Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Η εικόνα του Τριαδικού Θεού

1. Εικόνα και πρωτότυπο

«Και είπεν ο Θεός ας δημιουργήσωμεν τον άνθρωπον συμφώνως προς την ιδικήν μας εικόνα και να έχει την δυνατότητα να μοιάσει με μάς. Και ας είναι (ο άνδρας και η γυναίκα) άρχοντες και κύριοι… Όλης της γης. Και εδημιούργησεν ο Θεός τον άνθρωπον, τον εδημιούργησε κατ' εικόνα Θεού, άνδρα και γυναίκα, τον εδημιούργησεν απ’ αρχής» (Γεν. 1,26-27. Παράβαλλε Γεν. 5,1. 9,6. Σοφ. Σολ. 2,23).

Ο άνθρωπος, λοιπόν, πλάστηκε συμφώνως προς την εικόνα του Τριαδικού Θεού (κατ' εικόνα). 

Αυτό σημαίνει ότι δια να γνωρίσουμε πραγματικά τι είναι ο άνθρωπος στην ιδίαν την φύσιν του, πρέπει να γνωρίσουμε τον ίδιον τον Θεόν, ο οποίος είναι το πρωτότυπον του ανθρώπου.

Σημαίνει, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν είναι το πρωτότυπον, αλλά η εικόνα του πρωτοτύπου.

Όσον περισσότερον εμβαθύνει ο άνθρωπος στην ζωήν του Τριαδικού Θεού, όσον καλύτερον ανταποκρίνεται με την ζωήν του στην ζωήν της Αγίας Τριάδος, τόσον περισσότερον γίνεται άνθρωπος, τόσον καλύτερον ανταποκρίνεται στην ανθρωπίνην φύσιν του, η οποία είναι εικόνα του Θεού.

Αντίθετα, μακράν του Θεού, δεν ζουμε σύμφωνα προς την φύσιν μας, αλλά παρά φύσιν. Αυτό είναι η πτώσις του ανθρώπου, η φθορά της εικόνος του Θεού, ο θάνατος του ανθρώπου.

"Αλλά και εάν μου πεις, δείξε μου τον Θεόν σου, θα σου επω και εγώ:

Δείξε μου τον άνθρωπόν σου και εγώ θα σου δείξω τον Θεόν μου", λέγει ο άγιος Θεόφιλος προς τον ειδωλολάτρη Αυτόλυκο.

 Και ενας Αββάς του Γεροντικού προσθέτει: "είδες τον αδελφόν σου, είδες τον Θεόν σου".

2. Εικόνα του Πανσόφου και Παντοδυνάμου Θεού

Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Τριαδικού Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στα βάθη του είναι μέσα στην εικόνα του Θεού, αισθάνεται και διακρίνει την παρουσίαν του ιδίου του Θεού. Έτσι ο άνθρωπος κρύβει μέσα του τεράστιες δυνατότητες και η θέσις του μέσα στην δημιουργία είναι μοναδική.

Η διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης υπογραμμίζει την αλήθεια αυτή. Παρουσιάζει τον Θεόν να καλεί τον άνθρωπο να γίνει το κέντρον της δημιουργίας ολοκλήρου, κυρίαρχος της φύσεως, των φυτών, των ζώων, του σύμπαντος (Γεν. 1,28-30).

«Και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός λέγων αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε όλην την γην και γίνετε κύριοι αυτής (και κατακυριεύσατε αυτής)» (Γεν. 1,28. 9,1-2). «Και έδωσεν εις αυτούς εξουσίαν εφ’ όλων των όντων της γης· τον καθένα ενέδυσεν με δύναμιν και τους εδημιούργησε σύμφωνος προς την ιδικήν Του εικόνα· και έθεσεν τον φόβον του ανθρώπου εις πάσαν σάρκα δια να εξουσιάζη εις τα θηρία και τα πετεινά» (Σοφ. Σειράχ 17,2-4. Παράβαλλε Σοφ. Σολ. 10,2).

Η κυριαρχία αυτή του ανθρώπου δεν αναφέρεται απλώς στην χρήσιν των δημιουργημάτων δια την αντιμετώπιση των αναγκών του, αλλά και σε επίπεδο περισσότερον πνευματικό. Ο άνθρωπος παιρνει την εντολήν από τον Θεό να δώσει στο κάθε ζώον, στα δημιουργήματα, δηλαδή, του Θεού, το κατάλληλο όνομα:

«Και ωδήγησεν ο Θεός ενώπιον του Αδάμ όλα τα θηρία του αγρού και όλα τα πτηνά του ουρανού δια να ίδη ποιον όνομα να τους δώση. Και το όνομα το οποίον θα έδιδεν ο Αδάμ εις το καθένα από αυτά, τούτο το όνομα και θα έμενεν εις αυτό. Και ο Αδάμ έδωσεν ονόματα εις όλα τα κτήνη και εις όλα τα πτηνά του ουρανού και εις όλα τα θηρία της υπαίθρου» (Γεν. 2,19-20).

