Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Πρωτομαγιά: εργατική, αποκρυφιστική και παγανιστική γιορτή

Η Πρωτομαγιά, αν και σήμερα εορτάζεται κυρίως ως εργατική αργία, έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Ελλάδα, ενώ η Ορθόδοξη παράδοση την αντιμετωπίζει είτε αδιάφορα είτε ως ευκαιρία για πνευματική αναφορά, απορρίπτοντας τα ειδωλολατρικά στοιχεία.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν την έλευση του Μαΐου (που ονομαζόταν Ανθεστηριώνας ή Θαργηλιώνας) ως την "νίκη" του καλοκαιριού κατά του χειμώνα (άρες μάρες κουκουνάρες). 

Η γιορτή ήταν αφιερωμένη στην θεά της γεωργίας Δήμητρα και την κόρη της, Περσεφόνη, η οποία επιστρέφει από τον Άδη στην γη, φέρνοντας την ανθοφορία.

Οι νέες κοπέλες στόλιζαν τα μαλλιά τους με λουλούδια και έφτιαχναν στεφάνια (Ανθεσφόρια), που αποτελούν την αρχαία ρίζα του σημερινού Μαγιάτικου στεφανιού. 

Σε κάποιες περιοχές, η γιορτή είχε διονυσιακό χαρακτήρα, με έθιμα που συμβόλιζαν την αναγέννηση της φύσης, όπως η αναβίωση του "νεκρού" Διονύσου που "ανασταίνεται".

Στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο, οι νέοι διακοσμούσαν ένα πράσινο κλαδί με λουλούδια, φρούτα και κορδέλες, συμβολίζοντας την γονιμότητα.

Οι ορθόδοξοι πατέρες της εκκλησίας αντιμετωπίζουν την αναβίωση των αρχαίων εθίμων ως "νεοπαγανισμό". 

Θεωρούν ότι η αποθέωση της φύσης και τα μαγικά τελετουργικά (όπως το πήδημα πάνω από φωτιές) έρχονται σε αντίθεση με την χριστιανική πίστη.

Το "κέρδος" τους είναι συμβολικό, τελετουργικό κι άνευ ουσίας. Είναι μια προσπάθεια να "εξασφαλίσουν" μια καρποφόρα, ασφαλή και τυχερή νέα σεζόν, συμμετέχοντας στον ρυθμό της φύσης.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, από την αρχαιότητα, πολέμησαν την λατρεία της φύσης ("ειδωλολατρία") και τόνισαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να λατρεύει τον Δημιουργό (Θεό) και όχι τα δημιουργήματά Του (λουλούδια, φύση).

Γενικά η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην Πρωτομαγιά δεν βασίζεται σε κάποια επίσημη απαγόρευση, αλλά στο γεγονός ότι η ημέρα αυτή θεωρείται κοσμική αργία (εργατική πρωτομαγιά) και παγανιστική εορτή. 

Τα σοβαρά στοιχεία που καθιστούν την Πρωτομαγιά ξένη προς την Ορθόδοξη παράδοση είναι τα εξής: 

Τα έθιμα της ημέρας, όπως το πλέξιμο του στεφανιού, αποτελούν κατάλοιπα της αυθόρμητης λατρείας της φύσης, η οποία θεωρείται πνευματικά άστοχη για έναν Χριστιανό. 

Στην ελληνική λαογραφία, ο μήνας Μάιος και ειδικότερα η πρώτη του μέρα συνδέονται με πολλές δεισιδαιμονίες, μάγια και την πεποίθηση ότι είναι εποχή που "πιάνουν" οι μάγισσες, στοιχεία που καταδικάζονται από την Εκκλησία. 

Ως εργατική γιορτή, η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε το 1889 ως ημέρα διεκδικήσεων, με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, απέχοντας από το πνευματικό περιεχόμενο των εορτών της Εκκλησίας, αν και υπάρχουν απόψεις ότι έχει συνδεθεί και με θεωρίες συνωμοσίας και με αποκρυφιστικές ομάδες. 

Η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε κυρίως ως ημέρα μνήμης της εξέγερσης των εργατών του Σικάγο το 1886 για το οκτάωρο.

 Στους ισχυρισμους για την σύνδεση της με τους "Ιλλουμινάτι" οι σιωνιστές απαντούν ότι ανήκουν στην σφαίρα της συνωμοσιολογίας και της "σκοτεινής" αποκρυφιστικής παράδοσης.

Πάντως πολλές από τις μεγάλες χριστιανικές εορτές έχουν ρίζες σε αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, καθώς η Εκκλησία συχνά επέλεγε να "εκχριστιανίσει" προϋπάρχουσες γιορτές για να διευκολύνει την αποδοχή της νέας θρησκείας.

Οι κυριότερες γιορτές με παρόμοιο υπόβαθρο περιλαμβάνουν:

1. Τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου)

Η ημερομηνία αυτή συνέπιπτε με σημαντικές παγανιστικές εορτές του χειμερινού ηλιοστασίου:

Saturnalia (Σατουρνάλια): Ρωμαϊκή γιορτή προς τιμήν του Κρόνου.

Dies Natalis Solis Invicti: Η ημέρα γέννησης του "Αήττητου Ήλιου".

Yule: Παγανιστική γιορτή των βόρειων λαών για την επιστροφή του φωτός. 

2. Το Πάσχα (Pascha)

Αν και η θεολογική βάση είναι το Εβραϊκό Πάσχα, πολλά έθιμα και η ονομασία (σε κάποιες γλώσσες) συνδέονται με την άνοιξη:

Ostara: Γιορτή της εαρινής ισημερίας προς τιμήν της θεάς Εostre (από όπου προέρχεται το όνομα "Easter").

Τα αυγά και οι λαγοί αποτελούν αρχαία σύμβολα αναγέννησης της φύσης. 

3. Τα Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)

Συνδέονται με τον αγιασμό των υδάτων, ένα στοιχείο που υπήρχε σε αρχαίες τελετουργίες καθαρμού.

Στην αρχαιότητα υπήρχαν παρόμοιοι εορτασμοί για την επιφάνεια θεών.

Οι λαϊκές παραδόσεις με τους καλικάντζαρους του Δωδεκαημέρου έχουν έντονο δαιμονολογικό και παγανιστικό χαρακτήρα. 

4. Την γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου)

Η γιορτή αυτή τοποθετήθηκε κοντά στο θερινό ηλιοστάσιο.

Το έθιμο με τις φωτιές (Κλήδονας) είναι καθαρά παγανιστικό κατάλοιπο ηλιολατρικών τελετών για την δύναμη του ήλιου. 

5. Τα αναστενάρια (21 Μαΐου)

Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην Βόρεια Ελλάδα (γιορτή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης).

Περιλαμβάνει την πυροβασία και εκστατικούς χορούς που θεωρείται ότι έχουν ρίζες στις διονυσιακές λατρείες. 

6. Τις Απόκριες

Αποτελούν την πιο ξεκάθαρη επιβίωση των Διονυσιακών εορτών (όπως τα Ανθεστήρια), με την χρήση μασκών, την σάτιρα και την κατάλυση των κοινωνικών κανόνων πριν από την νηστεία της Σαρακοστής. 

Πολλές από αυτές τις παραδόσεις επιβιώνουν σήμερα ως λαογραφικά έθιμα, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να τονίζει το πνευματικό τους περιεχόμενο απομονώνοντας τις μαγικές ή δεισιδαιμονικές πτυχές τους.

Η Εκκλησία δεν υιοθέτησε αυτά τα στοιχεία τυχαία, αλλά εφάρμοσε μια στρατηγική που ονομάζεται "εκχριστιανισμός". Η λογική πίσω από αυτή την πρακτική έχει τρεις κύριους πυλώνες:

Α. Η Θεωρία της "Παιδαγωγίας"

Οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος) πίστευαν ότι ήταν αδύνατο να ξεριζωθούν απότομα πανάρχαιες συνήθειες αιώνων. Έτσι, προτίμησαν να "βαπτίσουν" τις γιορτές:

Αντί να απαγορεύσουν την γιορτή του Ήλιου (25 Δεκεμβρίου), τοποθέτησαν εκεί την γέννηση του Χριστού, τον οποίο ονόμασαν "Ήλιο της Δικαιοσύνης".

Ο στόχος ήταν να αλλάξει το αντικείμενο της λατρείας, ενώ η μορφή παρέμενε οικεία στον λαό.

Β. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι ο Χριστιανισμός "προσλαμβάνει" τον κόσμο για να τον μεταμορφώσει. Δηλαδή, παίρνει κάτι "γήινο" ή "σκοτεινό" (όπως οι φωτιές ή τα στεφάνια) και του δίνει ένα νέο, ιερό νόημα.

Παράδειγμα: Το αυγό από σύμβολο γονιμότητας των αρχαίων, έγινε σύμβολο του κενού Τάφου και της Ανάστασης.

Γ. Η Διάκριση "Λατρείας" και "Εθίμου"

Η επίσημη θέση της Εκκλησίας διαχωρίζει την Δογματική Πίστη από την Παράδοση (Λαογραφία):

Ανέχεται τα έθιμα (π.χ. το μαγιάτικο στεφάνι ή τον Κλήδονα) ως "λαϊκά δρώμενα", αρκεί να μην θεωρούνται από τους πιστούς ως θρησκευτικά μυστήρια.

Όταν όμως ένα έθιμο αγγίζει την μαγεία ή την δεισιδαιμονία (π.χ. τα Αναστενάρια), η Εκκλησία συχνά παίρνει αποστάσεις ή τα καταδικάζει ως "ειδωλολατρικά υπολείμματα".

Γιατί όμως η Πρωτομαγιά παραμένει "στο στόχαστρο";

Ενώ τα Χριστούγεννα "απορροφήθηκαν" πλήρως, η Πρωτομαγιά παρέμεινε "αβάπτιστη" για δύο λόγους:

Δεν συνδέθηκε ποτέ με κάποιο κεντρικό εκκλησιαστικό γεγονός.

Η φύση της (έμφαση στην σαρκική χαρά, την μέθη και την βλάστηση) θεωρείται ότι προάγει μια "υλιστική" θεώρηση της ζωής που έρχεται σε σύγκρουση με την ασκητική φύση της Ορθοδοξίας.

Όσον αφορά το μαγιάτικο στεφάνι δεν θεωρείται "επικίνδυνο" με την έννοια της άμεσης απαγόρευσης, αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία το αντιμετωπίζει με επιφύλαξη επειδή συνδυάζει παγανιστικά κατάλοιπα με δεισιδαιμονίες που αγγίζουν τα όρια της μαγείας. 

Συγκεκριμένα, οι λόγοι που το καθιστούν πνευματικά "επίφοβο" είναι ότι σε πολλές περιοχές, το στεφάνι δεν είναι απλώς διακοσμητικό. Συνοδεύεται από αντικείμενα όπως σκόρδο (για το μάτι), αγκάθια (για τους εχθρούς) ή τσουκνίδες. Αυτή η χρήση του ως "μαγικού φυλακτού" για προστασία του σπιτιού έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πίστη στην πρόνοια του Θεού. 

Η Εκκλησία ανησυχεί (δεν φοβάται) μήπως ο πιστός διολισθήσει σε μια μορφή φυσιολατρίας, ξεχνώντας τον Κτίστη (Θεό) για χάρη της κτίσης. 

Το γεγονός ότι το στεφάνι φυλάσσεται μέχρι τις 24 Ιουνίου (του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα) για να καεί στις φωτιές, θεωρείται καθαρά παγανιστική τελετουργία κάθαρσης και μαντείας που δεν έχει καμία θέση στη χριστιανική ζωή. 

Επειδή η Πρωτομαγιά συμπίπτει συχνά με την περίοδο του Πάσχα, η έμφαση στην "αναγέννηση της φύσης" μέσω του στεφανιού μπορεί να επισκιάσει το νόημα της Ανάστασης του Χριστού, που είναι η μόνη αληθινή αναγέννηση για τον χριστιανό. 

Στην πράξη, η Εκκλησία το ανέχεται ως λαογραφικό έθιμο, αλλά προειδοποιεί όταν αυτό αρχίζει να θεωρείται απαραίτητο για την "τύχη" ή την "προστασία" του σπιτιού, υποκαθιστώντας την προσευχή και τα μυστήρια. 

Την 1η Μαΐου γιορτάζουν ο Προφήτης Ιερεμίας, ο Ιερομάρτυρας Βατάς, και οι Οσιομάρτυρες Ακάκιος, Ευθύμιος και Ιγνάτιος.

Η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μια ορθολογική κοινωνία χωρίς θαύματα, και η επιστροφή στα παγανιστικά έθιμα είναι μια επιστροφή σε σκοταδιστικές δοξασίες.

Υπήρχαν προχριστιανοί φιλόσοφοι στην αρχαία μονοθεϊστική Ελλαδα;

Ο Θεός, ως "Φως Αληθινό", σε κάποιο βαθμό "φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον" (Ιωάννης 1/α: 9). 

Και από τον φωτισμό αυτό, δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι Εβραίοι (δια των προφητών τους), αλλά ούτε και οι Έλληνες (δια των Φιλοσόφων τους). 

Γι' αυτό και παρά την Πολυθεϊστική άγνοια του αρχαιοελληνικού πλήθους, κάποιοι Φιλόσοφοι ανάμεσά τους, προσέγγισαν σωστά τον Θεό, ως ΕΝΑΝ. 

Βεβαίως η Χριστιανική αλήθεια δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί στον άνθρωπο από τον Ίδιο τον Θεό. 

Γι' αυτό και οι αρχαίοι μας πρόγονοι δεν είχαν ακόμα συλλάβει την απόλυτη διάκριση μεταξύ κτιστού κόσμου και Ακτίστου Θεού. 

Ο Μονοθεϊσμός τους, ήταν κυρίως Πανθεϊστικού χαρακτήρα, για την πλειονότητα των Φιλοσόφων, εφ' όσον συνέχεαν την Θεϊκή Ουσία με την ουσία των κτισμάτων και θεωρούσαν τα κτίσματα ως "απόρροια" της Ουσίας του Θεού. 

Παρ' όλα αυτά, δεν παύει να εντυπωσιάζει το μέγεθος της οξύνοιάς τους, να μιλούν για "Έναν Θεό", σε μια τόσο σκοτεινή εποχή, κατά την οποία ο απλός λαός ήταν δέσμιος των δαιμονίων του Πολυθεϊσμού, και των πολυθεϊστικών ιερατείων. 

Είναι χαρακτηριστική αυτή η οξύνοια, των Μονοθεϊστών αρχαίων Φιλοσόφων, που ήταν τόσο μπροστά από την εποχή τους.

Από την πρώτη εμφάνιση της ελληνικής θρησκείας στο προσκήνιο της ιστορίας, ο οξυδερκής μελετητής διαβλέπει να υπάρχουν δύο κατευθύνσεις: Μια μονοθεϊστική και μια πολυθεϊστική. 

Είναι λάθος λοιπόν να προσπαθούν ορισμένοι να αποδείξουν μόνο πολυθεϊστική την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και να μισούν τον μονοθεϊσμό, διότι έτσι μισούν και την αρχαία Ελλάδα. 

Οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα καλλιέργησαν μονοθεϊστικές αντιλήψεις.

Οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, προετοίμασαν, έστω και σκιωδώς, την είσοδο του Χριστιανισμού στην ιστορία ως μοναδικής αλήθειας του σύμπαντος κόσμου.

Ο σπουδαίος θρησκειολόγος, αείμνηστος Λεωνίδας Φιλιππίδης, στο μεγαλειώδες έργο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ αναφέρει χαρακτηριστικά αποσπάσματα της Ορφικής Θεολογίας, δια της οποίας εξαίρεται η μοναδικότητα ενός Θεού και έμεσσα και το Τριαδικόν αυτού, πολύ πριν ο Όμηρος παρουσιάσει στα έξοχα επικά του ποιήματα την πολυθεΐα της αρχαίας Ελλάδος.

Χαρακτηριστικά είναι τα κάτωθι σημεία και χωρία της ορφικής θεολογίας (αντλημένα από την προαναφερθείσα μελέτη):

Εις δε Λόγον θείον βλέψας, τούτω προσέδρευε…

μούνον (μόνον) δ’ εσόρα κόσμοιο άνακτα

Εις εστ’ αυτογενής. ενός έκγονα πάντα τέτυκται,

Εν δ’ αυτοίς αυτός περιγίγνεσθαι . ουδέ τις αυτόν

Εισοράα θνητών, αυτός δε γε πάντας οράται….

Ουδέ τις εσθ’ έτερος χωρίς μεγάλου βασιλήος.

Αυτόν δ’ ουχ ορόω . περί γαρ νέφος εστήρικται….

Ούτος γαρ χάλκειον ες ουρανόν εστήρικται

Χρυσέω εινί θρόνω, γαίης δ’ επί ποσί βέβηκε…..

Ουρανόν ορκίζω σε Θεού μεγάλου σοφού έργον,

Αυδήν ορκίζω σε Πατρός, την φθέγξατο πρώτον

Ηνίκα κόσμον άπαντα εαίς στηρίξατο βουλαίς

Δηλαδή (σε ελεύθερη απόδοση): "Ένας υπάρχει Θεός, αυτός μόνος βασιλιάς του κόσμου, μέγας βασιλιάς, ένας και αυτογενής και κανείς άλλος εκτός απ’ αυτόν, που έχει τον ουρανόν θρόνο και την γη χαλί για τα πόδια του. 

Ο ουρανός είναι ποίημα μεγάλου Θεού και σοφού, που δημιούργησε τα πάντα δια του Λόγου του".

Ο ένας αυτός Θεός ονομάζεται και Φάνης, γατί ακτινοβολεί το φως, και καλείται επίσης "Πρωτόγονος" γιατί δεν υπήρχε κάτι πριν απ’ αυτόν, αλλά απ’ αυτόν έγιναν τα πάντα, και πρώτος αυτός εκ του απείρου υπήρξε και εφάνη προαιωνίως. 

Χαρακτηρίζεται: αληθής, υπέρχρονος, αθάνατος, αυτόζωος, αυτοπάτωρ, "δια της μιας αυτού τριωνύμου δυνάμεως (βουλή, φως και ζωοδοτήρ) τα πάντα δημιουργήσας, ορατά και αόρατα, αρχή μέσον και τέλος, μόνος του κόσμου άναξ, δαίμονες ον φρίσσουσι, τα πάντα βλέπων αυτός, αλλ’ αόρατος εις τους θνητούς, τω νω μόνον ορατός, ο νους ο νοητός και το αποστίλβον φως το νοητόν….  

Και συνεχίζει ο σοφός καθηγητής την έρευνά του λέγοντας ότι Ζεύς δεν είναι μόνο το όνομα του υψίστου των θεών του ομηρικού πανθέου, στον οποίον εκδηλώνεται η υπέρ των πολλών θεών μονοθεϊζουσα ανάταση και έξαρση της αρχαιοελληνικής θρησκευτικότητας προς τον υπέρθεο Ένα. ούτε είναι Ζεύς ένα όνομα μεταξύ πολλών για να διακρίνεται απ’ αυτούς, δεν είναι στοιχείο του πολυθεϊσμού, όπως εκ πρώτης όψεως συμπεραίνεται. 

Ζεύς-Δεύς είναι ήδη από την προομηρική πρωτοελληνική εποχή κάτι πολύ περισσότερο και ασυγκρίτως υπέρτερο.

Είναι η ανώνυμη έκφραση της ουσίας του Υπέρτατου Όντος, ενός και μόνου Θεού, είναι δηλαδή στοιχείο μονοθεϊζουσας πίστης. 

Δεύς είναι ο ύψιστος Θεός της παναρχαιότατης περί τον Δωδωναίον χώρον πρωτοελληνικής περιόδου, ο πολιτισμός της οποίας ακτινοβολεί σε όλο το μεσογειακό χώρο… 

Την ανώνυμη αυτή υπέρθεο έννοια συναντάμε και στον πολύ μεταγενέστερο του πρωτοελληνικού Κρητομυκηναϊκό πολιτισμό της προομηρικής περιόδου, αλλά αποδίδεται εκεί σε θηλυκή θεότητα ανώνυμη, προς υπογράμμιση της δημιουργικής και γονιμοποιού δυνάμεως του θείου.

Η λέξη Ζεύς ή Δεύς (Deus) είναι ο προομηρικός (πρωτοελληνικός) τύπος της λέξεως Θεός, κοινή σε όλους τους Αρίους (=ευγενείς) λαούς της Ινδοαρίας ή Ινδοευρωπαϊκής ιαπετικής οικογένειας, η αρχικά ύψιστη θεότητα των αδιαιρέτων (ακόμη) Αρίων, από τη ρίζα div – diF (πρβλ. λέξεις: dies, δίος, ευ-δία), που σημαίνει φως. 

Σημαίνει μάλιστα: Φαέθων, πάμφωτος, Αυτόφως, πηγή φωτός. 

Οι αρχαίοι Ινδοί καλούσαν αυτόν: Djaus, Dyaus, din-am, ήτοι φέγγειν, φεγγοβόλος ουρανός, βεδιστί: deva, ιρανιστί: daeva, λατινιστί: Jovis, Jupiter, πρωτοελληνιστί: διος, αιολιστί: Δεύς, αρχαιοελληνιστί: Θεός, ελληνιστί: Ζεύς και "Ζεύς πατήρ". 

Οι έννοιες επομένως Θεός - Φως είναι κοινές και απαντώνται σε όλους τους λαούς.

Στην αρχαία εβραϊκή θρησκεία έχουμε συνάρτηση Θεού και φωτός σε πάρα πολλά χωρία. 

Αναφέρω μόνον ότι ο Θεός καλείται και Αδονάγ, που παράγεται από τη ρίζα "δ": αδά ή "ζ": αζά (=αίθω, άζω) = λάμπειν, δηλαδή ο ακτινοβολών, ο αιγλοβόλος. 

Αυτή είναι ετυμολογικά και η σημασία της ρίζας της λέξης Κύριος, του ονόματος που χρησιμοποιούν οι εβδομήκοντα (Ο’) για τον Θεό.

Οι από τον λαό θεωρούμενες στην μετέπειτα ομηρική θεολογία θεότητες είναι απλά και μόνο διαφορετικά ονόματα του Ενός Θεού, που φανερώνουν τις διάφορες ενέργειες και λειτουργίες αυτού σε διάφορες περιοχές της φύσης. 

Στην αντίληψη αυτή οφείλονται οι ακόλουθοι στίχοι της ορφικής θεολογίας: "Εις Ζεύς, εις Άϊδης, εις Ήλιος, εις Διόνυσος, εις θεός εν πάντεσσι. τι σοι δίχα ταύτ’ αγορεύω;".

Ο Θαλής ορίζει τον Θεόν "νουν του κόσμου" και λέει ότι είναι "πρεσβύτατον των όντων ο Θεός . αγέννητον γαρ", "μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν".

Για τον Αναξίμανδρο ο Θεός είναι άπειρος, άναρχος, δεν έχει αρχή, αλλά είναι αρχή των άλλων. Είναι ακόμη αγέννητος και άφθαρτος. Το Θείον είναι "αθάνατον και ανώλεθρον", τα πάντα κυβερνών.

