδέα της θεότητας του Χριστού αναπτύχθηκε όχι σε ένα Ελληνιστικό πλαίσιο αλλά σε έναν ευδιάκριτα Εβραϊκό κόσμο σκέψης. 

Ο Richard Bauckham, ένας λόγιος αυτού του σχετικά νέου κινήματος μελετητών (μερικές φορές γνωστού ως "Νέα Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών") δηλώνει αυτά τα συμπεράσματα συνοπτικά:

«Όταν η Χριστολογία της Καινής Διαθήκης διαβάζεται με αυτό το εβραϊκό θεολογικό πλαίσιο στο μυαλό, γίνεται σαφές ότι, από το πιο πρώιμο ξεκίνημα της  μετα-Πασχάλιας Χριστολογίας και μετά, οι πρώτοι Χριστιανοί περιέλαβαν τον Ιησού, ακριβώς και σαφώς, μέσα στην μοναδική ταυτότητα του ενός Θεού του Ισραήλ…

Η πιο πρώιμη Χριστολογία ήταν ήδη η υψηλότερη Χριστολογία».

Τελικά, αν και η αξίωση ότι η αρχαία Χριστιανική πίστη και πρακτική διαφθάρηκαν από την Ελληνιστική επιρροή, υποστηρίζεται συνήθως από τους επικριτές του ορθόδοξου χριστιανισμού, τα ιστορικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν αυτήν την αξίωση. 

Μάλλον, φρούρησε αυστηρά την μοναδική θρησκευτική ταυτότητά της στην μέση της θρησκευτικής και φιλοσοφικής ποικιλομορφίας του αρχαίου Μεσογειακού κόσμου.