Η πράξις αυτή δεν αποτελεί απλο και ασήμαντο επεισόδιο. Το να δώσει κανείς το όνομα σε κάποιο ζώον ή πράγμα, σήμαινε για τους Εβραίους τον προσδιορισμό του σκοπού τον οποίον καλείται να εκπληρώσει αυτό μέσα στην αρμονίαν του κόσμου. Με την εντολήν, λοιπόν, αυτήν καλεί ο Θεός τον άνθρωπον να προσδιορίσεθ τον ιδιαίτερον σκοπόν του κάθε ζώου, δίδοντάς του το κατάλληλον όνομα.

Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος καταξιούται να γίνη θείος συνεργός. Εκλήθη δηλαδή να συνεχίσει το έργον της δημιουργίας του Θεού. Να γίνει συνδημιουργός εις ένα κόσμον ο οποίος ήτο «καλός λίαν», δηλαδή γεμάτος ωραιότητα και αρμονίαν.

3. Και Αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην

Πάντα τα ανωτέρω φανερώνουν ότι ο άνθρωπος, ως εικόνα του πανσόφου και παντοδυνάμου Θεού, έλαβε τεραστίας δυνατότητας για να ανάπτυξη τον πολιτισμόν και την επιστήμην σε όλους τους τομείς.

Για να δώσει π.χ. ο άνθρωπος το κατάλληλο όνομα το οποίο θα ανταπεκρίνετο προς τα ιδιαίτερα γνωρίσματα εκάστου ζώου, έπρεπε προηγουμένως να αναπτύξει όλες εκείνες τις ικανότητες, τις οποίες έδωσε σ' αυτόν ο Θεός δια να αποκτήσει την αληθή γνώση των ζώων. 

Αυτή άλλωστε ήταν και η εντολή του Θεού, ο οποίος ωδήγησε τα ζώα ενώπιον του Αδάμ «ιδείν τι καλέσει αυτά» (Γένεση 2,19).

Την βαθειάν γνώσιν των θαυμάσιων της δημιουργίας του Θεού, προϋποθέτει επίσης και η άλλη εντολή του Θεού προς τον άνθρωπον: «Και κατακυριεύσατε αυτής» (Γένεση 1,28. Παράβαλλε Και Σοφ. Σειρ. 17,2-4. Σοφ. Σολ. 10,2).

Η εξουσία αυτή του ανθρώπου και η κυριαρχική θέσις έναντι της λοιπής δημιουργίας, ετοποθετείτο εντός της όλης ωραιότητος και της αρμονίας του κόσμου (Γένεση 1,31), όχι εκτός αυτής. 

Έπρεπε δηλαδή να ασκήται όχι μόνον συμφώνως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκάστου δημιουργήματος, αλλά και εν αρμονία προς το θέλημα του Θεού (παράβαλλε Γένεση 3,3). 

Είναι δε φανερό, ότι η εκπλήρωσις της εντολής αυτής του Θεού προϋποθέτει επιστημονικήν έρευνα και βαθειά γνώση των δημιουργημάτων.

Η γνώση, λοιπόν, και η επιστήμη ανταποκρίνεται πλήρως προς το δημιουργικόν σχέδιον του Θεού. Εκείνος είναι «ο διδάσκων άνθρωπον γνώσιν» (Ψαλμοί 93,10). «Και αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (Σοφ. Σειρ. 38,6).

Για τον λόγον αυτόν «μακάριος» είναι ο άνθρωπος, «ος εύρε σοφίαν και θνητός ος είδε φρόνησιν» (Παροιμίες 3,13). «Άκουσον μου, τέκνον», λέγει ο Σοφός Σειράχ, «και μάθε επιστήμην και επί των λόγων μου πρόσεχε τη καρδία σου. Εκφανώ εν σταθμώ παιδείαν και ακρίβεια απαγγελώ επιστήμην» (Σοφ. Σειρ. 16,24-25).

Η πίστη, λοιπόν, όχι μόνον δεν είναι αντίθετος προς την επιστημονική πρόοδο, αλλά θέτει θεολογικες και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις γι' απεριόριστο ανθρώπινη έρευνα και ανθρώπινη επιστήμη.

Ο άνθρωπος οφείλει να χρησιμοποιήσει όλες του τας δυνατότητες δια να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του.

Πράγματι, στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, τον βλέπομε να ανακαλύπτει εργαλεία, με τα οποία να επεξεργάζεται το ξύλο, την πέτρα, τον σίδηρο, τα μέταλλα. Να υποτάσσει τον ατμό, τον ηλεκτρισμό, την ατομική ενέργεια, να κατασκευάζει εργοστάσια, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, διαστημόπλοια και να εκμηδενίζει τις Αποστάσεις.

Αυτό είναι αλήθεια, την οποίαν εμείς σήμερα μπορούμε να κατανοήσωμε περισσότερο από τις προηγούμενες γενεές, διότι ζουμε στον αιώνα της ανθρώπινης επιστήμης και τεχνικής.