Ο Πυθαγόρας μπορεί να μνημονεύει διάφορους θεούς, όμως λέει επίσης: "έστι τε Θεός και ούτος πάντων κύριος", "ένα και μόνον διδάσκει Θεόν είναι" κατά τον Ιάμβλιχον και Πορφύριον.

Ο Φιλόλαος ονομάζει τον Θεόν "αρχή πάντων" και περιγράφει, κατά τον Ξενοφάνη, τον Θεό έναν, αεί όντα, μόνιμον, ακίνητον, αυτόν εαυτώ όμοιον, άρχοντα.

Ο δε πυθαγόριος Θεωρίδας στο περί φύσεως σύγγραμμά του γράφει: "Μια δ’ άρα των όντων αρχά μεν όντως αληθινά, μια . κείνη γαρ εν αρχά τέ εστιν εν και μόνον".

Κατά τον Τίμαιον εξάλλου τον Λοκρόν "μία αρχά πάντων εστίν αγέννητος . ει γαρ εγένετο, ουκ αν ην έτι αρχά…." (Περί Φύσιος).

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος αναφέρει: "εις Θεός, εν τε θεοίσιν και ανθρώποισι μέγιστος, ούτι δέμας θνήτοισιν ομοίοις ήδε νόημα". 

Ο Θεός είναι γι’ αυτόν ασώματος, αγέννητος και αθάνατος, αϊδιος. Θεοί που γεννιώνται και πεθαίνουν λέει δεν είναι  Θεοί. 

Ο Θεόφραστος πληροφορεί ότι ο Ξενοφάνης τον Θεόν "ένα μεν δείκνυσιν εκ του πάντων κράτιστον είναι…. το δε πάντων κράτιστον και άριστον θεός".

Τέλος, ο Αριστοτέλης λέει γι’ αυτόν ότι "πρώτος τούτων (των φιλοσόφων) ενίσας…εις τον όλον ουρανόν αποβλέψας το εν είναι φησί τον Θεόν". (Μετά τα Φυσικά 5, 986 β 18).

Ο Παρμενίδης αποδίδει στο ‘Ον – Παν’ ιδιότητες θείες και λέει ότι "αγέννητον εόν και ανώλεθρόν έστι … ουδέ διαιρετόν έστι…. αυτάρ ακίνητον …έστιν άναρχον άπαυστον …. ανενδεές και τέλειον αλλά και πεπερασμένον". 

Η εξήγηση της οντολογίας του Παρμενίδη βρίσκεται στο ότι θεωρεί το Εν ως ουσιαστικό συστατικό των πολλών, το "εν Είναι" ως η ουσία των επί μέρους όντων, το Εν μόνον όντως Ον, ποιοτικώς διάφορον εκείνων, ουσία όλως άλλο… 

Όλα τα άλλα είναι όντα καθόσον περιέχουν εντός των το Εν Ον. Το Ον υπάρχει ως Εν και Μοναδικόν καθ’ αυτό, τα δε όντα υπάρχουν όσο εμπεριέχουν το όλον και αμερές. Το Ον είναι η ουσία και τα όντα οι εκδηλώσεις και φανερώσεις αυτής της ουσίας. Η αλήθεια και τα φαινόμενά της.

Ο Ηράκλειτος μιλάει για την ενιαία ουσία του κόσμου και για μια υπέρτατη αρχή του παντός, από την οποία πηγάζει το ανθρώπινο δίκαιο. "Εκ πάντων εν και εξ ενός τα πάντα". "Εν πάντα είναι" αποφαίνεται. "Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός, του θείου…. νόμοις και βουλή πείθεσθαι ενός". 

Δέχεται ακόμη ως Αρχή των πάντων τον Λόγο. 

Ας θυμηθούμε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου αρχίζει ως εξής: "Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος". 

Από αφηρημένος λόγος, όπως τον δέχονταν οι αρχαίοι, πήρε στον Χριστιανισμό αποκαλυπτικά οντολογική υπόσταση.

Ο Εμπεδοκλής μιλάει κατ’ επανάληψη για μια παγκόσμια Αρχή, την οποία θεωρεί ως ενιαίο γενικό Νόμο, που εξουσιάζει στο σύμπαν. 

Ο Νόμος αυτός είναι εκδήλωση πρόνοιας Ενός Θεού που είναι αόρατος, απρόσιτος, νους όλος: "φρην ιερή και αθέσφατος έπλετο μούνον, φρόντισι κόσμον άπαντα καταϊσσουσα θόησιν". 

Απέρριπτε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι, τους ανθρωπόμορφους θεούς της λαϊκής θρησκείας …. "την υπέρ νουν αινιττόμενος αιτίαν".

Ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας απέρριπταν τον πολυθεϊσμό και την ειδωλολατρία και ο μεν πρώτος ταύτιζε τους θεούς με φυσικές δυνάμεις (π.χ. Ζεύς=αέρας, Παλλάς=φρόνηση κ.λπ.), ενώ ο δεύτερος "έπειθε τους ομιλητάς μηδέ όλως είναι τινάς τους θεούς", γι’ αυτό και οι Αθηναίοι τον καταδίκασαν σε θάνατο εξαιτίας της ασέβειάς του. 

Θεωρεί ο Αναξαγόρας τον Νουν ως αίτιον της γενέσεως και κινήσεως των όντων, αίτιον της τάξεως και του κόσμου. "Νόος σε έστιν άπειρον και αυτοκρατές και μέμικται ουδενί χρήματι, αλλά μούνος αυτός επ’ εαυτού εστίν… πάντων νοός κρατεί….".

Ο Πρόδικος εθεωρούσε την πολυθεΐα ανύπαρκτη και ως προσωποποιήσεις στοιχείων και αντικειμένων της φύσεως: "πάντα τα ωφελούντα τον βίον ημών οι παλαιοί θεούς ενόμισαν δια των απ’ αυτών ωφέλειαν….".

Ο Ευήμερος θεωρεί όλους τους θεούς αποθεώσεις παλαιών ιστορικών προσώπων και, τέλος, από τους μεγάλους τραγικούς,

Ο Αισχύλος αναφέρει το Υπέρτατον Ον άλλοτε ως "θεόν", άλλοτε ως "Ζεύ" (όμως ως έννοια ανώνυμη και απροσδιόριστη, τέλειου, υψίστου και πατέρα και όχι ως τον πατέρα των Ολυμπίων θεών). Τον ονομάζει "μέγα", "πάντων μέγιστο", "βασιλέα", "παντεπόπτη", "αήττητο" κ.λπ.

Με την ίδια έννοια βρίσκουμε τον Θεόν και στον Σοφοκλή, που τον ονομάζει "πατήρ Ζεύ", "ύψιστο", "ουράνιο", "εν θεοίς θεό", "αιώνιο Θεό", "πανταχού παρών μέγα αιθεροβάμων", "πάμφωτο υπέρθεο", "αθάνατον αιεν αρχά", "παντοδύναμο" και "αναίτιο κακών". Είναι ο "εις Θεός".

Ο Ευρυπίδης ασκώντας κριτική στην χονδροειδή αντίληψη που είχαν οι σύγχρονοί του για τους θεούς, αρνείται τις κακές ιδιότητες και πράξεις τους, το ότι κατοικούν σε ναούς, το ότι είναι σοφοί και δίκαιοι, και τους θεωρεί μάταιες δοξασίες. Απορρίπτει τις Ερινύες, και την μαντεία.

Τέλος η πίστη του Σωκράτη και του Πλάτωνα σε εκλεπτυσμένη Νοερά Αρχή, που διακοσμεί και κυβερνά τα πάντα και που καθοδηγεί τους ανθρώπους δια του "δαιμονίου", που εμβάλλει εντός τους, ενώ προνοεί για όλους και όλα και παραμένει ύψιστο Ον, είναι περισσότερον γνωστά και δεν θα εμμείνω περισσότερο.  

Χαρακτηρίζεται πάντως ο Θεός "Αυτοζωή" και "Πηγή πάσης ζωής" και η λατρεία του πρέπει να είναι "ανείδωλος", διότι είναι "άμορφος" και "ανώνυμος. 

Επιγραμματικά αναφέρω εδώ και τον Αριστοτέλη για τον οποίον ο Θεός, όπως φαίνεται στα Μεταφυσικά του, είναι αιώνιος, άϋλος, πνεύμα καθαρό και κυβερνά τα πάντα.

Παρόμοιες θρησκευτικές απόψεις είχε και ο Αντισθένης, ο οποίος έλεγε πως "το κατά νόμον είναι πολλούς θεούς, κατά δε φύσιν ένα", για να μείνουμε μόνο σ’ αυτούς (βλ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ…, Λ. Γ. Φιλιππίδου, Αθ. 1958, σελ. 52 κ.ε.).

Σε γνωστή μελέτη του ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας αναφέρει και τα εξής:

- Παραθέτει τον χρησμό του μαντείου του Κλαρίου Απόλλωνος ότι ο Θεός είναι αυτοδημιούργητος, αγέννητος, αδίδακτος, άφθαρτος, ανώνυμος, κατοικεί στο πυρ [ας θυμηθούμε την φλεγόμενη βάτο στην Π.Δ., την πύρινη στήλη προστασίας των Εβραίων, το καθαρό άκτιστο λευκό φως της Μεταμορφώσεως του Ιησού και τις πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής] και πως οι ελληνικοί θεοί ακόμη και ο Απόλλων (θεός του φωτός) είναι τμήματα του Θεού και απεσταλμένοι του στη γη.

- Ο Ερμητισμός σε ορισμένους από τους "λόγους" του είναι μονοθεϊκός. 

Ο Θεός εμφανίζεται αμετάβλητος, αγέννητος, Πατέρας, Αγαθός. Ζούμε χάρη στην ενέργεια και δύναμή του. 

Ο Λόγος είναι  γιος του πρώτου Νοός ή Θεού. 

Ο Πρώτος Νους δημιούργησε κατ’ εικόνα και ομοίωσή του τον Πρώτο άνθρωπο. 

Οι δαίμονες, όντα διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο, κάνουν τους ανθρώπους να είναι ασεβείς και εγκληματικοί. 

Η αληθινή γνώση πραγματοποιείται με την άμεση θέα του Θεού, κατόπιν εκστάσεως. 

Ο άνθρωπος γίνεται τότε ίδιος θεός, αλλά θνητός. 

Η ψυχή ενώνεται με τον Θεό, όπως και στον Πλωτίνο.

- Ο Επίκτητος ακόμη χρησιμοποιεί προσευχή μονοθεϊστική ως εξής: "Χρησιμοποίησέ με όπως θέλεις. είμαι σύμφωνος μαζί σου, σου ανήκω, οδήγησέ με όπου θέλεις…". Απευθύνεται δηλαδή σε προσωπικό Θεό.

- Ο Πλωτίνος δίδασκε ότι το ΈΝ, ο ΝΟΥΣ και η ΨΥΧΗ είναι τρεις υποστάσεις του ενός Θεού.

- Ο Ιάμβλιχος ως αρχή και αιτία του παντός δέχθηκε ένα μόνο Θεό, πηγή του Αγαθού, όπως και ο Πλάτωνας.

- Ο Πλούταρχος ορίζει το Θεό ως αγέννητο, άναρχο, αιώνιο, εκτός χρόνου υπάρχοντα. Πηγή του αγαθού, ως εν και ως ωραίο. Είναι ο Νους που όλα τα ρυθμίζει και διευθύνει. 

Μετά το θάνατο πίστευε ότι οι ψυχές περιπλανώνται στο διάστημα ανάμεσα στην γη και την σελήνη, όπου υφίστανται τιμωρίες. 

Είχε ακόμη την ιδέα πως δαίμονες χρησίμευαν στα διάφορα μαντεία ως μεσάζοντες και ότι όσα μαντεία παρήκμασαν ήταν από την εγκατάλειψη των δαιμόνων τους (βλ. ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ, Στ’ τόμος ‘Ιστορίας Ελληνικού Έθνους’, ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ)

Υπάρχει επομένως ισχυρότατη μονοθεϊστική παράδοση εξ αρχαιοτάτων χρόνων στον Ελληνισμό, στον οποίον "σπερματικώς", στοιχειωδώς και σκιωδώς αποκαλύφθηκε αρχικά η παντοδυναμία, η πανσοφία, η αιωνιότητα και οι προσωπικές ιδιότητες του ενός Θεού. 

Aρκετοί αρχαίοι Έλληνες σοφοί θεωρούνται ως προ Χριστού χριστιανοί και προφήτες του εθνικού κόσμου, διότι με την "σπερματική τους αυτή αλήθεια" προετοίμασαν έμμεσα, μαζί με τους λαμπρούς φάρους της αληθείας, τις προφητικές φωνές της Παλαιάς Διαθήκης, την είσοδο του Χριστιανισμού στην ιστορία.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Αντέγραψε ο Μάρκος τους αρχαίους συγγραφείς στο Ευαγγέλιό του;

Σύμφωνα με την σύγχρονη βιβλική έρευνα, ο Ευαγγελιστής Μάρκος δεν «αντέγραψε» τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς με την έννοια της λογοκλοπής, αλλά αξιοποίησε λογοτεχνικές τεχνικές και μοτίβα που ήταν γνωστά στην ελληνορωμαϊκή γραμματεία (όπως τα ομηρικά έπη ή τα αρχαία μυθιστορήματα) για να διηγηθεί την ζωή του Ιησού.

Η θεωρία αυτή, γνωστή ως mimesis (μίμηση), υποστηρίζει ότι ο Μάρκος, γράφοντας για ένα ελληνόφωνο κοινό, χρησιμοποίησε οικεία λογοτεχνικά σχήματα για να καταστήσει το μήνυμά του πιο κατανοητό και ελκυστικό.

Για ποιους λόγους το έκανε; 

Ο Μάρκος «μεταπλάθει» ιστορίες, χρησιμοποιώντας ομηρικά μοτίβα (π.χ. από την Οδύσσεια) και ελληνικά αφηγηματικά σχήματα, κάνει μια λογοτεχνική προσαρμογή.

Στόχος του ήταν να δείξει ότι ο Ιησούς είναι ανώτερος από τους ήρωες της κλασικής αρχαιότητας (π.χ. τον Οδυσσέα ή τον Αχιλλέα), λειτουργώντας ως «αντιστάθμισμα»

Το ευαγγέλιο απευθυνόταν σε εθνικούς (μη Ιουδαίους), οι οποίοι δεν ήταν εξοικειωμένοι με την εβραϊκή παράδοση. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα και δομή που θύμιζε ελληνικό δράμα ή λαϊκό μυθιστόρημα, έκανε το μήνυμα πιο προσβάσιμο.

Ο Μάρκος εστιάζει στα έργα και τα θαύματα, παρά στις διδαχές, χρησιμοποιώντας γρήγορο ρυθμό («ευθύς») και σκηνές γεμάτες δράση, συχνά δομημένες σαν σκηνές τραγωδίας.

Στόχος του Μάρκου ήταν να αποδείξει την θεϊκή καταγωγή του Ιησού, παρουσιάζοντάς τον ως τον «Υιό του Θεού», τον θαυματουργό θεραπευτή και τον πραγματικό Θεό στον οποίο οι πιστοί καλούνται να ακολουθήσουν.

Παρά την επιρροή της ελληνικής γραμματείας, η κύρια πηγή του Μάρκου ήταν η προφορική παράδοση και οι πληροφορίες που, σύμφωνα με την παράδοση, παρείχε ο Απόστολος Πέτρος.

Ο Μάρκος δεν αντιγράφει αυτούσια κείμενα, αλλά μεταμορφώνει τα μοτίβα για να υπηρετήσει το χριστιανικό κήρυγμα, κάτι που αποτελούσε κοινή πρακτική της εποχής.

Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο θεωρείται το αρχαιότερο (περίπου το 65-70 μ.Χ.) και γράφτηκε πιθανότατα στην Ρώμη, περιέχοντας στοιχεία από λατινικές λέξεις και αραμαϊκές εκφράσεις.

Δεν πρόκειται για «αντιγραφή» με την στενή έννοια της λογοκλοπής, αλλά για αξιοποίηση της ελληνικής γλώσσας, των εννοιών και της φιλοσοφικής σκέψης από τους Αποστόλους, προκειμένου να καταστήσουν το χριστιανικό μήνυμα κατανοητό στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Βέβαια ο κυριότερος Απόστολος που χρησιμοποίησε την ελληνική σκέψη ήταν ο Παύλος.

Αξιοποιήθηκε η ελληνική σκέψη στις Πράξεις των Αποστόλων (17:22-31). Ο Παύλος παραθέτει αυτούσια λόγια αρχαίων Ελλήνων ποιητών για να μιλήσει για τον Θεό: «Εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (αναφορά στον Κρητικό ποιητή Επιμενίδη).«Του γαρ και γένος εσμέν» (από τον Άρατο ή τον Κλεάνθη).

Ο Παύλος χρησιμοποιεί έννοιες γνωστές στους Στωικούς φιλοσόφους, όπως η «συνείδηση», η «φύση» και η «λογική λατρεία», προσαρμόζοντάς τες στο χριστιανικό πλαίσιο.

 Ο Παύλος εκμεταλλεύεται τον βωμό στον «Αγνώστω Θεώ» στην Αθήνα για να παρουσιάσει τον έναν, αθέατο Θεό, αντίθετα με την ειδωλολατρία.

 Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, αν και όχι στους 12, χρησιμοποιεί τον όρο «Λόγος» (Ιωάννης 1:1), ο οποίος είναι κεντρικός στη στωική φιλοσοφία και την πλατωνική σκέψη (ως η κοσμική λογική), για να περιγράψει τον Χριστό.

Οι Απόστολοι, ειδικά ο Παύλος που δίδαξε σε Ελλάδα και Ρώμη, έπρεπε να μιλήσουν σε μορφωμένους ανθρώπους που δεν γνώριζαν την Παλαιά Διαθήκη.

Έφτιαξαν γέφυρα μεταξύ Φιλοσοφίας και Πίστης. Χρησιμοποίησαν τα «σπέρματα αλήθειας» (σπερματικός λόγος) που πίστευαν ότι υπήρχαν στην ελληνική φιλοσοφία για να εισαγάγουν την χριστιανική αποκάλυψη.

Αποδόμησαν την Ειδωλολατρία χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις ελληνικές πηγές κι έδειχναν ότι η λατρεία αγαλμάτων (χρυσού, αργύρου, λίθου) ήταν κατώτερη της ανώτερης φιλοσοφικής σκέψης, η οποία στρεφόταν προς έναν αόρατο δημιουργό.

Αν και υπήρξε αυτή η αλληλεπίδραση, ο Παύλος ξεκαθαρίζει ότι ο Χριστός δεν είναι προϊόν φιλοσοφικής αναζήτησης, αλλά αποκάλυψη, χαρακτηρίζοντας το μήνυμα του Σταυρού ως «μωρία» για τους κοσμικά σοφούς (Α' Κορ. 1:23).

Ας δούμε πώς «συνδέθηκαν» οι Απόστολοι και η πρώτη Εκκλησία με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Οι δύο πιο ενδιαφέροντες δρόμοι είναι: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο «Λόγος»: Είναι η πιο βαθιά φιλοσοφική σύνδεση. 

Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί την ελληνική έννοια του Λόγου (που για τους Έλληνες ήταν η παγκόσμια τάξη και λογική) για να παρουσιάσει τον Χριστό. 

Είναι το σημείο όπου η ελληνική φιλοσοφία συναντά την χριστιανική θεολογία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, η επόμενη γενιά, ουσιαστικά «πάντρεψαν» τα δύο συστήματα. 

Ο Μέγας Βασίλειος, για παράδειγμα, έγραψε ολόκληρο έργο για το πώς οι νέοι πρέπει να διαβάζουν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, λέγοντας ότι πρέπει να κρατάμε ό,τι καλό έχουν (όπως η μέλισσα παίρνει τη γύρη) και να πετάμε τα υπόλοιπα.

Οι διαφορές μεταξύ Στωικισμού και Χριστιανισμού είναι δομικές, παρά τις επιφανειακές ομοιότητες στο ηθικό κομμάτι. 

Για τους Στωικούς ο Θεός είναι απρόσωπος (ταυτίζεται με την Φύση/Λόγο - Πανθεϊσμός). 

Για τον Χριστιανισμό ο Θεός είναι Πρόσωπο που αγαπάει κι επεμβαίνει στην ιστορία.

Οι Στωικοί πιστεύουν στην αυτάρκεια. Ο άνθρωπος σώζεται ....μόνος του!!! μέσω της λογικής και της απάθειας. 

(Μόνος του φαντάζομαι θα δημιουργήθηκε κιόλας ε;)

Στον Χριστιανισμό η σωτηρία είναι δώρο (Χάρη) από τον Θεό. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

Οι Στωικοί θεωρούν το σώμα "φυλακή" ή κάτι αδιάφορο. 

Ο Χριστιανισμός το θεωρεί "ναό του Αγίου Πνεύματος" και πιστεύει στην ανάστασή του, όχι μόνο στην επιβίωση της ψυχής.

Οι Στωικοί επιδιώκουν την Απάθεια (εκρίζωση των παθών). 

Ο Χριστιανισμός επιδιώκει την μεταμόρφωση των παθών σε Αγάπη (ο Χριστός δακρύζει, πονάει, συγκινείται).

Όσο για τον Πλάτωνα, η χρήση του από τους χριστιανούς ήταν εργαλειακή.

Οι πρώτοι χριστιανοί στοχαστές (όπως ο Ιουστίνος, ο Κλήμης και αργότερα οι Καππαδόκες) είδαν στον Πλάτωνα έναν «χριστιανό προ Χριστού». 

Τον χρησιμοποίησαν στα εξής σημεία:

Ο Πλάτωνας έλεγε ότι ο αισθητός κόσμος είναι αντίγραφο ενός ανώτερου πνευματικού κόσμου. Οι χριστιανοί το υιοθέτησαν για να εξηγήσουν την διαφορά μεταξύ κτιστού (υλικού) και ακτίστου (Θεού).

Χρησιμοποίησαν τα επιχειρήματα του Πλάτωνα (π.χ. από τον Φαίδωνα) για να υποστηρίξουν ορθολογικά ότι η ψυχή δεν πεθαίνει μαζί με το σώμα.

Δανείστηκαν την πλατωνική ορολογία για τις αρετές (φρόνηση, δικαιοσύνη, ανδρεία, σωφροσύνη) για να περιγράψουν την πνευματική ζωή.

 Στον Τίμαιο του Πλάτωνα υπάρχει ο "Δημιουργός" που φτιάχνει τον κόσμο. Αν και ο πλατωνικός δημιουργός πλάθει από προϋπάρχουσα ύλη (ενώ ο χριστιανικός εκ του μηδενός), η ιδέα ενός νοητού σχεδίου στον κόσμο τους βόλευε για να αντικρούσουν τους υλιστές.

Ο λόγος που το έκαναν ήταν για να "ντύσουν" την νέα θρησκεία με το κύρος της ελληνικής παιδείας, κάνοντάς την ελκυστική στους μορφωμένους της εποχής.

Για να καταλάβουμε την σχέση της Εκκλησίας με την αρχαία σκέψη, πρέπει να δούμε τι κράτησαν (λεξιλόγιο) και τι πέταξαν (δόγμα), καθώς η σύγκρουση ήταν εξίσου σημαντική με την επιρροή.

Η επίδραση της Στοάς στο Χριστιανικό Λεξιλόγιο.

Οι Χριστιανοί δανείστηκαν λέξεις από τους Στωικούς, αλλά τους έδωσαν νέο περιεχόμενο.

Ο "λόγος" για τους Στωικούς ήταν η απρόσωπη κοσμική λογική που διαπερνά την ύλη. 

Ο Χριστιανισμός πήρε την λέξη και την έκανε Πρόσωπο (τον Υιό του Θεού).

Η Συνείδηση ήταν μια κατεξοχήν στωική έννοια. 

Οι Απόστολοι (ειδικά στις Επιστολές) την χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν τον εσωτερικό ηθικό νόμο που έχουν όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους.

Την αρετή οι Στωικοί την έβλεπαν ως τον τελικό σκοπό του ανθρώπου. 

Ο Χριστιανισμός την κράτησε ως ορολογία, αλλά την θεωρεί μέσο για την ένωση με τον Θεό, όχι αυτοσκοπό.

Στην Στοά το πάθος είναι «νόσος» της λογικής που πρέπει να εξαφανιστεί. 

Στον Χριστιανισμό το πάθος είναι μια ενέργεια της ψυχής που πρέπει να μεταμορφωθεί (π.χ. ο θυμός να γίνει ζήλος για το καλό).

Παρά τον θαυμασμό τους, οι Χριστιανοί απέρριψαν κάθε πλατωνική ιδέα που ερχόταν σε σύγκρουση με το Ευαγγέλιο.

Ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι ψυχές υπήρχαν πριν το σώμα και «έπεσαν» σε αυτό. 

Οι Χριστιανοί το απέρριψαν κατηγορηματικά, τονίζοντας ότι ψυχή και σώμα δημιουργούνται ταυτόχρονα.

Η πλατωνική ιδέα της ανακύκλωσης των ψυχών (μετενσάρκωση) απορρίφθηκε ως αντίθετη με την ιδέα της μοναδικότητας του προσώπου και της τελικής Κρίσης.

Για τον Πλάτωνα η ύλη είναι συχνά κατώτερη ή πηγή κακού. 

Ο Χριστιανισμός, λόγω της Ενσάρκωσης του Χριστού, διδάσκει ότι η ύλη είναι καλή και δημιουργία του Θεού.

Ο Πλάτωνας έβλεπε τον «Δημιουργό» περισσότερο ως έναν αρχιτέκτονα που τακτοποιεί προϋπάρχουσα ύλη. 

Ο Χριστιανισμός επέβαλε το δόγμα της δημιουργίας «εκ του μηδενός».  

Γιατί τα απέρριψαν οι χριστιανοί; Διότι αν δέχονταν την προΰπαρξη ή την κακία της ύλης, θα ακύρωναν την έννοια της Ανάστασης του σώματος, που είναι το κέντρο της πίστης τους.

Βάλτο να δουλέψει λίγο το ...ρημάδι

Τι θα προτιμήσεις να είσαι, ένας Ειδωλολάτρης παγανιστής ή χριστιανός ορθόδοξος;

Ας δούμε και τον παγανισμό και τον χριστιανισμό με πολυ λίγες λεπτομέρειες.

Ο σύγχρονος παγανισμός (π.χ. Δωδεκαθεϊσμός, Γουίκα, Heathenry) εστιάζει συχνά στην ελευθερία, την φύση και την ατομική εμπειρία.

Οι παγανιστές συχνά τιμούν την γη, τις εποχές και τα στοιχεία της φύσης, θεωρώντας το θείο παρόν στον υλικό κόσμο.

Συχνά δεν υπάρχει αυστηρό δόγμα, "ιερά βιβλία" ή πατριαρχική ιεραρχία, επιτρέποντας στον καθένα να διαμορφώσει την πίστη του, όπως αυτός θέλει!!!

Η έμφαση δίνεται στην απόλαυση της ζωής, την αισθησιακή ικανοποίηση και την ευτυχία στην παρούσα ζωή, αντί για την αναμονή της μετά θάνατον ζωής.

(Δηλαδή βλέποντας να υπάρχουν θάνατοι νεογνών, παιδιών, εφήβων, νέων ανδρών μπορούμε να πούμε ότι ...απόλαυσαν την ζωή, την αισθησιακή ικανοποίηση και την ευτυχία όσο έζησαν....και μετά τίποτε έ)!!!

Οι παγανιστές συχνά θεωρούν ότι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και τις συνέπειές τους, χωρίς την έννοια της "αμαρτίας" με την χριστιανική έννοια.

Το να είσαι πολυθεϊστής η επιλογή αυτή σου προσφέρει την ευελιξία να τιμάς διαφορετικές θεότητες (πάνθεον) ανάλογα με τις ανάγκες σου.

Η Ορθοδοξία όμως εστιάζει στην ένωση με τον Θεό (θέωση), την πνευματική άσκηση και την παράδοση.

Το κύριο ζητούμενο είναι η ένωση με τον Χριστό και η σωτηρία της ψυχής, η βεβαιότητα της οποίας προσφέρεται μέσα στην Εκκλησία.

Ο άνθρωπος καλείται να γίνει "κατά χάριν" θεός, μετέχοντας στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Μέσα από τα Μυστήρια (Εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία), την προσευχή και την νηστεία, ο πιστός βρίσκει πνευματική ισορροπία, "θεραπεία" των παθών και βαθύτερο νόημα ζωής.

Η Ορθοδοξία προσφέρει μια αίσθηση ρίζας και σταθερότητας, συνεχίζοντας την παράδοση των Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων.

Ο πιστός ανήκει σε ένα σώμα, την Εκκλησία, που προσφέρει πνευματική υποστήριξη και αδελφότητα.

Συγκρίσεις 

Ο Παγανιστής κερδίζει την αίσθηση της προσωπικής αυτονομίας, της σύνδεσης με την φύση και της ελευθερίας.

Ο Ορθόδοξος κερδίζει την αίσθηση της ένωσης με το Θείο, την πνευματική δομή, την ίαση της ψυχής και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.

Αναζητάς περισσότερη ελευθερία (παγανισμός) ή περισσότερη δομή και παράδοση (ορθοδοξία);

Σε ελκύει περισσότερο η λατρεία της φύσης ή η ένωση με έναν υπερβατικό Θεό;

Αν δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος εγώ ως ορθόδοξος δεν έχω ούτε να χάσω ούτε να κερδίσω κάτι. Επίσης κι ο ειδωλολάτρης παγανιστής δεν έχει να κερδίσει ούτε να χάσει κάτι.

Αν όμως υπάρχουν κι η κόλαση κι ο παράδεισος;

Λίγο μυαλο θέλει.

Βάλτε το να δουλέψει λίγο το ....ρημάδι!!!

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο Απολλώνιος Τυανέας με τον Ιησού Χριστό;

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας και ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες στις βιογραφίες τους, γεγονός που έχει προκαλέσει συζητήσεις μεταξύ ιστορικών και θεολόγων για αιώνες. 

Αν και οι δύο έζησαν τον 1ο αιώνα μ.Χ., οι κύριες αναφορές για τον Απολλώνιο προέρχονται από το έργο του Φιλόστρατου "Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον", το οποίο γράφτηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή ΠΟΛΥ ΜΕΤΑ τα Ευαγγέλια. 

Και για τους δύο αναφέρεται ότι η γέννησή τους συνοδεύτηκε από θεϊκά σημάδια ή προαναγγελία από υπερφυσικά όντα. 

Και οι δύο περιγράφονται ως θαυματοποιοί που θεράπευαν αρρώστους, εξόρκιζαν δαιμόνια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανέστησαν νεκρούς. 

Υπήρξαν και οι δύο περιπλανώμενοι διδάσκαλοι που συγκέντρωσαν μαθητές και κήρυτταν πνευματικές αξίες, δίνοντας προτεραιότητα στην ψυχή έναντι των υλικών αγαθών. 

Τόσο ο Ιησούς όσο και ο Απολλώνιος ήρθαν σε αντιπαράθεση με τις ρωμαϊκές αρχές και πέρασαν από δίκη (ο Απολλώνιος επί αυτοκράτορα Δομιτιανού). 

Οι οπαδοί και των δύο πίστευαν ότι μετά το τέλος της επίγειας ζωής τους, αναλήφθηκαν στους ουρανούς. 

Ο Απολλώνιος ακολουθούσε τον πυθαγόρειο τρόπο ζωής (αποχή από κρέας, αλκοόλ και σεξουαλική ζωή), χαρακτηριστικά που θυμίζουν τον ασκητισμό του Ιησού. 

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Φιλόστρατος ίσως χρησιμοποίησε στοιχεία από την ζωή του Ιησού για να παρουσιάσει τον Απολλώνιο ως ένα "εθνικό" (παγανιστικό) αντίπαλο δέος προς τον Χριστιανισμό. 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, η οποία, σύμφωνα με τον βιογράφο του, Φιλόστρατο, συνδύαζε τον αυστηρό φιλοσοφικό βίο με υπερφυσικές ικανότητες. 

Η φιλοσοφία του ήταν βαθιά ριζωμένη στον Πυθαγορισμό, δίνοντας έμφαση στην ηθική καθαρότητα και την πνευματική άσκηση. 

Δίδασκε ότι ο Θεός, ως καθαρός "Νους" (διάνοια), δεν έχει ανάγκη από υλικές προσφορές. Η επικοινωνία μαζί Του επιτυγχάνεται μόνο μέσω της διάνοιας και της σοφίας. 

Ήταν αντίθετος στις ζωοθυσίες, υποστηρίζοντας ότι οι θεοί δεν ευχαριστιούνται από το αίμα των αθώων, αλλά από την αρετή των ανθρώπων. 

Εφάρμοζε αυστηρή χορτοφαγία, απείχε από το κρασί, φορούσε μόνο λινά ρούχα (όχι ζωικής προέλευσης) και άφηνε τα μαλλιά του μακριά. 

Πρέσβευε την αθανασία της ψυχής και, πιθανώς, την μετεμψύχωση, στοιχεία κεντρικά στον Πυθαγορισμό. 

Συμβούλευε τους ηγεμόνες (όπως τον Αυρηλιανό σε όραμα) να είναι δίκαιοι και ελεήμονες. 

Το έργο του Φιλόστρατου "Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον" θεωρείται από τους σύγχρονους ιστορικούς περισσότερο ως ένα "μυθιστόρημα-βιογραφία" παρά ως ακριβής ιστορική καταγραφή. 

Ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι βασίστηκε στα απομνημονεύματα του Δάμιδος, ενός μαθητή του Απολλωνίου. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι ο Δάμις ήταν φανταστικό πρόσωπο που επινόησε ο Φιλόστρατος για να προσδώσει κύρος στο κείμενό του. 

Το έργο γράφτηκε κατά παραγγελία της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας τον 3ο αιώνα μ.Χ.. Πιθανός στόχος ήταν η δημιουργία ενός εθνικού προτύπου "θείου ανδρός" που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την ανερχόμενη επιρροή του Χριστιανισμού. 

Η αφήγηση περιλαμβάνει υπερβολικά ταξίδια στην Ινδία και την Αιθιοπία, συναντήσεις με μυθικά όντα και θαύματα που αγγίζουν τα όρια της φαντασίας. 

Ενώ ο Απολλώνιος ήταν αναμφίβολα υπαρκτό πρόσωπο με μεγάλη φήμη στην αρχαιότητα, η εικόνα του που έχουμε σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό μια λογοτεχνική κατασκευή του 3ου αιώνα. 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας γεννήθηκε στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., γεγονός που τον καθιστά σχεδόν σύγχρονο του Ιησού Χριστού. 

Η ακριβής χρονολογία γέννησής του παραμένει θέμα συζήτησης μεταξύ των πηγών, καθώς δεν υπάρχουν επίσημα ληξιαρχικά έγγραφα από εκείνη την εποχή:

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο οποίος είναι ο κύριος βιογράφος του τοποθετεί την γέννησή του γύρω στο 3 π.Χ.. 

Πολλές σύγχρονες πηγές και εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν το 15 μ.Χ. ως μια πιθανή χρονιά γέννησης. 

Ο ιστορικός Δίων Κάσσιος υποδηλώνει μια μεταγενέστερη ημερομηνία, γύρω στο 40 μ.Χ., βασιζόμενος στην ηλικία που φαίνεται να είχε ο Απολλώνιος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Δομιτιανού (Η βασιλεία του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δομιτιανού διήρκεσε από το 81 μ.Χ. έως το 96 μ.Χ.).

Πράγματι, η χριστιανική παράδοση και πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Φιλόστρατος (γράφοντας τον 3ο αιώνα) εμπλούτισε την βιογραφία του Απολλώνιου με στοιχεία από τα Ευαγγέλια για να δημιουργήσει έναν "αντίπαλο" του Χριστού που θα ήταν πιο συμβατός με τα ελληνικά και ρωμαϊκά ιδεώδη. 

Η χριστιανική παράδοση απορρίπτει την ταύτιση ή την μίμηση του Χριστού από τον Απολλώνιο τον Τυανέα. 

Αν και ορισμένοι ισχυρισμοί παρουσιάζουν τον Απολλώνιο (15-98 μ.Χ.) ως φιλόσοφο που έκανε θαύματα, οι Πατέρες της Εκκλησίας και σύγχρονες αναλύσεις θεωρούν ότι οι ομοιότητες είναι κατασκευασμένες για να πλήξουν την χριστιανική πίστη. 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν νεοπυθαγόρειος φιλόσοφος. 

Ισχυρισμοί, όπως αυτοί σε ντοκιμαντέρ, που υποστηρίζουν ότι ο Χριστός ήταν ο Απολλώνιος θεωρούνται ιστορικά αβάσιμοι. 

Η χριστιανική παράδοση αντιμετωπίζει τις διηγήσεις περί θαυμάτων του Απολλώνιου ως υποδεέστερες ή διαφορετικής φύσης από τα ευαγγελικά θαύματα. 

Η χριστιανική παράδοση απορρίπτει κατηγορηματικά την ταύτιση του Ιησού Χριστού με τον Απολλώνιο τον Τυανέα (15-98 μ.Χ.), θεωρώντας τους ισχυρισμούς περί μίμησης ιστορικά αβάσιμους και κατασκευασμένους από παγανιστικούς κύκλους. 

Οι διηγήσεις για τον Απολλώνιο, κυρίως αυτές από τον Φιλόστρατο (217 μ.Χ.), αποτελούν μυθιστορηματική βιογραφία που γράφτηκε πολύ αργότερα, ενώ οι αναφορές στα "θαύματα" του είναι ασυνάρτητες και υποδεέστερες. 

Δεν υπάρχει καμία σύγχρονη με τον Απολλώνιο αναφορά. Ο "Βίος Απολλωνίου" του Φιλόστρατου γράφτηκε πάνω από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, συχνά με φανταστικά στοιχεία. 

Τα θαύματα του Χριστού ήταν θεραπευτικά, δημόσια και φιλάνθρωπα. 

Αντίθετα, οι διηγήσεις για τον Απολλώνιο περιλαμβάνουν μαγικά, περίεργα και μη αποδείξιμα γεγονότα (π.χ. συνάντηση με καλικάντζαρο, επισκέψεις σε μαντεία). 

Η σύγκριση αυτή, ειδικά στην αρχαία εποχή (π.χ. Ιεροκλής), έγινε για να δημιουργηθεί ένας "παγανιστής Χριστός" ως αντίβαρο στην ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού. 

Η ευρύτερη εκκλησιαστική παράδοση παρέχει μια ολοκληρωμένη αναίρεση των ισχυρισμών που θέλουν τον Απολλώνιο τον Τυανέα να αποτελεί πρότυπο ή ταυτόσημο πρόσωπο με τον Ιησού Χριστό. 

Τα θαύματα που αποδίδονται στον Απολλώνιο στερούνται της πνευματικότητας και της φιλανθρωπίας των ευαγγελικών θαυμάτων, έχοντας συχνά χαρακτήρα μαγείας ή φανταστικής διήγησης.

Αναφέρονται περιστατικά όπως η εκδίωξη ενός "καλικάντζαρου" (έμπουσας) με φωνές, ή συνάντηση με δράκους και το αποκοίμισμα ενός σάτυρου με κρασί. 

Ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι ο Απολλώνιος είδε τις αλυσίδες του Προμηθέα στον Καύκασο, κάτι που κατατάσσει το κείμενο στην μυθοπλασία παρά στην ιστορία. 

Του αποδίδεται η γνώση όλων των γλωσσών χωρίς μελέτη, ακόμα και της γλώσσας των πουλιών, στοιχεία που θεωρούνται ως προσπάθειες εντυπωσιασμού χωρίς ηθικό βάθος. 

Το έργο "Τά ἐς τόν Ἀπολλώνιο Τυανέα" του Φιλόστρατου (3ος αι. μ.Χ.) θεωρείται ιστορικά αναξιόπιστο για τους εξής λόγους: 

Γράφτηκε περίπου 120 χρόνια μετά τον θάνατο του Απολλωνίου, κατόπιν εντολής της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας, με προφανή σκοπό την δημιουργία ενός παγανιστικού αντίπαλου δέους προς τον Χριστιανισμό. 

Ο Φιλόστρατος περιγράφει τον Απολλώνιο να επισκέπτεται τον Κολοσσό της Ρόδου, ο οποίος όμως είχε καταστραφεί από σεισμό αιώνες πριν (το 227/226 π.Χ.). 

Βασίζεται στα υποτιθέμενα "απομνημονεύματα" του Δάμιδος, τα οποία πολλοί μελετητές θεωρούν εφεύρημα του ίδιου του Φιλόστρατου. 

Όταν ο Ρωμαίος αξιωματούχος Ιεροκλής επιχείρησε να υποβαθμίσει τον Χριστό συγκρίνοντάς τον με τον Απολλώνιο, ο Ευσέβιος Καισαρείας απάντησε με το έργο "Κατά Ιεροκλέους".

Ο Ευσέβιος παρατήρησε ότι αν ο Απολλώνιος ήταν πράγματι προφήτης και γνώριζε ότι θα εξαφανιζόταν θαυματουργικά από το δικαστήριο του Δομιτιανού, δεν υπήρχε λόγος να προετοιμάσει μια μακροσκελή ομιλία υπεράσπισης. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αρνήθηκαν πάντα την ύπαρξη των φαινομένων, αλλά τα απέδωσαν σε δαιμονική ενέργεια ή ταχυδακτυλουργία (μαγεία), διαχωρίζοντάς τα σαφώς από την θεία χάρη. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναλύουν διεξοδικώς την περίπτωση του Απολλωνίου, αποδομώντας κάθε προσπάθεια παραλληλισμού του με τον Ιησού Χριστό. 

Η διδασκαλία του Απολλωνίου ανήκει στον Νεοπυθαγορισμό και διαφέρει ριζικά από το Ευαγγέλιο.

Ο Απολλώνιος ακολουθούσε αυστηρή ασκητική (χορτοφαγία, σιωπή για 5 έτη, αποχή από θερμά λουτρά) με σκοπό την κάθαρση της ψυχής, ενώ ο Χριστός δίδασκε την αγάπη και την θυσία ως μέσο σωτηρίας. 

Ο Απολλώνιος απευθυνόταν σε μια κλειστή ομάδα "μυστών" και σοφών, ταξιδεύοντας μέχρι την Ινδία για να συναντήσει Βραχμάνες. 

Αντίθετα, ο Χριστός απευθυνόταν σε όλους, ειδικά στους "πτωχούς και αμαρτωλούς". 

Ο Απολλώνιος θεωρούσε τον εαυτό του "θείο ανήρ" (divine man) λόγω σοφίας, ενώ ο Χριστός κηρύχθηκε ως ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού. 

Ο "Βίος Απολλωνίου" του Φιλοστράτου (217 μ.Χ.) βρίθει ιστορικών σφαλμάτων που ακυρώνουν την αξιοπιστία του.

Τα αναφέρω ξανά είναι σημαντική η αναφορά αυτή.

Α. Περιγράφει τον Απολλώνιο να θαυμάζει τον Κολοσσό της Ρόδου, ο οποίος είχε ήδη καταστραφεί από το 227 π.Χ. (πάνω από δύο αιώνες πριν την γέννηση του Απολλωνίου). 

Β. Αναφέρει συναντήσεις με δράκους, σάτυρους και την εύρεση των αλυσίδων του Προμηθέα στον Καύκασο, στοιχεία που παραπέμπουν σε μυθιστόρημα και όχι σε ιστορική βιογραφία. 

Γ. Οι μαρτυρίες για τον Χριστό (Ευαγγέλια) γράφτηκαν από αυτόπτες μάρτυρες λίγα χρόνια μετά τα γεγονότα, ενώ ο Φιλόστρατος έγραψε 120+ χρόνια μετά τον θάνατο του Απολλωνίου, κατ' εντολή της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας για πολιτικούς λόγους. 

Ας δούμε ένα από τα πιο διάσημα "θαύματα" του Απολλωνίου, την ανάσταση μιας νύφης στη Ρώμη, με την ανάσταση του γιου της χήρας στη Ναΐν ή της κόρης του Ιαείρου από τον Χριστό. 

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο Απολλώνιος συνάντησε μια κηδεία μιας κοπέλας που πέθανε την ώρα του γάμου της.

Ο Απολλώνιος δεν πρόσταξε την κοπέλα να σηκωθεί, αλλά ψιθύρισε κάτι μυστικά στο αυτί της.

Ο Φιλόστρατος παραδέχεται στο κείμενο ότι η κοπέλα ίσως δεν είχε πεθάνει πραγματικά, αλλά απλώς ατμίζε (έβγαζε ατμό) η ψυχή της λόγω του ψύχους ή ότι ήταν σε λήθαργο.

Η κοπέλα σηκώθηκε κι ο Απολλώνιος αρνήθηκε τα δώρα της οικογένειας, λέγοντας ότι η προίκα ανήκει στην κοπέλα.

Εδώ φαίνεται η προσπάθεια του Φιλόστρατου να εντυπωσιάσει, αλλά ταυτόχρονα κρατάει "πισινή" για το αν ήταν πραγματικό θαύμα ή απλή διάγνωση μιας λιποθυμίας.

Ας δούμε τώρα τι Θαύμα του Χριστού (Ανάσταση της κόρης του Ιαείρου / Γιου της χήρας)

Ο Χριστός ενεργεί με απόλυτη εξουσία. Λέει "Ταλιθά κούμι" (Κοράσιο, σήκω) ή "Νεανίσκε, σοι λέγω εγέρθητι". Δεν ψιθυρίζει μαγικά λόγια, αλλά προστάζει την φύση.

Εδώ έχουμε βεβαίωση του θανάτου. Στην περίπτωση του γιου της χήρας στην Ναΐν, η κηδεία βρισκόταν ήδη καθ' οδόν προς το μνήμα, ενώ στην κόρη του Ιαείρου υπήρχαν θρηνωδοί που κορόιδεψαν τον Χριστό όταν είπε ότι κοιμάται, ξέροντας ότι είναι νεκρή.