Πολλοί διερωτώνται στις ημέρες μας κατά πόσον η άφιξη του ανθρώπου στην σελήνην κλονίζει την πίστη στην Αγία Γραφή. 

Εν πρώτοις διαπιστώθηκε από όλους μας ότι ήταν όλα ήταν σκηνοθετημένα, κι ότι ποτέ ο άνθρωπος δεν πήγε στην Σελήνη.

Μετά ας δούμε την απάντηση στο ερώτημα αυτό στον Ψαλμόν του Δαυίδ:

«Κύριε ο Κύριος ημών, πόσον θαυμαστόν είναι το όνομα σου εις όλην την γην! … Βλέπω τους ουρανούς, τα έργα των χειρών σου, την σελήνην και τους αστέρας, που συ εθεμελίωσες. Τι είναι ο άνθρωπος δια να τον ενθυμήσαι, η ο Υιός του ανθρώπου δια να τον φροντίζης; Τον εδημιούργησες ολίγον κατώτερον από τους αγγέλους, τον εστεφάνωσες με δόξαν και τιμήν. Κυρίαρχον τον έκανες των έργων των χειρών σου. Όλα τα υπέταξες κάτω από τους πόδας του… Κύριε ο Κύριος ημών, πόσον θαυμαστόν είναι το όνομα Σου εις όλην την γην!»  (Ψαλμοί 8,1-10).

Ο ίδιος, λοιπόν, ο Δημιουργός στεφάνωσε τον άνθρωπο με «δόξαν και τιμήν» και τον προώρισε να γίνει «κυρίαρχος» των «έργων των χειρών Του», να υποτάξει «κάτω από τους πόδας του» όχι μόνον την γη, αλλά και ολόκληρον την δημιουργία, «τους ουρανούς, την σελήνην και τους αστέρας».

4. Εικόνα του Θεού της αγάπης

Η εξουσία του ανθρώπου στις δυνατότητες και τις δυνάμεις του κόσμου δεν ήτο αυθαίρετος. 

Συνεπώς, ο άνθρωπος δεν ήταν δυνατόν να ασκεί την εξουσίαν αυτήν με τρόπον εγωιστικό. 

Ήταν εξουσία ευθύνης για ολόκληρη την δημιουργίαν του Θεού.

«Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον εις την περιοχήν της Εδέμ προς ανατολάς και εκεί ετοποθέτησε τον άνθρωπον, τον οποίον έπλασε… Και έθεσεν αυτόν εις τον Παράδεισον της χαράς και της τέρψεως (τρυφής) δια να εργάζεται εις αυτόν και να τον φυλάσση» (Γένεση 2,8-15).

Ο ρόλος του ανθρώπου μέσα στον Παράδεισο ήταν δημιουργικός και όχι αυθαίρετος και καταστρεπτικός. 

Ώφειλε να είναι πιστός και στοργικός φύλακας και προστάτης ολοκλήρου της δημιουργίας του Θεού.

Επίσης, η χρήσις του κόσμου από μέρους του ανθρώπου δεν εγένετο κατά τρόπον εγωιστικό, αλλά πάντοτε συμφώνως προς την θέληση του Δημιουργού. 

Αυτό φανερώνει σαφώς η εντολή του Θεού:

«Από όλα τα καρποφόρα δένδρα τα οποία υπάρχουν εις τον Παράδεισον θα τρώγετε. Από το δένδρον, όμως, της γνώσεως του καλού και του κακούδεν πρέπει να φάγετε. Κατά την ημέραν δε κατά την οποίαν θα φάγετε από τον καρπόν του, θα αποθάνετε» (Γένεση 2,16-17. Παράβαλλε Ρωμαίους 6,23).

Στον Παράδεισο δεν υπήρχαν διαφορές στις σκέψεις και τις αποφάσεις, στα διανοήματα και τις πράξεις του ανθρώπου και στο θέλημα του Θεού. Ο άνθρωπος, χωρίς κανέναν εξαναγκασμό, ελευθέρως, ταύτιζε το θέλημά του με το θέλημα του Θεού και άφηνε τον Θεόν να είναι κέντρο της ζωής του.

Αυτο ήταν κάτι πολύ φυσικό εις τον άνθρωπον μέσα στον Παράδεισο, διότι πλάστηκε συμφώνως προς την εικόνα του Τριαδικού Θεού και ζουσε ζωήν σύμφωνον προς το πρωτότυπο του, σύμφωνον, δηλαδή, προς την ζωή της Αγίας Τριάδος: Ζωή εσωτερικής ενότητος, αγάπης και αρμονίας με τον ίδιον τον εαυτόν του, με τους συνανθρώπους του, με ολόκληρη την υπόλοιπο δημιουργία.

Το κέντρον αυτής της ενότητος ήταν πάντοτε ο Θεός, στον οποίον ο άνθρωπος προσέφερε θεληματικώς τον εαυτόν του, τα επιτεύγματα του και ολόκληρο την δημιουργία. Κάτι αυτόν τον τροπο, τα πάντα ήταν ενωμένα αρμονικώς, τα πάντα ήσαν «καλά λίαν».