Το θαύμα δεν γίνεται για την επίδειξη σοφίας, αλλά ως νίκη επί του θανάτου και παρηγοριά στους τεθλιμμένους.

Ο Απολλώνιος παρουσιάζεται ως ένας "μάγος" ή "γόης" που χρησιμοποιεί κρυφές γνώσεις. 

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο Κύριος της ζωής και του θανάτου.

Ο Φιλόστρατος αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης του θανάτου, ενώ τα Ευαγγέλια τονίζουν την πραγματικότητα του γεγονότος.

Η διήγηση για τον Απολλώνιο μοιάζει με λογοτεχνικό "δάνειο" από τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, προσαρμοσμένο στον παγανιστικό κόσμο για να φανεί ότι και οι φιλόσοφοι έχουν τέτοιες δυνάμεις.

Η υποτιθέμενη «εξαφάνιση» του Απολλωνίου από το δικαστήριο του αυτοκράτορα Δομιτιανού αποτελεί κεντρικό σημείο τριβής, καθώς οι παγανιστές την πρόβαλλαν ως απόδειξη θεότητας, αντίστοιχη με τα γεγονότα μετά την Ανάσταση του Χριστού.

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ο Απολλώνιος δικάστηκε στην Ρώμη για συνωμοσία. 

Αφού ολοκλήρωσε την απολογία του, είπε στον Δομιτιανό "δεν μπορείς να με σκοτώσεις" και ξαφνικά εξαφανίστηκε από την αίθουσα, για να εμφανιστεί λίγες ώρες μετά στο Δικαιαρχία (Ποτιόλους), αρκετά χιλιόμετρα μακριά.

Ο Ευσέβιος Καισαρείας επισημαίνει (το αναφέρω ξανά) την αντίφαση: Αν ο Απολλώνιος είχε την δύναμη να εξαφανιστεί, γιατί μπήκε στην διαδικασία να φυλακιστεί, να ξυριστεί (προσβολή για τους Πυθαγόρειους) και να ετοιμάσει μια τεράστια ομιλία;

Το περιστατικό θεωρείται ως ταχυδακτυλουργία ή καθαρή λογοτεχνική επινόηση. 

Ο Φιλόστρατος προσπαθεί να δημιουργήσει έναν "θεϊκό άνδρα" που περιπαίζει (είναι αυτό σοβαρότητα;) την κοσμική εξουσία, αλλά το κάνει με τρόπο που θυμίζει περισσότερο φυγή παρά θεία οικονομία.

Σε αντίθεση με τον Απολλώνιο, οι εμφανίσεις του Χριστού έχουν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.

Ο Χριστός δεν εξαφανίζεται για να γλιτώσει την δίκη ή την τιμωρία (αντιθέτως, υπέμεινε τον Σταυρό), αλλά εμφανίζεται στους μαθητές Του για να επιβεβαιώσει την νίκη επί του θανάτου.

Οι εμφανίσεις (π.χ. στον Θωμά, στην Εμμαούς) δεν είναι "μαγικές εικόνες". Ο Χριστός τρώει μαζί τους και τους καλεί να αγγίξουν τις πληγές Του, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι φάντασμα.

Η Ανάληψη γίνεται ενώπιον όλων των μαθητών, όχι ως μια βιαστική φυγή από έναν εχθρό, αλλά ως η θριαμβευτική επιστροφή του Θεανθρώπου στους ουρανούς, ολοκληρώνοντας την αποστολή Του.

Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία για τον θάνατό του Απολλωνίου. Άλλοι λένε ότι πέθανε στην Έφεσο, άλλοι ότι αναλήφθηκε σε έναν ναό στην Κρήτη. Αυτή η ασάφεια εξυπηρετούσε την δημιουργία ενός μύθου γύρω από το πρόσωπό του.

Ο θάνατος του Χριστού είναι δημόσιος, ιστορικά καταγεγραμμένος και η Ανάσταση κηρύχθηκε με κίνδυνο της ζωής των μαρτύρων. Κανείς δεν πέθανε για να υποστηρίξει ότι ο Απολλώνιος "εξαφανίστηκε", ενώ χιλιάδες μαρτύρησαν για την Ανάσταση του Χριστού.

Η περίπτωση του Απολλωνίου είναι μια προσπάθεια της ύστερης αρχαιότητας να "αντιγράψει" τα χριστιανικά πρότυπα, ντύνοντάς τα με τον μανδύα της ελληνικής φιλοσοφίας, χωρίς όμως να διαθέτει την ιστορική και πνευματική βάση του Χριστιανισμού.

Η αναίρεση του Απολλωνίου από τον Ευσέβιο Καισαρείας στο έργο του "Κατά Ιεροκλέους" αποτελεί το πιο ισχυρό ιστορικό και θεολογικό ντοκουμέντο. 

Ο Ευσέβιος δεν αμφισβητεί απλώς τα γεγονότα, αλλά χρησιμοποιεί την λογική για να αποδείξει ότι ο Απολλώνιος ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ένας απλός φιλόσοφος και, στην χειρότερη, ένας μάγος.

Ο Ευσέβιος (το αναφέρω ξανά) παρατηρεί μια τεράστια λογική τρύπα στην διήγηση του Φιλοστράτου.

"Αν ο Απολλώνιος ήταν πράγματι προγνώστης και θεϊκός, γιατί χρειάστηκε να προετοιμάσει μια μακροσκελή απολογία για τον Δομιτιανό; Αν ήξερε ότι θα εξαφανιζόταν θαυματουργικά, η προετοιμασία της ομιλίας ήταν περιττή και δείχνει έναν άνθρωπο που φοβόταν και αγωνιούσε για την τύχη του".

Ο Ευσέβιος διαχωρίζει τα θαύματα του Χριστού από τις πράξεις του Απολλωνίου:

Τα θαύματα του Χριστού γίνονταν με μια προσταγή ("Θέλω, καθαρίσθητι") και είχαν μόνιμο, ευεργετικό αποτέλεσμα στην ανθρωπότητα.

Οι πράξεις του Απολλωνίου βασίζονταν σε "κρυφές τέχνες" (μαγεία). 

Ο Ευσέβιος τονίζει ότι ακόμα και οι δαίμονες μπορούν να κάνουν εντυπωσιακά πράγματα για να πλανέψουν τους ανθρώπους, αλλά αυτό δεν τους καθιστά θεούς.

Ο Ευσέβιος αποκαλεί τον Φιλόστρατο "ψευδολόγο" και επισημαίνει ότι οι διηγήσεις του για ταξίδια σε χώρες με δράκους και πυγμαίους υποβιβάζουν τον Απολλώνιο στο επίπεδο του παραμυθιού.

Σημειώνει ότι αν ο Απολλώνιος ήταν τόσο σπουδαίος όσο παρουσιάζεται, θα είχε αφήσει πίσω του μια ζωντανή κοινότητα και μια διδασκαλία που θα άλλαζε τον κόσμο, όπως έκανε ο Χριστός, αντί να παραμείνει μια θολή ανάμνηση σε ένα βιβλίο παραγγελίας.

Οι Απόστολοι και χιλιάδες μάρτυρες πέθαναν βασανιστικά επειδή είδαν τον αναστημένο Χριστό. Κανείς δεν πεθαίνει για ένα ψέμα που ο ίδιος κατασκεύασε.

Κανένας μαθητής του δεν μαρτύρησε για να υποστηρίξει την "θεότητά" του. Οι οπαδοί του ήταν απλοί θαυμαστές μιας φιλοσοφικής σχολής που σύντομα παρήκμασε.

Ο Απολλώνιος χρησιμοποιήθηκε ως "εργαλείο" από τον Ιεροκλή και την Ιουλία Δόμνα για να ανακοπεί ο Χριστιανισμός. 

Η αντίκρουση της Εκκλησίας ήταν τόσο αποτελεσματική που ο Απολλώνιος ξεχάστηκε για αιώνες, μέχρι να τον επαναφέρουν στο προσκήνιο νεότεροι πολέμιοι του Χριστιανισμού, οι νεοπαγανιστές.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος (γνωστός και ως Φιλόστρατος Β΄ ή Φιλόστρατος ο Αθηναίος), γεννήθηκε περίπου μεταξύ 160 και 170 μ.Χ., δηλαδή περίπου 70 χρόνια μετά τον θάνατο του Τυανέως. 

Ο,τι έγραψε το έγραψε ψάχνοντας και ρωτώντας.

Οι Ευαγγελιστές έγραψαν ό,τι έζησαν μαζί με τον Χριστό.

Άλλο οι μύθοι και τα παραμύθια κι άλλο η ιστορία.

Για να έχετε άποψη για οτιδήποτε διασταυρώστε το πρώτα πριν το απαγγείλετε ή το καταγράψετε.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Αρχαιολατρία, Χριστιανισμός, ειδωλολατρία


Είσαι αρχαιολάτρης ή ειδωλολάτρης;

Όταν λες είμαι αρχαιολάτρης εξαρτάται από το τι εννοείς με τον όρο "αρχαιολάτρης", καθώς η σχέση αυτή έχει δύο διαφορετικές πλευρές.

Υπάρχει η πολιτισμική και πνευματική αρχαιολατρία και υπάρχει και η θρησκευτική αρχαιολατρία, ο παγανισμός.

Ας τα δούμε αναλυτικά και τα δύο.

1. Πολιτισμική και Πνευματική Αρχαιολατρία

Αν η αρχαιολατρία σου σημαίνει τον σεβασμό, την μελέτη και τον θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την φιλοσοφία, τις τέχνες και την γλώσσα, τότε δεν υπάρχει κανένα κώλυμα.

Ο Χριστιανισμός, ειδικά στην Ορθόδοξη παράδοση, ενσωμάτωσε πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής σκέψης. 

Έγινε μια ιστορική σύζευξη. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του "Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων") προέτρεπαν τους χριστιανούς να μελετούν τους αρχαίους κλασικούς, κρατώντας τα "ωφέλιμα".

Για πολλούς, το να είσαι Έλληνας σημαίνει να αποδέχεσαι και τις δύο κληρονομιές ως συμπληρωματικές. 

2. Θρησκευτική Αρχαιολατρία (Νεοπαγανισμός)

Αν με τον όρο εννοεί κανείς την λατρεία των αρχαίων θεών (Δωδεκάθεο) ή την υιοθέτηση παγανιστικών τελετουργικών, τότε προκύπτει δογματική σύγκρουση.

Ο Χριστιανισμός είναι μονοθεϊστική θρησκεία που απαιτεί την πίστη αποκλειστικά στον Τριαδικό Θεό. 

Η λατρεία άλλων θεοτήτων θεωρείται "ειδωλολατρία" από την Ορθοδοξία και είναι ασυμβίβαστη με την χριστιανική ιδιότητα. 

Ο Χριστιανισμός διδάσκει ότι ο Χριστός είναι η μοναδική οδός σωτηρίας, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις κοσμοθεωρίες του αρχαίου πολυθεϊσμού. 

Μπορείς να είσαι Χριστιανός που αγαπά την Αρχαιότητα ως πολιτισμική ρίζα.

Δεν μπορείς να είσαι Χριστιανός και Παγανιστής ταυτόχρονα, καθώς οι θρησκευτικές τους βάσεις αλληλοαποκλείονται.

Ο Νεοπαγανισμός (ή σύγχρονος παγανισμός) είναι ένα κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, με ρίζες στον ρομαντισμό του 19ου αιώνα, και επιδιώκει την αναβίωση προχριστιανικών, πολυθεϊστικών και φυσιολατρικών θρησκειών της Ευρώπης. 

Η πολεμική των νεοπαγανιστών κατά του Χριστιανισμού, η οποία παρουσιάζει έξαρση, πηγάζει από την αντίληψη ότι ο Χριστιανισμός κατέστρεψε τους αυτόχθονες πολιτισμούς και τις θρησκείες τους. 

Οι ρίζες εντοπίζονται στις θεωρίες του Πλήθωνα (15ος αιών), στον ρομαντισμό και τους φυσιοκράτες του 19ου αιώνα, καθώς και στο αντιχριστιανικό κλίμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. 

Αναπτύχθηκε κυρίως στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, συχνά συνδεόμενος με τον αποκρυφισμό, την Θεοσοφία και κινήματα αναβίωσης (π.χ. Wicca, Γερμανικός Νεοπαγανισμός). 

Η κεντρική ηγεσία είναι απούσα. Δεν υπάρχει μία ενιαία αρχή, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές διαφορετικές τάσεις και οργανώσεις. Ειδωλολατρικό αλαλούμ.

Στην Ελλάδα το κίνημα εστιάζει στην "αρχαιολατρία" και την "ελληνολατρία", επιχειρώντας να αναβιώσει την αρχαία ελληνική πολυθεϊστική θρησκεία, συχνά μέσω ομάδων που αυτοαποκαλούνται "ελληνόψυχοι". 

Οι νεοπαγανιστές κατηγορούν τον Χριστιανισμό για "βίαιο εκχριστιανισμό", καταστροφή αρχαίων ναών, αγαλμάτων και βιβλίων κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. 

Θεωρούν ότι ο Χριστιανισμός είναι μια "ξενόφερτη" (ιουδαϊκή) θρησκεία που συνέτριψε τις αυτόχθονες εθνικές παραδόσεις. 

Καταφέρονται εναντίον της χριστιανικής διδασκαλίας, θεωρώντας την αντίθετη με την ελευθερία και την φυσιολατρία, ενώ συχνά προωθούν τον θρησκευτικό εθνικισμό. 

Επιδιώκουν την κατάργηση του Χριστιανισμού ως κυρίαρχης θρησκείας και την αποκατάσταση των "πατρώων θεών". 

Χρησιμοποιούν μεροληπτική παρουσίαση της ιστορίας για να στρέψουν την κοινή γνώμη κατά των Χριστιανών. 

Απαιτούν την κατεδάφιση χριστιανικών ναών που χτίστηκαν πάνω σε αρχαίους ναούς, την αλλαγή του ημερολογίου και την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών. 

Στοχεύουν στην δημιουργία διχόνοιας, λειτουργώντας, κατά τους θεολόγους, ως "εκπορθητικός κριός" για την αποχριστιανοποίηση της κοινωνίας. 

Κλασσικό παράδειγμα για το πώς βλέπουν την Παναγία.

Η ειδωλολατρική (παγανιστική) κριτική κατά του Χριστιανισμού, ειδικά κατά τους πρώτους αιώνες, συχνά επιχειρούσε να υποβαθμίσει τις χριστιανικές παραδόσεις ταυτίζοντάς τες με δικά τους, αρχαιότερα λατρευτικά πρότυπα. 

Η παρουσίαση της Παναγίας από ορισμένους παγανιστές ως κάποιας που "δεν μπήκε στον ναό" ή η ταύτισή της με ιέρειες βασίζεται σε μια προσπάθεια ερμηνείας της χριστιανικής πίστης μέσα από το πρίσμα της παγανιστικής μυθολογίας και λατρείας. 

Παγανιστές φιλόσοφοι και επικριτές (π.χ. στην Αλεξάνδρεια) προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η μορφή της Παναγίας ήταν μια χριστιανική "μεταμφίεση" της Ίσιδα(ο)ς, της Αρτέμιδος ή της Κυβέλης, παρουσιάζοντάς την ως μια "μητέρα θεά". 

Στο πλαίσιο αυτό, η είσοδός της στα Άγια των Αγίων (Εισόδια) μπορούσε να παρερμηνευτεί ή να αμφισβητηθεί, καθώς οι παγανιστές θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί απλώς αντέγραψαν τον ρόλο των παρθένων ιερειών που υπηρετούσαν στους ναούς των δικών τους θεών. 

Ορισμένοι παγανιστικοί κύκλοι, αντιδρώντας στην ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού, κατηγορούσαν τους χριστιανούς ότι κατασκεύασαν μια νέα "θεότητα" για να προσελκύσουν πιστούς. 

Η φράση "δεν μπήκε στον ναό" μπορεί να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια να αρνηθούν την ιερότητα της Παναγίας, παρουσιάζοντάς την ως μια κοινή γυναίκα που δεν είχε θέση στα Άγια, ενάντια στην εβραϊκή παράδοση που επικαλούνται τα Ευαγγέλια. 

Υπήρχε η τάση να συγχέονται οι ιερείς και οι ιέρειες των παγανιστικών ναών με την μορφή της Μαρίας. 

Οι παγανιστές έβλεπαν τις χριστιανικές εικόνες και τις τιμές προς το πρόσωπο της Παναγίας ως παρόμοιες με τις πρακτικές, που είχαν οι ίδιοι για τις ιέρειές τους. 

Η άρνηση της θεϊκής φύσης του Χριστού από τους παγανιστές (αλλά και από αιρετικούς της εποχής, όπως ο Νεστόριος) οδηγούσε αυτόματα στην υποβάθμιση της Παναγίας. 

Εφόσον δεν αναγνώριζαν τον Χριστό ως Θεό, η Μαρία δεν μπορούσε να είναι "Θεοτόκος", αλλά μια γυναίκα που απλώς υπηρετούσε έναν "νέο Θεό". 

Η κριτική αυτή δεν είχε ως στόχο την ιστορική ακρίβεια, αλλά την πνευματική και θρησκευτική αμφισβήτηση της Παναγίας, παρουσιάζοντάς την ως προϊόν παγανιστικής μίμησης. 

Από χριστιανικής θεολογικής πλευράς, ο νεοπαγανισμός θεωρείται αναβίωση της ειδωλολατρίας και συνδέεται με τον αποκρυφισμό

Η πολιτισμική αρχαιολατρία είναι η βαθιά εκτίμηση για τα επιτεύγματα του αρχαίου κόσμου (γράμματα, τέχνες, επιστήμες) ως θεμέλιο του σύγχρονου πολιτισμού, χωρίς αυτό να συνεπάγεται θρησκευτική πίστη στο Δωδεκάθεο.

Στην Ελλάδα, αυτή η προσέγγιση ονομάστηκε συχνά "Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός", μια προσπάθεια να γεφυρωθεί η κλασική κληρονομιά με την χριστιανική πίστη.

Πολλοί Χριστιανοί μελετούν τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη, θεωρώντας ότι οι ακρχαίοι φιλόσοφοι προετοίμασαν το έδαφος για τον Χριστιανισμό.

Για παράδειγμα, η έννοια του "Λόγου" στον Ηράκλειτο και τους Στωϊκούς χρησιμοποιήθηκε από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη για να περιγράψει τον Χριστό.

Η Καινή Διαθήκη γράφτηκε στην ελληνιστική κοινή. Η μελέτη των αρχαίων ελληνικών θεωρείται απαραίτητη για την κατανόηση των εκκλησιαστικών κειμένων και της θεολογίας.

Η αρχιτεκτονική των ναών και η βυζαντινή αγιογραφία έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική τέχνη και την γλυπτική. 

Ένας πολιτισμικός αρχαιολάτρης θαυμάζει τον Παρθενώνα ως αρχιτεκτονικό αριστούργημα, όχι ως ενεργό ναό της Αθηνάς.

Πολλές αξίες της αρχαιότητας, όπως η ανδρεία, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, ενσωματώθηκαν στις χριστιανικές αρετές.

Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της "συμβίωσης" είναι ο Μέγας Βασίλειος. 

Στην επιστολή του "Προς τους Νέους", παρομοιάζει την μελέτη των αρχαίων κειμένων με την μέλισσα: όπως η μέλισσα κάθεται σε όλα τα λουλούδια αλλά παίρνει μόνο το νέκταρ, έτσι και ο Χριστιανός πρέπει να διαβάζει τους αρχαίους, κρατώντας τα ηθικά διδάγματα και αφήνοντας πίσω τις μυθολογίες περί θεών.

Σήμερα, αυτή η μορφή αρχαιολατρίας θεωρείται από πολλούς ως ο συνεκτικός δεσμός της ελληνικής συνέχειας, αφού παρατηρούμε ότι υπάρχει αγάπη για το αρχαίο κάλλος και την σοφία, που συνυπάρχει αρμονικά με την βυζαντινή και την νεότερη παράδοση.

Η πιο εμβληματική περίπτωση σύνδεσης είναι η έννοια του "Λόγου". Πρόκειται για την τέλεια γέφυρα ανάμεσα στην αρχαία ελληνική διανόηση και την χριστιανική θεολογία.

1. Στην Αρχαία Ελλάδα

Για τους αρχαίους φιλοσόφους, ο "Λόγος" δεν ήταν απλώς η ομιλία, αλλά η παγκόσμια λογική που διέπει το σύμπαν.

Ο Ηράκλειτος, πίστευε ότι υπάρχει ένας αιώνιος "Λόγος" που ρυθμίζει τα πάντα και διατηρεί την τάξη στον κόσμο.

Οι Στωϊκοί θεωρούσαν τον Λόγο ως μια "σπερματική" δύναμη, μια θεία ενέργεια που βρίσκεται μέσα σε κάθε έμβιο ον και δίνει νόημα στη φύση.

2. Στον Χριστιανισμό

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης πήρε αυτή την γνωστή ελληνική λέξη και της έδωσε νέο, προσωπικό περιεχόμενο. Ξεκινά το Ευαγγέλιό του με τη φράση: "Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος".

Εδώ, ο Λόγος δεν είναι πια μια αφηρημένη ιδέα ή ένας νόμος της φύσης, αλλά ένα Πρόσωπο, ο Χριστός.

Ο Χριστιανισμός ουσιαστικά είπε στους αρχαιολάτρες της εποχής: "Αυτή τη συμπαντική λογική που αναζητάτε μέσω της φιλοσοφίας, εμείς την γνωρίσαμε ως άνθρωπο".

Ο Αριστοτέλης μιλούσε για την "μεσότητα" (το μέτρο). Η Εκκλησία υιοθέτησε την αποφυγή των άκρων, ονομάζοντάς την "βασιλική οδό" και θεωρώντας την απαραίτητη για την πνευματική ισορροπία.

Η διδασκαλία του Πλάτωνα για την αθάνατη φύση της ψυχής βοήθησε τους πρώτους Χριστιανούς να εξηγήσουν την δική τους πίστη για την ζωή μετά θάνατον στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Όταν ο Απόστολος Παύλος μίλησε στην Αθήνα, χρησιμοποίησε τον βωμό στον "Άγνωστο Θεό" για να τους πει ότι αυτόν που ήδη τιμούσαν χωρίς να τον ξέρουν, ήρθε να τους τον αποκαλύψει.

Αυτή η διαδικασία ονομάζεται "εκχριστιανισμός του Ελληνισμού" και ταυτόχρονα "Ελληνισμός του Χριστιανισμού". 

Αν δεν υπήρχε η αρχαιολατρία των Βυζαντινών λογίων, πολλά από αυτά τα αρχαία κείμενα δεν θα είχαν διασωθεί μέχρι σήμερα.

Είναι εντυπωσιακό, αλλά σε αρκετούς νάρθηκες (στον προθάλαμο) βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών, κυρίως σε μοναστήρια, θα βρεις τοιχογραφίες αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.


Αυτή η παράδοση ονομάζεται "Οι Έλληνες Φιλόσοφοι στην Ορθόδοξη Αγιογραφία".

Ποιοι απεικονίζονται;

Συνηθέστερα θα δεις τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Σωκράτη, τον Σόλωνα, τον Θουκυδίδη, ακόμη και τον Ερμή τον Τρισμέγιστο.

Πώς απεικονίζονται;

Χωρίς φωτοστέφανο: Δεν θεωρούνται άγιοι της Εκκλησίας, γι' αυτό δεν έχουν την αίγλη των αγίων.

Με ενδυμασία σοφού: Φορούν αρχαιοπρεπείς χιτώνες και κρατούν ειλητάρια (περγαμηνές).

Στις περγαμηνές που κρατούν δεν αναγράφονται φιλοσοφικά θεωρήματα, αλλά φράσεις που η Εκκλησία ερμήνευσε ως "προαισθήσεις" για τον ερχομό του Χριστού ή την Τριαδικότητα του Θεού.

Γιατί βρίσκονται μέσα σε μια εκκλησία;

Η παρουσία τους έχει συμβολικό χαρακτήρα.

Είναι οι "Προ Χριστού Χριστιανοί": Η Εκκλησία τους τίμησε ως τους ανθρώπους που έφτασαν στο υψηλότερο σημείο της ανθρώπινης λογικής, αναζητώντας την Αλήθεια πριν την αποκάλυψη του Χριστού.

Τοποθετούνται στον νάρθηκα για να δείξουν ότι η θύραθεν (η εξωτερική, αρχαία) σοφία είναι το "σκαλοπάτι" που σε προετοιμάζει να εισέλθεις στο κυρίως μέρος του ναού, όπου βρίσκεται η Θεία Σοφία.

Πού μπορείς να το δεις κανείς;

Χαρακτηριστικά παραδείγματα υπάρχουν στην Μονή Φιλανθρωπηνών στα Ιωάννινα (στο νησάκι της λίμνης), στο Άγιον Όρος (Μονή Μεγίστης Λαύρας), καθώς και σε ναούς στην Καστοριά και τα Μετέωρα.

Είναι μια οπτική απόδειξη ότι η πολιτισμική αρχαιολατρία δεν είναι απλώς συμβατή με τον Χριστιανισμό, αλλά αποτελεί οργανικό κομμάτι της ιστορικής του διαδρομής.

Αυτές οι τοιχογραφίες είναι πραγματικά "κρυμμένα διαμάντια" της ελληνικής παράδοσης. Οι πιο διάσημες τοποθεσίες όπου μπορείς να τις θαυμάσεις είναι:

Α. Μονή Φιλανθρωπηνών (Νησί Ιωαννίνων): Ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Στον νάρθηκα του ναού (κτισμένος τον 13ο αιώνα) απεικονίζονται επτά σοφοί της αρχαιότητας: ο Πλάτων, ο Απολλώνιος, ο Σόλων, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Θουκυδίδης και ο Χίλων.

Β. Μονή Μεγίστης Λαύρας (Άγιον Όρος): Στην Τράπεζα της μονής υπάρχει η απεικόνιση της "Ρίζας του Ιεσσαί", όπου στην βάση της εμφανίζονται αρχαίοι φιλόσοφοι ως προάγγελοι της χριστιανικής πίστης.

Γ. Μετέωρα (Μονή Μεγάλου Μετεώρου): Θα βρεις παρόμοιες τοιχογραφίες που δείχνουν πώς η μοναστική κοινότητα σεβόταν την αρχαία γνώση.

Δ. Ναός Παναγίας Κουμπελίδικης (Καστοριά): Μια από τις παλαιότερες και πιο ατμοσφαιρικές εκκλησίες της πόλης, όπου η αρχαιότητα "συνομιλεί" με την βυζαντινή τέχνη.

Αν βρεθείς ποτέ σε αυτά τα μέρη, αξίζει να αναζητήσεις αυτές τις μορφές στους τοίχους· είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η αγάπη για την αρχαία Ελλάδα και η χριστιανική πίστη περπάτησαν χέρι-χέρι για αιώνες.

Ας δούμε μερικές από τις πιο εντυπωσιακές λεπτομέρειες αυτών των τοιχογραφιών, που θα σε βοηθήσουν να καταλάβεις πώς η αρχαιότητα "φιλοξενείται" μέσα στον χριστιανικό ναό.

Οι "Προφήτες" της Θύραθεν Παιδείας

Στη Μονή Φιλανθρωπηνών στα Ιωάννινα, οι επτά αρχαίοι σοφοί (Πλάτων, Αριστοτέλης, Σόλων, Θουκυδίδης, Πλούταρχος, Απολλώνιος και Χίλων) εικονογραφούνται στον νότιο εξωνάρθηκα. 

Οι περγαμηνές που κρατούν περιέχουν φράσεις που η Εκκλησία ερμήνευσε ως "προαισθήσεις" για την χριστιανική διδασκαλία: 

Ο Πλάτων συχνά κρατά περγαμηνή που αναφέρεται στην "Virgin mother-bride" και τον "sole child of God", προμηνύοντας την γέννηση του Χριστού από την Παναγία.

Ο Αριστοτέλης σε κάποιες απεικονίσεις, το ρητό του αναφέρεται στον "essential Word" (τον Λόγο) που γεννιέται από την φύση του Θεού.

Ο Θουκυδίδης εμφανίζεται να διακηρύττει ότι ο Κύριος είναι ο μοναδικός δημιουργός των πάντων. 

Γιατί αυτή η επιλογή;

Η παρουσία τους δεν είναι τυχαία. Θεωρούνται "προ Χριστού Χριστιανοί". 

Η Εκκλησία πίστευε ότι ο Θεός φώτισε το πνεύμα τους (ο "Σπερματικός Λόγος") ώστε να προσεγγίσουν την αλήθεια μόνο με την δύναμη της λογικής τους. 

Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον Έλληνα Χριστιανό να κρατάει την εθνική και πολιτισμική σου περηφάνια για την αρχαιότητα, ενώ ταυτόχρονα παραμένεις πιστός στη χριστιανική σου ταυτότητα. Είναι μια σύνθεση που αναγνωρίζει ότι η αλήθεια μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους μέσα στην ιστορία.

Ελπίζω να βοήθησα ώστε ο αναγνώστης του άρθρου να δει αυτή την "γέφυρα" ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο και την χριστιανική παράδοση. 



"Πίστευε και μη ερεύνα". Είναι Χριστιανικό δόγμα;

Συχνά ακούμε την φράση: "Πίστευε και μη ερεύνα".

Σε τι αναφέρεται στην πραγματικότητα η φράση;

Η φράση "πίστευε και μη ερεύνα" δεν είναι γραμμένη στην Αγία Γραφή, ούτε αποτελεί επίσημη θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πρόκειται για ένα απόφθεγμα άγνωστης προέλευσης, που συχνά αποδίδεται λανθασμένα στους Ιησουίτες και χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τυφλή πίστη.

Η Καινή Διαθήκη ενθαρρύνει την έρευνα, όπως στο "Ερευνάτε τας Γραφάς" (Ιωάννης 5:39).

Η φράση συχνά αναφέρεται εσφαλμένα για να επικρίνει την θεολογία, ενώ η Ορθόδοξη παράδοση προτρέπει την γνώση και όχι την τυφλή αποδοχή.

Βασικά είναι ένας κοινός μύθος (urban legend) ότι η φράση αυτή υπάρχει σε θρησκευτικά κείμενα.

Η φράση αυτή δεν έχει έναν επιβεβαιωμένο συγγραφέα ή μια συγκεκριμένη ιστορική πηγή, αλλά αποτελεί ένα απόφθεγμα άγνωστης προέλευσης που έχει επικρατήσει στον λαϊκό λόγο.

Οι επικρατέστερες θεωρίες για την προέλευσή της:
Κέλσος (2ος αιώνας μ.Χ.): Μία από τις πιο τεκμηριωμένες ιστορικές αναφορές συνδέει την φράση με τον αρχαίο φιλόσοφο Κέλσο, ο οποίος ήταν πολέμιος του Χριστιανισμού.
Στο έργο του «Αληθής Λόγος» (το οποίο σώζεται αποσπασματικά μέσω του Ωριγένη), ο Κέλσος κατηγορούσε τους Χριστιανούς ότι δεν επιτρέπουν την έρευνα και απαιτούν τυφλή πίστη. 

Επομένως, θεωρείται ότι η φράση ίσως δημιουργήθηκε από αντιπάλους του Χριστιανισμού προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να τον γελοιοποιήσουν.

Πολλοί ερευνητές αποδίδουν την φράση στο τάγμα των Ιησουιτών (Καθολική Εκκλησία) και συγκεκριμένα στον κανόνα της απόλυτης υπακοής προς την ιεραρχία, αν και δεν υπάρχει καταγεγραμμένη ως επίσημο δόγμα τους με αυτή την ακριβή διατύπωση.

Υπάρχει επίσης η άποψη ότι αποτελεί παραφθορά (διαστρέβλωση) της ρήσης του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Επιχάρμου "Πίστευε και ερεύνα", στην οποία προστέθηκε αργότερα το "μη".

Μια δημοφιλής θεωρία υποστηρίζει ότι η φράση έχει αλλοιωθεί από την παράλειψη ενός κόμματος. Το υποτιθέμενο αρχικό νόημα ήταν "Πίστευε και μη, ερεύνα", δηλαδή "Είτε πιστεύεις είτε όχι, να ερευνάς". Ωστόσο, οι περισσότεροι θεολόγοι θεωρούν και αυτή την εκδοχή αυθαίρετη, καθώς δεν εντοπίζεται σε κανένα παλαιό κείμενο.

Τι ισχύει στην πραγματικότητα;
Στην Ορθόδοξη Θεολογία και την Αγία Γραφή, η στάση είναι η ακριβώς αντίθετη. Η προτροπή του Χριστού είναι το "Ερευνάτε τας Γραφάς" (Ιωάννης 5:39).

Δεν γνωρίζουμε λοιπόν ποιος την πρωτοείπε, και αν πράγματι είναι αυτό ένα Χριστιανικό δόγμα!

Η παραδοξότητα της φράσης

Η φράση αυτή, πράγματι είναι ένα μυστήριο. Και ο λόγος είναι ο εξής: Αυτοί που την λένε, αν είναι Χριστιανοί, είναι άνθρωποι είτε αγράμματοι, είτε άσχετοι με την Χριστιανική πίστη.

Αν πάλι την λέει μη Χριστιανός, (Παγανιστής ειδωλολάτρης, άπιστος ή Προτεστάντης), την αποδίδει στους Χριστιανούς ως μομφή σκοταδισμού.

Θέλει να λέει δηλαδή, ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν τυφλά σε όσα τους λένε, χωρίς έρευνα, και ότι αυτός είναι ο τρόπος τους.

Όμως κανένας από αυτούς δεν ξέρει να μας πει, από πού προκύπτει αυτή η φράση, και αν πράγματι ποτέ οι Χριστιανοί πίστευαν σε κάτι τέτοιο!

Από την άλλη μεριά, όταν ακούμε αυτήν την φράση από Χριστιανούς που γνωρίζουν την πίστη τους, την λένε μόνο για να μεμφθούν άλλους, ή για να αρνηθούν ότι αυτό είναι ένα Χριστιανικό δόγμα.

Είναι λοιπόν μια φράση τύπου: "ράδιο αρβύλα" που λένε και οι φαντάροι. Την λένε πολλοί, όμως όλοι τους έχουν μεσάνυχτα για την προέλευσή της, και για την αξιοπιστία της!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Πώς είναι δυνατόν, να είναι μια φράση Χριστιανική, αλλά οι Χριστιανοί που γνωρίζουν την πίστη τους, να την αρνούνται; Πώς είναι τότε δυνατόν, αυτοί που την λένε, να την θεωρούν πίστη των Χριστιανών όταν οι Χριστιανοί δεν την αναγνωρίζουν;
Και πώς αυτοί που την αποδίδουν στους Χριστιανούς, δεν ξέρουν να μας πουν από πού προκύπτει;

Είναι ή δεν είναι η φράση αυτή Χριστιανικό δόγμα;

Γιατί κανείς δεν γνωρίζει να μας διαφωτίσει επαρκώς για την προέλευση και την σημασία της;

Προσπάθειες αναίρεσης της φράσης

Είναι εντυπωσιακό, ότι την φράση αυτή, προσπάθησαν να την αναιρέσουν, τόσο οι Χριστιανοί, όσο και οι Προτεστάντες, για να μεμφθούν τους Χριστιανούς, που υποτίθεται ότι την αποδέχονται. Και για την αναίρεσή της, χρησιμοποιήθηκαν οι δύο εξής τρόποι:

1. Αντιπαράθεση Αγιογραφικού εδαφίου:

Ο πρώτος αυτός τρόπος, είναι ένας τρόπος ημιμάθειας, που προκαλεί ειρωνικό μειδίαμα σε όσους γνωρίζουν. Αυτός ο τρόπος αναίρεσης, ξεκίνησε από ημιμαθείς Προτεστάντες, και πέρασε σε Χριστιανούς που δεν γνωρίζουν την πίστη τους, έτσι ώστε σήμερα, από κοινού, Προτεστάντες και άσχετοι Χριστιανοί, να τον παπαγαλίζουν.

Προσπαθούν λοιπόν να πουν ότι αυτή η ρήση δεν είναι Χριστιανική, χρησιμοποιώντας το εδάφιο της Αγίας Γραφής που βρίσκεται στο Ιωάννης 5/ε: 39.

Συνήθως δεν ξέρουν ούτε καν πού βρίσκεται, και λένε μόνο: "Η Αγία Γραφή λέει: "Ερευνάτε τας γραφάς", άρα πρέπει να ερευνάμε, και το "πίστευε και μη ερεύνα είναι αντιχριστιανική ρήση".

Πράγματι, στο εδάφιο εκείνο, λέει αυτή την φράση. Όμως δεν λέει μόνο αυτή! Ολόκληρο το εδάφιο είναι το εξής, μαζί με το επόμενο εδάφιο, το 40: "39 ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν· και εκείναι εισιν αι μαρτυρούσαι περί εμού· 40 και ου θέλετε ελθείν προς με ίνα ζωήν έχητε".

Με απλά λόγια, στο εδάφιο αυτό, λέει ο Χριστός: "Ερευνάτε τις γραφές, επειδή θεωρείτε ότι έτσι θα βρείτε ζωή, και (πράγματι), αυτές είναι που μαρτυρούν για Εμένα. Αλλά δεν θέλετε να έρθετε προς Εμένα, για να έχετε ζωή".

Όπως παρατηρεί κανείς το εδάφιο δεν έχει καμία σχέση με την χρήση που κάνουν οι ημιμαθείς εκείνοι, που το χρησιμοποιούν εναντίον του: "Πίστευε και μη ερεύνα", γιατί αν και πράγματι υπάρχει στο εδάφιο η φράση: "ερευνάτε τας γραφάς", δεν είναι μόνη της.

Οι ημιμαθείς χρησιμοποιούν την φράση ξεκομμένη, και όταν την χρησιμοποιούν έτσι, φαίνεται ως Προστακτική. Σαν να προστάζει δηλαδή ο Χριστός, να "ερευνάμε τις γραφές". Όμως ο Χριστός, δεν χρησιμοποιεί εκεί προστακτική.

Η φράση "ερευνάτε τας γραφάς", είναι μέρος μιας ευρύτερης πρότασης, όπου ο Χριστός λέει ότι καλή είναι μεν η έρευνα των Γραφών, αλλά για να βρει κάποιος ζωή, πρέπει να πιστέψει και να ΠΑΕΙ στον Χριστό, ο οποίος μαρτυρείται προφητικά από τις γραφές.

Ο Χριστός εδώ λοιπόν, ούτε αρνείται την έρευνα των γραφών, αλλά ούτε την προστάζει. Μάλιστα λέει ότι δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα για την σωτηρία, μάλιστα είναι και ανεπαρκής από μόνη της!
Και αυτό σημαίνει, ότι ΚΑΚΩΣ χρησιμοποιούν κάποιοι αυτό το εδάφιο, ενάντια στο "Πίστευε και μη Ερεύνα".

2. Πονηριά με τα σημεία στίξης

Ο δεύτερος τρόπος που χρησιμοποιείται για την αναίρεση του: "Πίστευε και μη ερεύνα", είναι διπλά πονηρός.

Κάποιοι, όταν ακούνε αυτήν την φράση με την οποία φυσικά δεν συμφωνούν, σκέφτονται πονηρά: "Λες να υπάρχει πράγματι αυτή η φράση στην Ορθόδοξη γραμματεία, και να διαψευσθώ αν την αρνηθώ;"
Προτιμούν λοιπόν, αντί να την αρνηθούν, να την ΑΛΛΟΙΩΣΟΥΝ και να αντιστρέψουν το νόημά της. Λένε λοιπόν σε όσους τους κατηγορούν για το: "Πίστευε, και μη Ερεύνα":

"-Βάζετε λάθος το κόμμα στην φράση. Το κόμμα πάει στο "μη", και όχι στο "πίστευε". Η φράση είναι: "Πίστευε και μη, ερεύνα". Δηλαδή: "Είτε πιστεύεις, είτε όχι, να ερευνάς". Έτσι και την φράση κρατάνε, και αντιστρέφουν το νόημά της, νιώθοντας ασφαλείς!

Αν όμως κάποιος τους ρωτήσει: "Πού το βρήκατε αυτό γραμμένο με το κόμμα έτσι;", φυσικά δεν ξέρουν να του απαντήσουν, γιατί είναι και αυτή μια εντελώς αυθαίρετη θέση.

Το θέμα έχει "σασπένς"! Είναι πολύ ενδιαφέρον, το τι συμβαίνει γύρω από μια φράση, την οποία ΟΥΔΕΙΣ γνωρίζει από πού προκύπτει, αλλά τόσοι πολλοί την χρησιμοποιούν, ή αγωνίζονται με αλλοιώσεις να την αναιρέσουν!

Αποδέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία την έρευνα της πίστης;

Ατιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό είναι ένα ερώτημα που μας αφορά άμεσα. Γιατί αν ίσχυε το: "Πίστευε και μη Ερεύνα", πώς θα ήταν δυνατόν εμείς να ερευνούμε το Χριστιανικό δόγμα, και να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί;

Και όσο κι αν προκαλεί γέλιο, αυτό είναι ένα ερώτημα, που έχει τεθεί πολλές φορές, από άσχετους ανθρώπους, που έχουν δέσει στο μυαλό τους το: "Πίστευε και μη ερεύνα", ως σίγουρο Χριστιανικό δόγμα.

Ας δούμε παραδείγματα που καλούν σε έρευνα, από την Ορθόδοξη υμνογραφία:

Η Ανάσταση του Χριστού, είναι το κεντρικό Χριστιανικό δόγμα. Αν λοιπόν η Εκκλησία μας επιτρέπει, και μάλιστα μας ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ερευνήσουμε την ίδια την Ανάσταση του Χριστού, πόσο μάλλον όλα τα άλλα!

Δείτε τι λέει ένα τροπάριο της Κυριακής του Θωμά:

Χαίρεις ερευνώμενος!
Διό, Φιλάνθρωπε,
Προς τούτο προτρέπεις τον Θωμάν.

Όχι μόνο ο Χριστός δεν είπε στον ("άπιστο") Θωμά "πίστευε και μη ερεύνα", αλλά τον προέτρεψε να ελέγξει με τα ίδια του τα χέρια τις τρύπες από τα καρφιά Του!

Αυτά τα απλά, αποτελούν απόδειξη, πως η Ορθοδοξία ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ερευνούμε.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα επ' αυτού η υμνολογία της Κυριακής του Θωμά από το Πεντηκοστάριο. Η υμνολογία της ημέρας είναι εκπληκτική!

Προσέξτε ότι οι Πατέρες λένε ότι ο Θωμάς απουσίασε "οικονομικώς" στην πρώτη εμφάνιση του Κυρίου (δηλαδή κατ' οικονομίαν!) έτσι ώστε να αποδειχθεί η Ανάσταση και με έρευνα.

Α.
Των Μαθητών δισταζόντων,
τη ογδόη ημέρα, επέστη ο Σωτήρ, ού ήσαν συνηγμένοι,
και την ειρήνην δους τω Θωμά εβόησε:
Δεύρο Απόστολε, ψηλάφησον παλάμας, αις τους ήλους έπηξαν.

Ω καλή απιστία τού Θωμά!
των πιστών τας καρδίας εις επίγνωσιν ήξε,
και μετά φόβου εβόησεν:
Ο Κύριός μου και ο Θεός μου, δόξα σοι.

Β.
Των θυρών κεκλεισμένων, επέστης Χριστέ προς τους Μαθητάς,
Τότε ο Θωμάς, οικονομικώς ουχ ευρέθη μετ' αυτών,
έλεγε γάρ, ου μη πιστεύσω, εάν μη ίδω καγώ τον Δεσπότην,
ίδω την πλευράν, όθεν εξήλθε το αίμα, το ύδωρ, το βάπτισμα,
ίδω την πληγήν, εξ ης ιάθη το μέγα τραύμα ο άνθρωπος,
ίδω, πώς ουκ ην, ως πνεύμα, αλλά σάρξ και οστέα.
Ο τον θάνατον πατήσας, και Θωμάν πληροφορήσας,
Κύριε, δόξα Σοι.

Πιστεύουμε ότι τα παραπάνω είναι επαρκή, για να δείξουν ότι η Χριστιανική πίστη είναι πίστη ΕΡΕΥΝΑΣ και τεκμηρίωσης και όχι ευπιστίας.

Η προέλευση του "πίστευε και μη ερεύνα".

Η ιδεολογία αυτή, της "πίστης χωρίς έρευνα", με άλλα λόγια φυσικά, ανάγεται στην αρχαιότητα. Ανιχνεύει κανείς τις καταβολές της, από την φιλοσοφία του Πλάτωνα.

Ίσως είναι και αρχαιότερη, και απλώς ο Πλάτωνας την επανέλαβε.

Ο Πλάτωνας μέσα στο θεολογικό του πνεύμα ουδέποτε χρησιμοποίησε αλληγορική ερμηνεία των μύθων ή την κριτική τους, αλλά ανάφερε πάντοτε με σεβασμό τους "θεούς" (Φίληβ. 12, c) «το δ΄ εμόν δέος αεί προς τα των θεών ονόματα ουκ έστι κατ΄ άνθρωπον αλλά πέρα του μεγίστου φόβου».

Αυτά ήταν επιδράσεις της ευσεβούς του καταγωγής την οποία παρέλαβε κατά τα παιδικά του χρόνια.

Η καρδιά του είχε νικήσει και σ’ αυτόν τις αμφιβολίες του πνεύματος, και στον Τίμαιο (40, d) αναγνωρίζει την παραδιδόμενη Ομηρική και Ησιόδεια γένεση και την σειρά τους:

«καίπερ άνευ τε εικότων και αναγκαίων αποδείξεων»

Αυτή η φράση, είναι: "πίστευε και μη ερεύνα", με άλλα λόγια. Δεν χρειάζονται αποδείξεις δηλαδή για να δεχθεί την πίστη αυτή.

Φυσικά το "πίστευε και μη ερεύνα" υπήρχε σε κάθε περίοδο και σε κάθε περιοχή της ανθρώπινης ιστορίας, (με γνωστότερο τον Παπικό μεσαίωνα), ως πρακτική αυτών που δεν είχαν επιχειρήματα, για να στηρίξουν τις απόψεις τους.

Το Χριστιανικό: "Πίστευε και μη ερεύνα"

Κι όμως το: "πίστευε και μη ερεύνα", είναι πραγματικά Χριστιανική ρήση.

Απίστευτο;

Ας το ΕΡΕΥΝΗΣΟΥΜΕ!

Γράφει ο Αθανάσιος Θεολόγος:

"...ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΕΙΣ ΠΑΤΕΡΑ,
ΜΗ ΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ ΔΕ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ

ΠΡΟΣΚΥΝΕΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ, ΜΗ ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΟΝΩΝ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

ΑΝΥΜΝΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ, ΜΗ ΕΚΖΗΤΩΝ ΤΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ      
..." (Αθανάσιος Θεολόγος, Quaestiones ad Antiochum Vol 28 page 600 line 27 - 31.)

Το "πίστευε και μη ερεύνα" λοιπόν, δεν είναι έτσι σκέτο στην Χριστιανική του μορφή. Έχει συγκεκριμένη εφαρμογή.

Το Χριστιανικό "πίστευε και μη ερεύνα", ισχύει ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΚΤΙΣΤΟΥ.
Δηλαδή ισχύει μόνο για το: "ΠΩΣ" της Αγίας Τριάδος. Για τίποτα άλλο!

Και ο λόγος είναι ότι αυτά τα ζητήματα είναι καταστάσεις εκτός χρόνου, έξω από την εμπειρία μας, και είναι ασύλληπτα.

Και γίνονται κατανοητά, μόνο για όσους ΤΑ ΒΙΩΣΟΥΝ όταν ενώνονται με τον Θεό και καθίστανται άχρονοι, συνεπώς ΘΕΟΛΟΓΟΙ.

Οι άλλοι δεν είναι δυνατόν να τα κατανοήσουν, όπως ο εκ γενετής τυφλός δεν κατανοεί το κόκκινο χρώμα, όσο κι αν του το εξηγήσεις.

Αν ο τυφλός σου ζητάει επίμονα: "Πες μου ΠΩΣ είναι το κόκκινο χρώμα", θα του εξηγήσεις μεν ΤΙ είναι, αλλά πάλι δεν θα το εννοήσει εμπειρικά. Και στο τέλος θα του πεις: "μη το ψάχνεις".

Έτσι και για την Αγία Τριάδα. Μπορούμε να κατανοήσουμε με την έρευνα το "Τι" είναι, και "Ποιος" είναι ο Θεός, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το "Πως".

Μόνο λοιπόν ΣΤΟ "ΠΩΣ" ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ έχει εφαρμογή η "μη έρευνα".

Να καταλαβαίνουμε τι λέμε. Το "τι" και το "ποιος", ακόμα και στην Αγία Τριάδα είναι ερευνήσιμο, και μάλιστα καλούμαστε να το ερευνάμε.

Συμπέρασμα:

Οι Χριστιανοί είναι ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ. Πιστεύουν με βάση αποδείξεις.
Ο Θεός χαίρει ερευνώμενος.
Και μας προτρέπει, να ερευνήσουμε όχι μόνο τα της πίστεως, αλλά και Αυτόν τον  Ίδιο!

Αλλά επειδή είμαστε κτιστά όντα, η δυνατότητα κατανόησής μας, φτάνει μόνο στο ΤΙ, και στο ΠΟΙΟΣ.

Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να εννοήσουμε το "ΠΩΣ", δηλαδή την Άκτιστη Θεία Ουσία. Επειδή είναι άχρονη και άπειρη.

Όπως ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι τα χρώματα. Αυτά είναι πράγματα που τα κατανοείς μόνο εξ' εμπειρίας.

Όσοι λοιπόν νομίζουν ότι οι Χριστιανοί είναι ευκολόπιστοι και δεν ερευνούν την πίστη τους, κάνουν λάθος.

Και όσοι νομίζουν ότι το "πίστευε και μη ερεύνα" έχει γενική εφαρμογή, πάλι κάνουν λάθος.

Και όσοι νομίζουν ότι μπορούν με την έρευνα να "εξετάσουν" την ουσία του Θεού, πάλι λανθάνουν.

Σας προτρέπω λοιπόν, να συνεχίσετε να ερευνάτε εντατικά όπως εμείς, οι χριστιανοί, το "ΤΙ" και το "ΠΟΙΟΣ" της πίστεως, για να μπορέσουμε όλοι μας κάποτε, εξ εμπειρίας, βιώσουμε την Θεία Ζωή.

Κάποια αθεο-παγανιστικά στοιχεία με τις διαστρεβλώσεις τους, προσπαθούν να παραποιηθεί το θέμα: "Πίστευε και μη ερεύνα" κι  εκτίθενται για μια φορά ακόμα.

Εσείς οι παγανιστές τρελαίνεστε όταν σας αποκαλύπτουν οι ενημερωμένοι χριστιανοί τις παρερμηνείες και τις προσπάθειες που κάνετε  να κατηγορήσετε την Εκκλησία ως δήθεν "σκοταδιστική".

Οι αποκαλύψεις, σας χαλάνε την "συνταγή", διότι οι παρερμηνείες σας, κρατάνε ομήρους στο σκοτάδι τους ημιμαθείς οπαδούς σας.

Το αντιχριστιανικό δόγμα: "πίστευε και μη ερεύνα", υπήρχε ΗΔΗ στην αρχαία Ελλάδα, και διδασκόταν από επιφανείς αρχαίους Έλληνες Σοφούς!

Ανεβάζουν άρθρα και κάνουν σχόλια καποιοι ημιμαθείς παγανιστές.

Κατασκευάζουν ένα ανούσιο παιχνίδι με τις λέξεις, ένα ιδεολογικό πυροτέχνημα για να γίνονται επιφανειακές συζητήσεις.

Ας δούμε το πότε κυκλοφόρησε το "πίστευε και μη ερεύνα", αν και ο Χρήστος Γιανναράς θεωρεί ότι είναι "ένα σύνθημα άγνωστης προέλευσης".

Στα τελευταία χρόνια, κυκλοφορούσε συνήθως ως ένα ρητό που υποτίθεται υπήρχε αυτούσιο μέσα στην Αγία Γραφή με την έννοια της ανεξέταστης αποδοχής διαφόρων θρησκευτικών προτάσεων.

Έγραφε σχετικά ο καθηγητής Νικ. Ματσούκας:

"Παρ’ ημίν σε θέματα θεολογικά ή εκκλησιαστικά υπάρχει ασυλία και ο κάθε διανοούμενος μπορεί να λέει ό,τι θέλει χωρίς ντροπή όπως ότι στην Αγία Γραφή βρίσκεται το πίστευε και μη ερεύνα!".

Με τον καιρό έγινε κατανοητό ότι τελικά δεν υπήρχε στην Αγία Γραφή, οπότε το αντιχριστιανικό αυτό ευφυολόγημα έμεινε για λίγο στα αζήτητα.

Βεβαίως, όσοι θεολόγοι απαντούσαν ότι τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει στις Γραφές, δεν εννοούσαν μόνο ότι δεν υπάρχει αυτούσιο, αλλά επιχειρηματολογούσαν ταυτόχρονα ότι δεν έχει και καμία σχέση με την Εκκλησιαστική Πίστη.

Ο παραδοσιακός Παν. Τρεμπέλας έγραφε:

"Η πίστις, η εκζητουμένη υπό της θεολογίας ούτε εκτυφλωτική είναι, ούτε ταυτίζεται προς την ευπιστίαν. Το […] "πίστευε και μη ερεύνα" δεν είναι αξίωμα ευαγγελικόν […] Η υπό της θεολογίας εκζητουμένη πίστις δεν ταυτίζεται προς την ευπιστίαν […] το λογικόν δεν αποτυφλούται ουδέ καταδουλούται υπό της πίστεως".

Το ίδιο και ο δογματολόγος Ν. Ματσούκας:

"Aτυχώς […] επιστήμονες ή περί τα πράγματα της πίστης ασχολούμενοι, εξαιτίας ελαττωματικής και ατροφικής γνώσης των χριστιανικών αληθειών, νομίζουν ότι πίστη σημαίνει μια αδύναμη αφέλεια ή ότι η Αγία Γραφή διδάσκει το πίστευε και μη ερεύνα".

Το ποια είναι η θέση της Βιβλικής και ταυτόχρονα Πατερικής θεολογίας για το ζήτημα του "Πίστευε και μη ερεύνα" θα το δούμε αργότερα, διότι προέχουν μερικές απαντήσεις για το ζήτημα της προ-χριστιανικής εμφάνισής του.

Το "Πίστευε και μη ερεύνα" της προχριστιανικής εποχής: Ξενοφώντας, Σωκράτης, Πλάτωνας, Ερμητικά κείμενα, Αρριανός, Ιουλιανός, Πρόκλος

Στην σημερινή εποχή της ψηφιακής αναζήτησης (η οποία δίνει την δυνατότητα να μετατρέπονται σε "ερευνητές" και άνθρωποι που ουδέποτε σε άλλη περίπτωση θα κάθονταν να ανοίξουν βιβλία για να μελετήσουν το οτιδήποτε), βρήκαν, λέει, μία φράση που τους μοιάζει εξωτερικά πολύ με το "Πίστευε και μη ερεύνα".

Η φράση αυτή ανήκει στον Θεόδοτο επίσκοπο Αγκύρας, και βρίσκεται σε μια ομιλία του η οποία διαβάστηκε κατά την διάρκεια των εργασιών της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (η οποία έγινε στην Έφεσο το έτος 431 και διήρκεσε περίπου 40 ημέρες).

Η φράση αυτή είναι:

"πίστευε τω θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον".

Πράγματι, είναι μια φράση που μοιάζει πολύ, αλλά θέλει μεγάλη προσπάθεια να καταλάβει κάποιος την σημασία αυτού του ευρήματος το οποίο με …θριαμβολογικό τόνο παρουσιάζουν κάποια blogs με μια γαρνιτούρα από σοβαρή αμάθεια, καθώς ονομάζουν την ομιλία του Θεόδοτου …"θεόπνευστη"!

Φαίνεται πως κάπου "πήρε το αυτί τους" για το κύρος των Οικουμενικών Συνόδων, είδαν ότι η ομιλία διαβάστηκε στις εργασίες της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, οπότε μπέρδεψαν στο μυαλό τους την όλη κατάσταση και ονόμασαν την ομιλία θεόπνευστη.

Δεν γνωρίζουν ασφαλώς ότι για την Εκκλησία, η θεοπνευστία που σχετίζεται με τις Συνόδους, δεν βρίσκεται σε κάθε εισήγηση, ομιλία ή επιστολή μεμονωμένου Θεολόγου ή Πατέρα, αλλά στις τελικές αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων (οι οποίες μάλιστα, για να είναι έγκυρες, πρέπει να γίνουν πρώτα γνωστές και αποδεκτές από το σύνολο του Εκκλησιαστικού Σώματος, λαού και κλήρου, διαδικασία που ολοκληρώνεται με σχετικές επιστολές προς όλες τις εκκλησιαστικές περιφέρειες).

Δηλαδή αυτή η παράθεση μιας φράσης του Θεοδότου, δεν θα μπορούσε να αποδείξει απολύτως τίποτε.

Όμως για να μην μπερδευόμαστε αυτήν την στιγμή, θα δούμε παρακάτω με λεπτομέρεια τι ακριβώς σημαίνει η φράση αυτή του Θεοδότου Αγκύρας όπως και άλλες παρόμοιες που έχουν διατυπώσει Πατέρες της Εκκλησίας.

Ένα επιχείρημα πάντως που έχει χρησιμοποιηθεί για ανάλογα ζητήματα είναι το εξής:

"Είναι δύσκολο να καταλάβεις την έννοια του θεού και αδύνατο να την διατυπώσεις... δεν είναι δυνατό να καταλάβεις με κάτι ατελές το τέλειο... τα σώματα μπορούμε να τα δούμε με τα μάτια μας και με την γλώσσα μας μπορούμε να μιλήσουμε για όσα φαίνονται δεν μπορεί όμως να γίνει κατανοητό από τις αισθήσεις μας ό,τι είναι ασώματο, ό,τι δεν φαίνεται, ό,τι δεν έχει σχήμα και ό,τι δεν έχει υλική υπόσταση... ό,τι είναι αδύνατο να καθορίσεις, αυτό είναι ο θεός".

Είναι σαν να τους βλέπουμε μπροστά μας τους επίδοξους (παρ)ερμηνευτές της Ορθοδοξίας, να ψάχνουν να βρουν ποιος Πατέρας της Εκκλησίας είπε τα λόγια αυτά.

Μην κουράζονται όμως…

Διότι το παράθεμα είναι παρμένο από την συλλογή κειμένων που κυκλοφόρησε κάτω από το όνομα του Ερμή Τρισμεγίστου, και αποτελεί μια επεξηγηματική εκδοχή του "Πίστευε και μη Ερεύνα", ειδωλολατρικής προέλευσης, μόνο που διατυπώνεται με την προειδοποίηση "καταλαβέσθαι ου δυνατόν"!

Μάλιστα, τα Ερμητικά επιχειρήματα μας θυμίζουν πολύ την διατύπωση που έκανε μόλις τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο πολύ γνωστός αρχαίος ιστορικός, ο Αρριανός (περ. 95-175 μ.Χ.), ο οποίος εκτός από ιστορικός, ήταν και εκδότης μιας σειράς διαλέξεων του Επίκτητου (από την εποχή που ο Αρριανός ήταν μαθητής του φιλοσόφου), και παρ’ όλ’ αυτά διατύπωσε το "Πίστευε και μη Ερεύνα", μια έννοια που μέχρι τώρα κάποιοι είχαν την εντύπωση ότι αφορά την χριστιανική γραμματεία:

"Πλην γε δη ότι ουκ ακριβή εξεταστήν χρη είναι των υπέρ του θείου εκ παλαιού μεμυθευμένων. Τα γαρ τοι κατά το εικός ξυντιθέντι ου πιστά, επειδάν το θείον τις προσθή τω λόγω, ου πάντη άπιστα φαίνεται".

που σημαίνει:

"Δεν πρέπει κανείς να λεπτολογεί σχετικά με όσα από τα παλιά χρόνια διέσωσαν οι μύθοι για τους θεούς. Γιατί, αυτά που για όποιον επιχειρήσει να τα ερμηνεύσει με την λογική φαίνονται απίστευτα, αν προσθέσει στην λογική το θεϊκό στοιχείο, δε φαίνονται εντελώς απίστευτα".

Και μάλλον, η διατύπωση του Αρριανού μας φέρνει στο νου μια ακόμη παλαιότερη επίκληση του περιεχομένου της περίφημης ρήσης, την οποία σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, έκανε ο περίφημος φιλόσοφος Σωκράτης τον 5ο αιώνα π.Χ.!

Διαβάζουμε σε ένα εξαιρετικά διδακτικό εδάφιο του Στοβαίου για τις απαρχές του "Πίστευε και μη Ερεύνα":

"Ότι μεν γαρ τα θεία υπέρ ημάς, παντί δήλον· απόχρη δε το κρείττον της δυνάμεως αυτούς σέβειν. Οίοι δ' εισίν, ούτε ευρείν ράδιον ούτε ζητείν θεμιτόν· ουδέ γαρ δεσποτών φύσιν η πράξιν δούλους δεί ειδέναι, οίς ουδέν πλέον υπηρεσίας προσήκει. Πότε γαρ, ω Αισχίνη, Σωκράτους ακήκοέ τις ουρανίων πέρι λέγοντος η γραμμάς εις επανόρθωσιν παραινούντος μανθάνειν;".

Δηλαδή:

"Είναι φανερό στον καθένα ότι τα θεϊκά πράγματα είναι πάνω από τις δυνατότητες μας· είναι ικανοποιητικό να σέβονται όλοι ό,τι είναι πάνω από την δύναμή τους. Τι είναι οι θεοί, αυτό ούτε είναι εύκολο να το βρει κάποιος ούτε είναι θεμιτό να το αναζητεί· διότι την φύση ή τις ενέργειες των κυρίων τους δεν πρέπει να τις ξέρουν οι δούλοι, που δεν έχουν άλλο καθήκον από το να τους υπηρετούν.
Διότι πότε, Αισχίνη, έχει ακούσει κάποιος τον Σωκράτη να μιλάει για τα ουράνια ή να συμβουλεύει να μαθαίνουμε για διόρθωση των γραμμών;".

Άλλωστε η τοποθέτηση του Ξενοφώντα δεν απέχει πολύ από τα όσα αντιλαμβάνονται και σύγχρονοι μελετητές για το μέτρο της ευσέβειας στην Κλασική Ελλάδα:

"Για άλλους λόγους πάλι, η κοινή γνώμη της Αθήνας δεν δέχεται με επιείκεια τα επιστημονικά πειράματα. Οι αστρονόμοι και οι επιστήμονες εμφανίζονται εύκολα ως βλάσφημοι, αφού, σε αυτήν την περίπτωση, η βλασφημία συνίσταται στην αποϊεροποίηση του ουρανού και των άστρων, τα οποία λατρεύονται σαν θεότητες.

Ο Πρωταγόρας εξορίστηκε, ο Αναξαγόρας οδηγήθηκε στην φυλακή και δεν αποφυλακίστηκε παρά με την βοήθεια του ίδιου του Περικλή, αλλά έφυγε από την Αθήνα, η οποία δεν ήταν ασφαλώς η πρωτεύουσα της ελευθερίας της σκέψης.
Ακόμη και ο Σωκράτης πιστεύει ότι δεν είναι και τόσο χρήσιμο να ερευνά κανείς την τροχιά των άστρων, τις κινήσεις των πλανητών και τα αίτια τους.

Τα ίδια, φυσικά, διαπιστώνει και ο καθηγητής Dodds:

"Στο τελευταίο τρίτο του 5ου αιώνα π.Χ. συναντάμε "διωγμούς των διανοούμενων για λόγους θρησκευτικούς" καθώς η έλλειψη πίστης στο υπερφυσικό και η διδασκαλία της αστρονομίας αποτελούσαν αξιόποινα αδικήματα".

Και ο Ξενοφώντας, ιδιαίτερα ενοχλημένος από τις συκοφαντίες κατά του Σωκράτη, σημειώνει στα "απομνημονεύματα" του:

"Κανείς ποτέ δεν είδε τον Σωκράτη να κάνει ούτε τον άκουσε να λέει τίποτε ασεβές ή ανόσιο. Γιατί δεν συζητούσε για την φύση του σύμπαντος, όπως έκαναν οι περισσότεροι από τους άλλους φιλοσόφους, εξετάζοντας πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, όπως τον αποκαλούν οι σοφιστές, και από ποιους φυσικούς νόμους διέπεται το κάθε ουράνιο σώμα, αλλά και όσους ασχολούνταν με τέτοια πράγματα τους αποδείκνυε ανόητους [...].

Γι' αυτούς τους ανθρώπους ο Σωκράτης σκεφτόταν και τα ακόλουθα· [...] αυτοί που ερευνούν τα θεία νομίζουν πως, αφού μάθουν σε ποιους φυσικούς νόμους τούτα υπόκεινται, θα δημιουργούν, όταν θέλουν, ανέμους και βροχές και τις εποχές του έτους και ό,τι άλλο από αυτά χρειάζονται· ή δεν ελπίζουν τίποτα από αυτά, αλλά είναι αρκετό γι' αυτούς να μάθουν με ποιο τρόπο γίνεται το καθένα.

Γι' αυτούς λοιπόν που ασχολούνταν με τα πράγματα τούτα, αυτά έλεγε. Ο ίδιος όμως μιλούσε πάντα για τα ανθρώπινα...".

Όπως καταλαβαίνουμε, αν και δεν είμαστε βέβαιοι από πότε ξεκίνησε, είδαμε πάντως ότι το "Πίστευε και μη Ερεύνα" είναι σίγουρα αιώνες παλαιότερον του Χριστιανισμού.

Μα νόμισαν κάποιοι bloggers ότι επειδή έμαθαν να γράφουν δύο όρους-κλειδιά σε μια μηχανή αναζήτησης, ή σε μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσυνης και επειδή πήραν το ύφος του μεγάλου διδασκάλου και πολύ έπαρση, θα έμεναν αναπάντητες οι φλυαρίες τους;

Διότι για φλυαρίες πρόκειται, όταν το "Πίστευε και μη Ερεύνα" βλέπουμε πράγματι να χρησιμοποιείται στον αρχαίο μας πολιτισμό, τον οποίο τόσο συχνά μας φέρνουν διάφοροι ως παράδειγμα προόδου σε αντιδιαστολή όμως με τον Χριστιανισμό.

Και οι bloggers αυτοί, αν και αυτοονομάζονται "ερευνητές ανακριβειών", εντούτοις έχουν βαθιά άγνοια για το γεγονός ότι το ρητό εμφανίζεται κατ’ επανάληψιν σε κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας.

Και φυσικά, ούτε και οι ισχυρισμοί περί του εδαφίου από τον "Τίμαιο" [40d] θα μείνουν ανεξέταστοι, και μόνο αφού κλείσουν τα ζητήματα αυτά θα μπορούμε να προχωρήσουμε στην ανάλυση της Βιβλικής και ταυτόχρονα Πατερικής θέσης σχετικά με την πίστη, και κατά πόσο αυτή επιτυγχάνεται με ανεξέταστη αποδοχή διαφόρων θρησκευτικών προτάσεων ("Πίστευε και μη Ερεύνα") ή κατορθώνεται με έρευνα, και ποιου είδους έρευνα είναι αυτή.

Στο ζήτημα λοιπόν του "Πίστευε και μη Ερεύνα", εμπλέκεται και ένα πλατωνικό εδάφιο από τον "Τίμαιο", το 40d, που σε μετάφραση λέει τα εξής:

"Όσο για τις άλλες θεότητες, η γνώση και η εξιστόρηση της γέννησής τους ξεπερνά τις δυνάμεις μας. Πρέπει να εμπιστευτούμε όσους μίλησαν γι’ αυτά τα πράγματα στο παρελθόν, αφού, ως απόγονοι οι ίδιοι των θεών όπως ισχυρίστηκαν ότι είναι, γνώριζαν καλά τους προγόνους τους. Είναι αδύνατον να αμφισβητήσει κανείς τα λεγόμενα των παιδιών των θεών, ακόμα κι όταν μιλούν χωρίς εύλογες και αναγκαίες αποδείξεις.

Ένας παλαιότερος μεν, αλλά αξιόλογος μελετητής, ο πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός Ιωάννης Καλιτσουνάκης, έγραφε:

"Η καρδία είχε νικήσει και παρ' αυτώ τας τυχόν αμφιβολίας του πνεύματος του, εν δε τω "Τιμαίω"(40, d) αναγνωρίζει την παραδεδομένην ομηρικήν και ησιόδειον γένεσιν και σειράν αυτών ‘"καίπερ άνευ τε εικότων και αναγκαίων αποδείξεων’" λεγομένων.

Είναι εντυπωσιακό ότι ο αυτοκράτορας Ιουλιανός δεν βρίσκει καμία ειρωνική χροιά στο απόσπασμα, του Πλάτωνα και μάλιστα επιχειρηματολογεί σχετικά:

"Αλλά άκου τι λέει ο Πλάτωνας· "Το δέος, Πρώταρχε, για τα ονόματα των θεών δεν είναι ανθρώπινο [...] [...] Αυτά λέγονται στον "Φίληβο" και παρόμοια στον "Τίμαιο", πρέπει άπλα και χωρίς αποδείξεις να πιστεύουμε όσα λένε οι ποιητές για τους θεούς.
Τα κείμενα αυτά στα παρέθεσα για να μην παρερμηνεύσεις την πλατωνική διδασκαλία, όπως πολλοί Πλατωνικοί, από το γεγονός ότι ο Σωκράτης έχει στην φύση του την ειρωνία. Στο κείμενο αυτό άλλωστε δεν πρόκειται για τον Σωκράτη, αλλά είναι ο Τίμαιος που τα λέει αυτά και μόνο ειρωνικός δεν είναι".

Η μαρτυρία αυτή του Ιουλιανού είναι σημαντική για δύο λόγους:

α) Γνωρίζουμε με βεβαιότητα όχι μόνο την αγάπη του Ιουλιανού για τον Πλάτωνα, αλλά και την ευρύτητα της παιδείας του αυτοκράτορα. Τίποτα δεν αποκλείει ο Ιουλιανός να διδάχθηκε, να άκουσε ή να διάβασε αυτήν την ερμηνεία στο εδάφιο του Τιμαίου.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ήταν μια ερμηνεία που θεώρησε την γραφή του Πλάτωνα κυριολεκτική και καθόλου ειρωνική, ερμηνεία που μπορούσε να σταθεί στη φιλοσοφική σκέψη της εποχής.

β) Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ένας νεο-πλατωνικός και φανατικός αντιχριστιανός όπως ο Ιουλιανός δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να αποδεχτεί το "Πίστευε και μη ερεύνα"!

Αλλά δεν θα μείνουμε εδώ, καθώς και ο μεταγενέστερος Πρόκλος (412-485 μ.Χ.), κανέναν ενδοιασμό δεν έχει για μία κυριολεκτική ερμηνεία του πλατωνικού αποσπάσματος. Ας δούμε πως το ερμηνεύει στο "Υπόμνημα του στον Τίμαιο", αυτός ο σημαντικός νεοπλατωνικός, Αθηναίος και μάλιστα επικεφαλής της Ακαδημίας.

"Αυτός που γνωρίζει τα πράγματα με μια απλή νόηση, ακόμα και στα ζητήματα που φαίνονται δυσδιάκριτα και δυσεπίλητα, βρίσκει τον δρόμο της λύσης ανατρέχοντας στην θεϊκή γνώση και στην θεόπνευστη νόηση, μέσω της οποίας όλα γίνονται φανερά και γνωστά· γιατί όλα υπάρχουν μέσα στους θεούς και αυτό που έχει συμπεριλάβει από πριν τα πάντα μπορεί να συμπληρώσει και τα άλλα με την γνώση του. Αυτό, λοιπόν, έχει κάνει εδώ και ο Τίμαιος (σελ. 507) [...]

Οι ψυχές αυτού του είδους επιστρέφουν στους προγόνους τους και γεμίζουν με θεόπνευστη νόηση από εκείνους· η γνώση τους είναι θεόπνευστη, συνδέεται με τον θεό μέσω του θεϊκού φωτός και βρίσκεται υπεράνω κάθε άλλης γνώσης που επιτυγχάνεται είτε μέσω πιθανών επιχειρημάτων είτε μέσω αποδείξεων· γιατί η γνώση που προέρχεται από τα πιθανά επιχειρήματα ασχολείται (σελ. 508) με τη φύση και με τις γενικές αρχές που υπάρχουν μέσα στα άτομα· η γνώση που προέρχεται από τις αποδείξεις ασχολείται με την ασώματη ουσία και με τα αντικείμενα της επιστήμης· μόνο η θεόπνευστη γνώση ενώνεται με τους ίδιους τους θεούς (σελ. 509)".

Άρα, οι φίλοι bloggers μπορούν πλέον να δουν ότι η άνευ ειρωνικής χροιάς αποδοχή του πλατωνικού εδαφίου είναι ένα ιστορικό και φιλολογικό γεγονός που μπορεί να συζητηθεί ή να σχολιαστεί, όμως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Θα πρέπει να μάθουν να είναι προσεκτικοί όταν διατυπώνουν πομπώδεις τίτλους χωρίς να έχουν κοπιάσει στην έρευνα για να βρουν και άλλες πλευρές ενός ζητήματος. Θα δείξουν το σχετικό θάρρος και να παραδεχτούν το λάθος τους για τα όσα υβριστικά έγραψαν;

Η Θέωση ως δυνατότητα πλησιάσματος και γνώσης στα του Θεού πέρα από την φυσική επιστήμη, είναι μια σαφής θέση των Πατέρων της Εκκλησίας.

Βεβαίως η Θέωση δεν συνδέεται με κάποιο άσκοπο κυνήγι της γνώσης, αλλά κατακτιέται ως προϊόν της αγάπης για τον Θεό και έχει σωτηριολογικό σκοπό, και κάθε θεία γνώση μεταδίδεται από τους θεούμενους στους άλλους ανθρώπους.

Όπως είδαμε, καθόλου δεν εμποδίζεται ο Πρόκλος να υιοθετήσει μια, ας πούμε, "παρόμοια" με τους Πατέρες θέση. Ο Πρόκλος δεν βλέπει καθόλου ειρωνικά το εδάφιο του Πλάτωνα, ούτε είναι διατεθειμένος βέβαια να παραδεχτεί ότι υπάρχει περίπτωση να αποδεχτεί κάτι χωρίς καμία έρευνα.

Ακριβώς, και οι Πατέρες της Εκκλησίας απορρίπτουν εντελώς το ζήτημα της αποδοχής κάποιων ανεξέταστων καταστάσεων. Δέχονται απόλυτα την έρευνα, μόνο που η μέθοδος της έρευνας αυτής - όταν ο άνθρωπος φτάσει στα όρια της φυσικής επιστήμης - είναι πλέον μιας άλλης τάξης, είναι μια έρευνα που κατακτιέται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο και λέγεται Θέωση.

Είναι μια μέθοδος έρευνας που, τηρουμένων των αναλογιών, αποδέχεται απόλυτα ο Πρόκλος που επί της ουσίας συμφωνεί πως ο Πλάτωνας πράγματι μιλάει για αποδοχή δεδομένων χωρίς αποδείξεις προερχόμενες από την φυσική επιστήμη.
Προσθέτει όμως ο Πρόκλος την ερμηνεία, ότι δεν θα μείνουν τα πράγματα χωρίς έρευνα, απλά θα υπάρξει κάποιου τύπου "μεταφυσική" έρευνα και πληροφόρηση.

Οπωσδήποτε, η παραπάνω ερμηνεία του Πρόκλου είναι εντυπωσιακά "χριστιανική" και φέρνει στον νου μας μια βασική αιτία εκχριστιανισμού, που ήταν η διά μέσου του νεοπλατωνισμού:

"Στους κύκλους των λογίων ειδωλολατρών επικρατούσε τον τέταρτο αιώνα μια τάση συγκρητισμού και ανοχής όλων των θρησκειών: "δε φτάνει κανείς από ένα μόνο δρόμο σ' ένα τόσο μεγάλο μυστήριο".

Έτσι, ένας ειδωλολάτρης αξιωματούχος μπορούσε με σχετικά ήσυχη συνείδηση να δεχτεί το τυπικό μέρος της χριστιανικής λατρείας [...]

Στην θρησκευτική μεταστροφή των λογίων είχαν συντελέσει δύο κυρίως παράγοντες: το θρησκευτικό κίνημα, που είχε τις ρίζες του στο νεοπλατωνισμό, και η διατήρηση της κλίμακας των κοινωνικών αξιών που αποτελούσαν την βάση της ελληνορωμαϊκής παιδείας.

Η νέα θρησκευτική έμφαση που δόθηκε στο νεοπλατωνισμό όπως και η λατρεία του Ύψιστου Θεού και του Αήττητου Ηλίου, ήταν ένα σύμπτωμα της ριζικής αλλαγής που είχε υποστεί η μη χριστιανική σκέψη τον τρίτο αιώνα".

Διαμέσου Ξενοφώντα και Σωκράτη, Πλάτωνα, Ερμή Τρισμέγιστου, Αρριανού, Ιουλιανού και Πρόκλου, δόθηκε μια σαφής απάντηση ότι το "Πίστευε και μη ερεύνα" υπήρχε κανονικότατα στην μη χριστιανική σκέψη ανά τους αιώνες.

Υπάρχει αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα στο "Πίστευε και μη ερεύνα" και στην Εκκλησιαστική Πίστη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε φορά που γίνεται χρήση αυτού του ρητού ενάντια στην Ορθόδοξη Πίστη, υπονοείται μια υποταγή σε κάποια αυθεντία με ανεξέταστη αποδοχή αρχών και αξιωμάτων.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Αρχικά αν και αποτελεί κάτι το παράδοξο, εντούτοις υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει θεϊσμός, από την μία, και τι σημαίνει από την άλλη Εκκλησιαστική Πίστη στον Τριαδικό Θεό.

Ο Alister McGrath, ένας πανέξυπνος άνθρωπος, μοριακός βιοφυσικός και θρησκειολόγος, παίρνοντας αφορμή από την ανεύθυνη επιχειρηματολογία του Ρ. Ντόκινς (του συγγραφέα του γνωστού βιβλίου "Η περί θεού Αυταπάτη"), γράφει στο βιβλίο του "Η Αυταπάτη του Dawkins":

"Οι άθεοι λένε ότι πολλοί άνθρωποι, πιστεύουν στον Θεό. Γιατί; Επειδή θέλουν παρηγοριά. Συνεπώς, οι άθεοι, ισχυρίζονται πως όσοι πιστεύουν, προβάλλουν ή «εξαντικειμενικεύουν» τις επιθυμίες τους κι αυτό το ονομάζουν «Θεό».
Άρα αυτός ο μη υπαρκτός «Θεός» είναι απλώς η προβολή της ανθρώπινης επιθυμίας".

Και συνεχίζει ο Alister McGrath απαντώντας ότι το να θέλεις να μην υπάρχει Θεός δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι αυτό είναι και …αλήθεια, και φυσικά το εν λόγω επιχείρημα του Ντόκινς, το οποίο υπονοεί ότι όλες οι κοσμοθεωρίες αποτελούν απαντήσεις σε ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες, θα πρέπει υποχρεωτικά - αν θέλει να παραμένει τίμιο - να συμπεριλάβει και τον …αθεϊσμό!

Εδώ λοιπόν, εκτός από μια θαυμάσια ανατροπή του συγγραφέα στα επιχειρήματα του Ντόκινς, ο οποίος έχει κάνει το σφάλμα να μην λάβει υπόψη του την ψυχολογική ανάγκη κάποιου να είναι άθεος, βλέπουμε και μια σειρά από συνήθη ευφυολογήματα περί θεού αντενδείξεων που έχει αναπτύξει ο αθεϊσμός και ο αγνωστικισμός: ότι είναι ψυχολογική ανάγκη, επιθυμία, αυθυποβολή, ασφάλεια, "αν δεν υπήρχε θάνατος, δεν θα υπήρχε Θεός" κ.λπ. κ.λπ.

Ελάχιστοι όμως έχουν παρατηρήσει ότι τα εν λόγω επιχειρήματα, αφορούν μόνο τον θεϊσμό, αλλά όχι την Εκκλησιαστική Πίστη στον Τριαδικό Θεό!

Η Εκκλησιαστική Πίστη δεν είναι θεϊσμός, δηλαδή δεν αφορά μια απρόσωπη ανώτερη δύναμη, για την οποία επιχειρηματολογούμε για την απόδειξη της με όρους φιλοσοφικούς περί "πρώτης αρχής", περί "πρώτου ακινήτου", περί "ενστίκτου που οδηγεί όλους τους λαούς σε κάποιον θεό" κ.λπ.

Η περίπτωση του θεϊσμού είναι αυτή που πιθανόν θα απαιτήσει "πίστευε και μη ερεύνα", τουλάχιστο ως προς το είδος του "θεού" στο οποίο θα καταλήξει η κάθε στοχαστική αναζήτηση, η οποία θα απαιτήσει και κάποια αξιώματα στην πορεία της σκέψης της.

Είναι όμως πραγματικότητα, ότι σε όσους επικαλούνται αερολογίες περί ανεξέταστης αποδοχής της Εκκλησιαστικής Πίστης, χρειάζεται μια ενημέρωση η οποία να ξεκινά από το Α και να θυμίζει ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ υπήρξε ανεξέταστη αποδοχή από την Εκκλησία, αλλά το αντίθετο, η πίστη στον Τριαδικό Θεό ξεκίνησε από την βασικότερη αρχή που θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει για να καταλήξει σε βεβαιότητες: την εμπειρική γνώση και το βίωμα!

Για ποιον Θεό μας μιλάει η πρώτη εκκλησία; Για τον θεό του ενστίκτου; Για τον θεό της ψυχολογίας; Για τον θεό των επιθυμιών;

Ασφαλώς όχι!

Η πρώτη χριστιανική κοινότητα, η αρχική Εκκλησία μας λέει ξεκάθαρα ότι εμείς "σας γράφουμε για τον ζωοποιό Λόγο, που υπήρχε εξαρχής. Εμείς τον έχουμε ακούσει και τον έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια. Μάλιστα τον είδαμε από κοντά, και τα χέρια μας τον ψηλάφησαν.

Όταν η ζωή φανερώθηκε, την είδαμε με τα μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, την μαρτυρία μας και σας μιλάμε για την αιώνια ζωή που ήταν με τον Πατέρα, φανερώθηκε όμως σ’ εμάς.

Αυτό που είδαμε κι ακούσαμε, το αναγγέλλουμε σ’ εσάς, για να συμμετάσχετε κι εσείς μ’ εμάς στην ίδια κοινωνία, που είναι η κοινωνία με τον Πατέρα και με τον Υιό του τον Ιησού Χριστό.

Είναι σαφές λοιπόν ότι όσον αφορά τα θεμέλια αυτής της Εκκλησιαστικής Πίστης, το ρητό "Πίστευε και μη Ερεύνα" παρουσιάζεται ως μια τραγική παρανόηση!

Ακόμη και για εμάς, που δεν ήμασταν μπροστά στο θεμελιώδες γεγονός της πίστης μας που ακούει στο όνομα Ιησούς Χριστός, υπάρχει μήπως κάποια εντολή για ανεξέλεγκτη αποδοχή θεολογικών προτάσεων; Ασφαλώς και όχι. Η πίστη μας δεν έχει καμία σχέση με κάτι τέτοιο αφού:

"Έστι δε πίστις ελπιζομένων ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ, ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ ου βλεπομένων".

Εδώ δεν υπάρχει κάποια θεωρία περί ανεξέλεγκτης αποδοχής κάποιων απροσδιόριστων καταστάσεων. Αντιθέτως, βλέπουμε ότι η πρώτη Εκκλησία ονομάζει την πίστη της, ελπίδα σε κάτι υπαρκτό, κάτι που έχει υπόσταση και μπορεί να ελεγχθεί!

Κάποιοι δηλαδή μας μιλάνε αφελώς για ένα δήθεν "Πίστευε και μη Ερεύνα" και εμείς το βλέπουμε να συντρίβεται από το αγιογραφικό "έστι δε πίστις Πραγμάτων Έλεγχος"!

Και πως γίνεται αυτός "ο έλεγχος των πραγμάτων που δεν βλέπονται"; Μα και αυτό υπάρχει. Πλήρης μεθοδολογία για αρχαρίους διατυπωμένη από τον Ιησού:

"Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστε και ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς".

Και πάλι λοιπόν, ενώ μας μιλάνε για τα δήθεν "Πίστευε και μη Ερεύνα" εμείς βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο, τον τρόπο του "Γνώσεσθε την Αλήθειαν"!

Μας μιλάνε για δήθεν "Πίστευε και μη Ερεύνα" και εμείς βλέπουμε κλήση σε βίωμα, σε "πείραμα", σε συγκεκριμένο δρόμο, συγκεκριμένο τρόπο, με συγκεκριμένα βήματα!

Ας ακολουθήσουν τον δρόμο όσοι αμφισβητούν. Αλλά προσοχή: εδώ δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Η πρόταση για γνώση της αλήθειας ΔΕΝ λέει πουθενά:

- κάνε ότι προσεύχεσαι,

- παρίστανε ότι αγαπάς,

- φόρα απλώς ένα ράσο,

- πήγαινε από έθιμο για εξομολόγηση,

- κάνε υποκριτικούς Σταυρούς,

- λάβε από συνήθεια την Θεία Κοινωνία.

Εδώ δεν χωράνε τεχνάσματα.
Ο δρόμος για την Αλήθεια είναι ένας, και περνά απαραίτητα μέσα από το ΑΛΗΘΩΣ και ποτέ από το "υποκριτικώς". Έστω και ένα μικρό βήμα να γίνει, αυτό θα πρέπει να έχει πάντα ως γνώμονα το ΑΛΗΘΩΣ.

Όποιος λοιπόν ακολουθήσει τον δρόμο αυτό, θα φτάσει στο "Γνώσεσθε την Αλήθειαν" και έτσι, ξεκάθαρα απορρίπτει ο Χριστός, οι Πατέρες, η Εκκλησία, κάθε προσπάθεια του οποιουδήποτε να παραχαράξει την γνήσια διδασκαλία και να  μιλήσει για "Πίστευε και μη Ερεύνα".

Άρα, ας ξεχάσουν κάποιοι τις επιχειρηματολογίες για θεούς της ψυχολογίας, των ενστίκτων, της ανάγκης. Αυτά τα επιχειρήματα δεν αφορούν τα θεμέλια της Εκκλησιαστικής Πίστης.

Βεβαίως, οι Πατέρες της Εκκλησίας συχνά αναφέρθηκαν σε πολλές από τις γνωστές "ενδείξεις περί Θεού" και μάλιστα, ίσως μερικοί δεν έχουν προσέξει ότι τέτοιες ενδείξεις χρησιμοποιούνται ακόμη και στην Αγία Γραφή: "Πας γαρ οίκος κατασκευάζεται υπό τινός, ο δε πάντα κατασκευάσας Θεός" (Εβρ. 3,4).

Αυτές όμως οι ενδείξεις δεν διαχωρίστηκαν ΠΟΤΕ από το γεγονός Χριστός, με αποτέλεσμα να μην τεθεί ποτέ σε ισχύ κάποιου είδους "πίστευε και μη ερεύνα" και αναζήτησης μέσω στοχασμού.

Αντιθέτως, πάντα προηγείται το βίωμα δίπλα στον Θεάνθρωπο Χριστό ή το βίωμα μίμησης του Θεανθρώπου με όλο το πλάτος και το βάθος της ύπαρξής μας, και κατόπιν ακολουθεί η ενασχόληση με μια σειρά ενδείξεων που καταλήγει φυσικά όχι στον οποιοδήποτε τυχαίο Θεό (όπως λένε κάποιοι αφελώς "όλοι οι Θεοί είναι ίδιοι, όλοι πιστεύουμε στον ίδιο Θεό" κ.λπ.), αλλά σε έναν και μόνο και πολύ συγκεκριμένο Θεό:

Τον Ένα και Τριαδικό Θεό, τον οποίο γνωρίσαμε διαμέσου του Θεανθρώπου Υιού, αυτού που Έπαθε, Σταυρώθηκε και Αναστήθηκε μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης ΙΣΤΟΡΙΑΣ, στην μοναδική φορά που μαρτυρείται ΙΣΤΟΡΙΚΑ στην ανθρωπότητα όχι η γνωστή αναζήτηση του ανθρώπου για τον Θεό, αλλά αντιθέτως, η αναζήτηση του Θεού για τον άνθρωπο, με σκοπό, από Αγάπη να του δείξει τον Δρόμο μιας επ’ άπειρο προόδου προς το "καθ’ ομοίωσιν", επιτυγχάνοντας την πολυπόθητη Σωτηρία, δηλαδή την ιδανική κατάσταση της υπάρξεώς του, Σωματικής και Ψυχικής.

Η Σωτηρία αυτή, είναι τελικά μια "εν Χριστώ" Σωτηρία, μοναδική και ανεπανάληπτη, χωρίς άλλες όμοιες ή παρόμοιες, ακριβώς όσο μοναδικός και ανεπανάληπτος είναι και ο ίδιος ο Χριστός και η Σωτηρία αυτή επιτυγχάνεται μόνο με μίμηση Χριστού.

Γι’ αυτό ποτέ δεν μπόρεσαν οι Πατέρες να αποδεχτούν οποιαδήποτε άλλη λατρεία, γι’ αυτό υπήρξε και υπάρχει τόση δυσκολία με τις αιρέσεις.

Δεν μπορεί η Εκκλησία ως κοινωνία Ανάστασης να "ξεχάσει" ότι έχει γνωρίσει έναν και συγκεκριμένο Χριστό και Θεό, μέσω της μετοχής των μελών της σε μια συνεχή πορεία χιλιάδων χρόνων που φτάνει μέχρι και το ίδιο το ΙΣΤΟΡΙΚΟ γεγονός "Χριστός" και η οποία περιλαμβάνει άπειρα όμοια εν Χριστώ βιώματα ανθρώπων τα οποία βασίζονται στην κοινή πορεία μίμησης Χριστού.

Δεν μπορεί η Εκκλησία να "ξεχάσει" ότι έχει γνωρίσει έναν και συγκεκριμένο Χριστό και Θεό, μέσω της μετοχής των μελών της σε μια συνεχή πορεία Μυστηριακής ζωής και ακριβών ανατυπώσεων του βιώματος της πρώτης Εκκλησίας, τα οποία συντελούνται μέσα στην άχρονη κιβωτό που ονομάζεται Θεία Λατρεία ("άχρονη" σε σημείο να γίνεται λόγος για το ότι ο Χριστός Γεννάται ή Σταυρώνεται ΣΗΜΕΡΑ).

Δεν μπορεί η Εκκλησία να "ξεχάσει" αυτό που είδε και ξέρει, ή να κάνει εύκολες υποχωρήσεις όταν γνωρίζει πως η εν Χριστώ Σωτηρία, στηρίζεται στην μίμηση της ανεπανάληπτης μοναδικότητας του Ιησού Χριστού, όπως αυτή έχει εξαρχής βιωθεί.

Οι Πατερικές προτάσεις για τον τρόπο προσέγγισης των μυστηρίων του Θεού

Αφού είδαμε τα πρώτα στοιχεία, ότι η Βιβλική Παράδοση, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μετάδοση εκείνων των εμπειριών Χριστού της πρώτης κοινότητας που είναι απαραίτητες για να συμμετάσχουμε κι εμείς στην ίδια κοινωνία με τον Θεό (και όχι πλήρης εξιστόρηση ή βιογραφία), ας εξετάσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια εκείνες τις Πατερικές ρήσεις που κάποιοι θεωρούν ότι μοιάζουν με το "πίστευε και μη ερεύνα" της αρχαίας ελληνικής ευσέβειας.

Πέρα λοιπόν από την φράση του Θεοδότου, "πίστευε τω θαύματι και μή ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον" έχουμε και άλλες παρόμοιες εκφράσεις:

Από τον Μ. Αθανάσιο ("πίστευε εις πατέρα, μη ερευνήσεις δε το πράγμα"),

Από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ("Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα παντοκράτορα. Πιστεύω, ουκ ερευνώ... ου διώκω το ακατάληπτον... ου μετρώ το αμέτρητον"),

Από τον Εφραίμ τον Σύρο ("πίστευε, μη ερευνών... ο Θεός ο Πατήρ έπεμψε τον μονογενή Υιόν... εσαρκώθη εν μήτρα της αγίας Παρθένου") κ.ά.

Σε μια πίστη που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζωή, σχέση και βίωμα με όλες τις αισθήσεις, εμπειρία όρασης, αφής και ακοής, "πραγμάτων έλεγχος" και πράξη μίμησης Χριστού, το να μιλάμε για "εντολές" περί μη έρευνας ακούγεται μάλλον αστείο…

Γι’ αυτό είπαμε ότι δεν υπάρχει καμιά απαγορευτική έννοια στις παραπάνω πατερικές ρήσεις, οι οποίες δεν είναι παρά αυτονόητες διευκρινήσεις:

"Όταν η πατερική θεολογία επιμένει και επισημαίνει την αποφατική οδό, λέγοντας ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος, δεν αποσκοπεί να προβάλει έναν αγνωστικισμό ή σκοταδισμό ή την ανάγκη μιας αφελούς πίστης χωρίς έρευνα, κατά την διασκεδαστική ρήση: πίστευε και μη ερεύνα. Απλούστατα, θέλει να μας πει ότι με την απλή παρατήρηση, με την επιστήμη και με τη φιλοσοφία δεν μπορείτε να γνωρίσετε το Θεό".

Ο λόγος ύπαρξης τέτοιων Πατερικών διευκρινήσεων είναι απαραίτητος και απόλυτα λογικός, αν σκεφτούμε ότι η Εκκλησία για αιώνες ήρθε αντιμέτωπη με το γεγονός της αίρεσης, επειδή κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι η φυσική επιστήμη δεν διαθέτει τα εργαλεία να εξετάσει τα του Θεού, πράγματα μιας άλλης φύσης και ουσίας.

Κάθε φορά που οι άνθρωποι αρνούνταν να μελετήσουν τον κάθε χώρο με τις δικές του μεθόδους και προϋποθέσεις, δημιουργούνταν ταραχώδεις αιρέσεις.

Και ενώ, η εκκλησιαστική ιστορία, ιστορία των δογμάτων, η λειτουργική, η υμνογραφία, τα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής, η αρχιτεκτονική, η τέχνη, τα Κανονικά και Αγιογραφικά κείμενα και τόσα άλλα, εξετάζονται με τις μεθόδους της φυσικής επιστήμης και γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν τα σχετικά πανεπιστημιακά τμήματα, τα εργαλεία αυτά είναι ανίσχυρα για να μας οδηγήσουν στην γνώση των μυστηρίων του Θεού.

Αν κάποιος με τα εργαλεία αυτά επιχειρήσει να φτάσει στην - κατά το δυνατό για την ανθρώπινη φύση - γνώση του Θεού, τότε αποτυγχάνει με μαθηματική ακρίβεια και αν επιμείνει, τότε δημιουργεί την αίρεση, αφού δεν ακολουθεί την εκκλησιαστική οδό μίμησης του Χριστού, αλλά τον στοχασμό.

Αυτή η λάθος μέθοδος, οδηγεί σε λάθος δρόμο, και τελικά σε λάθος Χριστό, όμως αυτό δεν πρέπει να συμβεί διότι ο Χριστός είναι ο Δρόμος, η Αλήθεια και η Ζωή και κάθε λάθος Χριστός είναι μή Δρόμος, μή Αλήθεια και μή Ζωή. Οι συνέπειες της αίρεσης είναι προφανείς και δεδομένες στην υπόθεση της πορείας μας προς την ιδανικότητα της φύσης μας.

Αν π.χ. ο Νεστοριανισμός στοχάζεται και λέει ότι ο Χριστός μπήκε απλά σε ένα ανθρώπινο κουφάρι για να κατοικήσει, που είναι τελικά η ένωση του Θεού με την ανθρώπινη φύση και κατά συνέπεια η δυνατότητα αφθαρτοποίησής της στην αιωνιότητα;
Πού είναι η δυνατότητα μετοχής της στα του Θεού, εφόσον η Σωτηρία περιλαμβάνει και την ιδανική κατάσταση του ανθρώπινου Σώματος;

Οι Πατέρες έχουν γνώση, θέλουν να αποφύγει ο άνθρωπος τους λάθος δρόμους, και γι’ αυτό τον ενημερώνουν. Δεν μένουν όμως εκεί, αλλά δείχνουν και τον δρόμο, τον οποίο αν ακολουθήσουν οι άνθρωποι θα οδηγηθούν στην ορθή έρευνα των ακατάληπτων περί Θεού ζητημάτων.

Γράφει ο Μ. Βασίλειος:

"Και ποιος θα έχη την ικανότητα και την τόλμην να εισχώρηση εις τα άδυτα; Ή ποίος θα ειμπορέση να ίδη τα απόρρητα; Διότι και το να ίδη κανείς αυτά, είναι ακατόρθωτον, και το να ερμηνεύση διά λόγων, όσα διά της διανοίας συλλαβή, εξόχως δύσκολον. Επειδή όμως και μόνον όταν προτιμήσωμεν να πράξωμεν τα πρέποντα, ο δίκαιος κριτής μας επιφυλάσσει όχι ευκαταφρόνητον ανταμοιβήν, ας μη διστάσωμεν να προχωρήσωμεν εις την εξέτασιν […] εάν με την βοήθειαν του Αγίου Πνεύματος δεν απομακρυνθώμεν από το νόημα της Αγίας Γραφής, τότε και ημείς δεν θα κριθώμεν ως τελείως άξιοι απορρίψεως, και εις την Εκκλησίαν του θεού με την βοήθειαν της θείας χάριτος θα παράσχωμεν κάποιαν οικοδομήν και ωφέλειαν".

Ενώ λοιπόν, κατά τον Μ. Βασίλειο, είναι απόρρητα τα μυστήρια του Θεού και απρόσιτος η θέα αυτών, μας προτρέπει να μην διστάζουμε στην έρευνα με την βοήθεια πάντα του Αγίου Πνεύματος, και μάλιστα υπάρχει Θεία δωρεά για την έρευνα αυτή!

Επίσης, ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς μας πληροφορεί πως ο Θεός δεν στερεί από τον άνθρωπο την "γνώση των μυστηρίων" ή την "κατανόηση των κρυπτών" τα οποία μπορεί να πετύχει όταν ενωθεί με τον Θεό (όχι βέβαια με ένωση "κατά την ουσία" αλλά "κατά την ενέργεια").

Όπως μας εξηγεί και ο Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης (7ος αι.) στο έργο του με τίτλο "Θεωρητικό":

"Ή γνώση είναι κατά φύση και υπέρ φύση [...]

Κατά φύση λέμε την γνώση που αποκτά η ψυχή περί της κτίσεως από την έρευνα και την αναζήτηση, μεταχειριζόμενη τα φυσικά μέσα και τις δυνάμεις [...]

Υπερφυσική όμως είναι η γνώση που έρχεται στον νου πέρα από την φυσική του μέθοδο και δύναμη [...] Αυτή η γνώση δίνεται μόνο από τον Θεό, όταν βρει τον νου να είναι πολύ καθαρμένος από κάθε υλική προσκόλληση και να κατέχεται από θείο έρωτα".

Τα ίδια σημειώνει και ο όσιος Νικήτας Στηθάτος:

"Εκείνος που ακόμη καλύπτεται από την καταχνιά του γήινου φρονήματος, φωνάζει στον Θεό: "Ξεσκέπασε τα μάτια μου για να δω τα θαυμάσια του νόμου Σου". Γιατί η άγνοια του χοϊκού νου... σκεπάζει τα μάτια της ψυχής...[από το] να εννοεί τα θεία... όταν ξεσκεπαστούν τα μάτια της [ψυχής] με την μετάνοια, η ψυχή τα βλέπει καθαρά, τ' ακούει με γνώση και τα νοεί με σύνεση... και γεννά στην καρδιά της υψηλά νοήματα περί αυτών... αποκτά σαφή γνώση· και με λόγο σοφίας Θεού διηγείται σε όλους τα θαυμάσια αγαθά του Θεού... και παρακινεί όλους να γίνουν μέτοχοι τους".

Γίνεται φανερό λοιπόν ότι καμία απολύτως έρευνα δεν είναι απαγορευμένη. Όμως, θα πρέπει ο άνθρωπος να αποφύγει τον μάταιο κόπο να προσπαθεί να προσεγγίσει το άπειρο των μυστηρίων του Θεού με τον στοχασμό επάνω σε κάποια δεδομένα.

Ακόμη και η κοινή λογική θα οδηγούσε κάθε άνθρωπο να μην σπαταλήσει την πολύτιμη ζωή του για να καταμετρήσει με ένα αριθμητήριο το άπειρο και το αμέτρητο.

Άρα, όπως ακριβώς ο Χριστός είπε ότι "εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστε και ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ", έτσι και οι Πατέρες διδάσκουν ότι η Γνώση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας αληθινής εν Χριστώ μαθητείας, αποτέλεσμα ενός θείου έρωτα που οδηγεί σε Εκκλησιαστική και Μυστηριακή ζωή και απομάκρυνση του νου, του σώματος και της ψυχής από το υλιστικό φρόνημα (Κάθαρση), και ανοίγει τον δρόμο για την έλευση του Αγίου Πνεύματος (Φωτισμός και τελικά Θέωση). Και τότε μόνο φαίνεται ο ορθός δρόμος για την έρευνα των θείων μυστηρίων.

Ο σπουδαίος δογματολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο οποίος μάλιστα σε ένα ιδιαίτερα διδακτικό κείμενο, χρησιμοποιεί ως επίλογο την φράση "πίστει μόνη απεριέργω δόξαζε", στην πραγματικότητα, εξηγεί αναλυτικά το όλο ζήτημα.

Η Εκκλησιαστική Πίστη δεν είναι ειδωλολατρία. Άρα, τα όρια της ανθρώπινης γλώσσας δεν πρέπει να μας ξεγελάσουν και να μας αφήσουν να ταλαιπωρούμε το νου μας με παράδοξες εικόνες (όπως κάποιες γραφικές αντιτριαδικές αιρέσεις που θεωρούν "επιχείρημα το να εμφανίζουν ένα σώμα με τρία κεφάλια και να λένε με θριαμβευτική ειρωνεία ότι αυτή είναι η …Αγία Τριάδα!).

Δεν πρέπει λοιπόν ο νους μας να στέκεται σε γνωστές εικόνες, διότι όπως λέει ο άγ. Ιωάννης "πολύ υπέρ πάσαν εικόνα και τύπον η αγία Τριάς" και τελικά, η προσπάθεια του κτιστού ανθρώπου να συλλάβει το Άκτιστο στην ουσία του, θα καταλήξει σε μια σειρά από αδιέξοδες παρομοιώσεις και τίποτε άλλο:

"Πηγήν ζωής νόησον τον Πατέρα, ως ποταμόν γεννώντα τον Υιόν, θάλασσαν το πνεύμα το άγιον· και γαρ η πηγή και ο ποταμός και η θάλασσα μία φύσις εστί. Ρίζαν νόησον τον πατέρα, κλάδον τον Υιόν, καρπόν το Πνεύμα το άγιον [...] Ήλιος ο Πατήρ, ακτίνα έχων τον Υιόν, θερμόν το Πνεύμα το άγιον. μη τόκον ακούων εκ πατρός, σωματικόν τόκον νοήσης· μηδ' ότι Λόγον ακούων, λόγον σωματικόν υπολάβης· μηδέ Πνεύμα Θεού ακούων, άνεμον και αναπνοήν νοήσης".

Βλέπει κανείς τον Ιωάννη Δαμασκηνό να έχει πρόβλημα να χρησιμοποιήσει τα μέσα της φυσικής επιστήμης;

Ασφαλώς όχι.

Τα χρησιμοποιεί ακριβώς για να αποδείξει κάτι: ότι όλες οι παραπάνω προσπάθειες μας μιλούν απλά για ήλιο και ακτίνες, ποταμό και ρυάκια, δένδρο και κλαδιά, όμως τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν είναι η Αγία Τριάδα!

Κι αν καθίσεις 100 χρόνια να σκεφτείς, δεν θα μπορέσεις να κάνεις ούτε ένα βήμα πέρα από τις γνωστές εικόνες του περιβάλλοντός σου. Καμία όμως απ’ αυτές τις εικόνες δεν είναι η Αγία Τριάδα διότι "πολύ υπέρ πάσαν εικόνα και τύπον η αγία Τριάς".

Άρα, προσπαθείς να κατανοήσεις κάτι, για το οποίο οι κτιστές εικόνες που υπάρχουν γύρω σου δεν επαρκούν για να το περιγράψουν.
Έτσι, ο Ιωάννης Δαμασκηνός θυμίζει επιπλέον στον άνθρωπο το δύσκολο έως αδύνατο εγχείρημα που επιδιώκει: θέλεις να πας απευθείας στο πιο δυσκολοδιάβατο ερώτημα, "πώς η Τριάς υπάρχει Τριάς;" την στιγμή που δεν μπορείς να κατανοήσεις ούτε καν τα του εαυτού σου, π.χ. "πώς υπάρχει σου η ψυχή; πού κινείται σου ο νους;.

Άρα, η φράση του Ιωάννη, "πίστει μόνη απεριέργω δόξαζε" όπως και των άλλων Πατέρων (τις οποίες παρερμηνεύουν προσπαθώντας να τις εκμεταλλευτούν οι διάφοροι), δεν αποτελεί καμία απαγόρευση, αλλά είναι ένα απόλυτα συνεπές με την ορθόδοξη Θεολογία περί Κτιστού και Ακτίστου συμπέρασμα, και μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος με κτιστά εργαλεία, δεν μπορεί να εξετάσει το Άκτιστο.

Και φυσικά ο λάθος δρόμος δεν είναι ανώδυνος, αφού ο κίνδυνος της αίρεσης παραμονεύει κάθε φορά που ο άνθρωπος με εμμονή θα προσπαθήσει να εξηγήσει το Άκτιστο με τα λάθος μέσα, έχοντας πολύ μεγάλη πιθανότητα να κατασταλάξει σε αποτυχημένα συμπεράσματα διότι η ουσία του Ακτίστου "όσω πολυπραγμονείται, επιπλέον κρύπτεται", αφού μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι του μυαλού γεμάτο αδιέξοδα, που θυμίζει δύσκολες διανοητικές ασκήσεις όπως το να προσπαθήσει κάποιος να εξηγήσει σε έναν εκ γενετής τυφλό πώς είναι ακριβώς το κόκκινο χρώμα.

Άρα, οι Πατέρες όχι μόνο δεν απαγορεύουν την έρευνα, όχι μόνο δεν ζητούν την ανεξέταστη αποδοχή, αλλά αντιθέτως, συμβουλεύουν, ενημερώνουν και καθοδηγούν με λεπτομέρεια τον άνθρωπο στον ορθό τρόπο και δρόμο της έρευνας των μυστηρίων του Θεού.

"Πίστευε και μη ερεύνα" και Απόστολος Θωμάς

Ας αναφερθούμε και σε κάποιες παρερμηνείες που έχει υποστεί το σχετικό με τον Απόστολο Θωμά εδάφιο από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, το οποίο γράφει:

"Και απεκρίθη Θωμάς και είπεν αυτώ· ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακας με και πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες" (Ιω. 20,29).

Ας δούμε λοιπόν:

- Συμβαδίζει το εδάφιο με όλο το πνεύμα περί προτροπής σε εμπειρική έρευνα της Κ.Δ. όπως δείξαμε πιο πάνω;

- Στερεί ο Ιησούς από τον Άγιο και Απόστολο Θωμά την μακαριότητα επειδή ζήτησε να ερευνήσει για να πιστέψει;

Μα ασφαλώς και είναι εδάφιο ΥΠΕΡ της έρευνας και δεν καταλαβαίνουμε με ποιον τρόπο μερικοί, παρεξηγώντας το "μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες" ισχυρίζονται ότι δεν ευνοεί την κατά το δυνατόν έρευνα.

Πώς είναι δυνατόν να μην παρατηρούν κάποιοι τα λόγια του Ιησού, το σημαντικότερο δηλαδή τμήμα αυτής της σκηνής με τον Απόστολο Θωμά;

Ποιος είναι εκείνος που λέει τα λόγια "Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε" και "Φέρε την χείρα σου"; Δεν είναι ο ίδιος ο Ιησούς;

Δεν είναι ο ίδιος ο Χριστός που επιτρέπει τις πράξεις αυτές και μάλιστα ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ σε αυτές;

Μπορεί ποτέ να αποτελέσει σύμφωνη με το πνεύμα της Κ.Δ. ερμηνευτική πρόταση, το ότι ο Ιησούς είναι δυνατόν να ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ σε πράξεις ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΕΣ μόνο και μόνο επειδή του το ζήτησε κάποιος;

Είναι δυνατόν να προτρέπει ο Χριστός κάποιον σε πράξεις τόσο "ασύμβατες" με την διδασκαλία Του, μόνο και μόνο για πει μετά στο Θωμά "ξέρεις, εξαιτίας αυτού που ΕΓΩ σε άφησα να κάνεις, σου στερώ την μακαριότητα, αντί - το πιο λογικό - να σε ενημερώσω ότι δεν επιτρέπεται";

Επιπλέον όμως, τι λέει ο Θωμάς όταν τελικά βλέπει τον Χριστό; Δεν λέει την φράση "είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου";

Σύμφωνα όμως με την ίδια την πίστη της αρχέγονης Εκκλησίας όπως εκφράζεται στην Κ.Δ.:

"κανείς δεν μπορεί να πει: "ο Ιησούς είναι ο Κύριος", παρά μόνο με την φώτιση του Αγίου Πνεύματος" (Α΄ Κορ. 12,3).

Και το ξέρουμε αυτό καλά, διότι περίφημη είναι η ρήση του Ιησού πως στην αντίθετη περίπτωση, οι άνθρωποι "ακόμη κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς, δεν πρόκειται να πεισθούν" (Λουκ. 16,31).

Αλλά και η Πατερική γραμματεία συμβαδίζει με τα παραπάνω:

Ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας σημειώνει ότι ο Χριστός είπε το "μακάριοι οι μη ιδόντες" όχι για να αποστερήσει τον Θωμά από τον μακαρισμό, αλλά για να παρηγορήσει και να ενισχύσει εκείνους που δεν θα είναι αυτόπτες.

Παρόμοια, ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει ότι ο Ιησούς με την φράση αυτή θέλησε να δείξει πως σε τίποτε δεν θα υστερούν οι μελλοντικές γενιές, από εκείνη την γενιά των αυτοπτών μαρτύρων.

Ή μήπως ο απόστολος Θωμάς στερήθηκε τη μακαριότητα, επειδή ερεύνησε τον Κύριο; Δεν είναι ο Θωμάς μεταξύ τών 12 αγίων και μακαρίων Αποστόλων, ΣΥΝΘΡΟΝΟΣ και κατά πάντα ίσος με τους άλλους αποστόλους, που πίστεψαν ΠΡΙΝ ψηλαφίσουν τις πληγές τού Κυρίου;

Το ότι είναι "μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες", σε καμία περίπτωση δεν εξαιρεί από την μακαριότητα τους ιδόντες! Και η ίδια η θέση τού αποστόλου Θωμά στην χορεία τών Αποστόλων, χωρίς να υπολείπεται στο παραμικρό απ' αυτούς, αποτελεί διάψευση τών παρερμηνευτών.

Κατά συνέπεια, από πού προκύπτει η όλη παρερμηνεία, ότι η σκηνή με τον Απόστολο Θωμά δηλώνει απαγόρευση της έρευνας;

Επίλογος

Έγινε φανερό, ότι το Πίστευε και μη Ερεύνα με την συνηθισμένη του υποτιμητική χροιά που αναφέρεται στην ανεξέταστη αποδοχή διαφόρων θρησκευτικών προτάσεων, όχι μόνο δεν αφορά σε καμία περίπτωση την Εκκλησιαστική Πίστη, αλλά είναι πλήρως ασύμβατο με αυτή, ήδη από το περιεχόμενο της Κ.Δ.

Αντίθετα, το "Πίστευε και μη Ερεύνα" ως πρόταση περί ανεξέταστης αποδοχής θρησκευτικών προτάσεων (προφανώς για λόγους ευσέβειας), έχει μακρά παράδοση στην μη χριστιανική ελληνική γραμματεία των κλασικών, ελληνιστικών και ύστερης αρχαιότητας χρόνων.

Η Βιβλική και Πατερική γραμματεία, έχει πάντα ως πρόταση αποδοχής της πίστης την εξέταση του ιστορικού μηνύματος της Ενανθρώπισης και των φορέων του, την εξέταση των μνημείων και συμβόλων της εκκλησιαστικής ζωής, την εξέταση της αξιοπιστίας των χαρισματικών φορέων της πίστεως μέσω μιας προσωπικής σχέσης η οποία οδηγεί στην εμπιστοσύνη, αλλά και την οδό της μίμησης Χριστού.
ΠΟΤΕ όμως το "Πίστευε και μη Ερεύνα".

Για κάθε ζήτημα που κινείται έξω από τα όρια της φυσικής επιστήμης και αφορά τα μυστήρια του Θεού, η μέθοδος έρευνας είναι η οδός μίμησης Χριστού η οποία οδηγεί στην Κάθαρση, το Φωτισμό, και κατόπιν στην Θέωση, τα τρία επιμέρους βήματα που οδηγούν στη Σωτηριολογική γνώση περί Θεού και με την οποία έγιναν κατανοητά όλα τα Μυστήρια περί την Αγία Τριάδα, όπως η σχέση των Θείων Προσώπων, η Ενανθρώπιση και η ένωση των δύο Φύσεων του Χριστού, η διάκριση Ουσίας και Ενέργειας κ.λπ..

Δυστυχώς, την οδό αυτή της Εκκλησιαστικής γνώσης, οι διαδικτυακοί …"μελετητές" της αρχαίας γραμματείας φαίνεται να την αγνοούν, αν και θα έπρεπε να τους είναι ήδη οικεία και περισσότερο κατανοητή, λόγω των μεταφυσικών προτάσεων περί "θείας έρευνας" που αναπτύχθηκαν στον νεοπλατωνισμό, τον οποίο "υποτίθεται" τόσο καλά γνωρίζουν.