Είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι
Ο άνθρωπος ζει μετά την πτώση, μακρια απο την πατρική οικία, στην ξενιτειά.
Η Αγία Γραφή τον χαρακτηρίζει «πάροικον» και «παρεπίδημον» (Γεν. 23,4. Λευϊτ. 25,23. Α' Παραλειπομένων 29,15. Ψαλμοί 38,13. Α' Πέτρ. 1,1).
Αυτο, διότι η αληθινή του πατρίδα είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού. Από αυτήν εξέπεσε μέσω του Αδάμ και σ' αυτήν επιστρέφει μέσω του Χριστού, για να ζήσει και πάλι την πληρότητά της στην Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Με το ιερό βάπτισμα γινόμαστε μέλη της «Εκκλησίας των πρωτοτόκων οι οποίοι είναι γραμμένοι εις τον ουρανόν» (Εβραίους 12,23), «συμπολίται των Αγίων και οικείοι του Θεού».
Αυτό διότι οικοδομούμαστε «επάνω στο θεμέλιο των Αποστόλων και των Προφητών, του οποίου ο Ιησούς Χριστός είναι ακρογωνιαίος λίθος, επάνω στον Οποίον συναρμολογείται η όλη οικοδομή και αυξάνει σε ναόν άγιον εν Κυρίω» (Εφ. 2,19-21).
Με αυτό κατανοούμε γιατί ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει, ότι «η πατρίς η ιδική μας είναι εις τους ουρανούς, όπου και περιμένουμε Σωτήρα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος θα μεταμορφώσει το ταπεινόν μας σώμα, ώστε να λάβει την ιδίαν μορφήν προς το ένδοξον σώμα Του, με την δύναμιν με την οποίαν δύναται και να υποτάξη τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιππισίους 3,20-21). «Δεν έχομεν εδώ μόνιμον πόλιν αλλά λαχταρούμεν την μέλλουσαν» (Εβραίους 13,14).
Ενώ η μέλλουσα διαμονή εκλαμβάνεται ως μόνιμος, η παρούσα ζωή χαρακτηρίζεται ως «πειραστήριον», ως τόπος, δηλαδή, δοκιμασιών.
«Τι λοιπόν;», αναφέρεται στο βιβλίον του Ιώβ, «δεν είναι τόπος δοκιμασιών ο βίος του ανθρώπου επί της γης;
Η ζωή του δεν ομοιάζει με ενός ημερομισθίου εργάτου;» (Ιώβ 7,1. Παράβαλλε Και Φιλιππισίους 1,21-24. Β΄ Κορινθίους 5,8-9. Β΄ Τιμόθεον 4,6. Εκκλ. 12,7).
Οι πρώτοι Χριστιανοί έζησαν εντόνως την πραγματικότητα αυτήν σε όλες τις συνέπειές της.
Ένα αρχαίο κείμενο, η προς Διόγνητον επιστολή, διαχωρίζει ως εξής τους Χριστιανούς από τους λοιπούς ανθρώπους:
«Οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους, ούτε ως προς τον τόπον εις τον οποίον κατοικούν, ούτε ως προς την γλώσσαν την οποίαν ομιλούν, ούτε ως προς τας συνήθειας τας οποίας έχουν, διότι δεν κατοικούν σε ιδιαιτέρας πόλεις, ούτε ομιλούν ιδικήν τους διάλεκτον, ούτε ζουν ξεχωριστήν ζωήν…
Ενώ κατοικούν σε ελληνικες και βαρβαρικες πόλεις, εκεί όπου βρέθηκε ο καθένας, και ενώ ακολουθούν ως προς την ενδυμασίαν και ως προς την τροφήν και ως προς τον υπόλοιπον βίον τα εντόπια έθιμα, ζουν θαυμαστήν και πραγματικώς παράδοξον ζωήν.
Κατοικούν εις την πατρίδα τους, αλλά ως προσωρινοί κάτοικοι (πάροικοι).
Ως πολίται συμμετέχουν εις όλα, όμως όλα τα υπομένουν ως ξένοι. Κάθε ξένη χώρα είναι δι’ αυτούς πατρίς και κάθε πατρίς είναι ξένη… Φέρουν (και αυτοί) σάρκα, αλλά δεν ζουν κατά σάρκα. Διέρχονται την ζωήν τους εις την γην αλλά είναι πολίται του ουρανού».
Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος προς τους Χριστιανούς της εποχής του, λέει:
«Δεν γνωρίζεις ότι η ζωή αυτή είναι αποδημία; Νομίζεις ότι είσαι μόνιμος κάτοικος μιας πόλεως; είσαι ταξιδιώτης.
Καταλαβαίνεις τι σου είπον; Δεν είσαι μόνιμος κάτοικος, αλλά ταξιδιώτης και οδοιπόρος.
Μη μου ειπής ότι ανήκω εις αυτήν ή εκείνην την πόλιν.
Κανένας δεν έχει εδώ πόλιν, η πόλις είναι άνω. Η παρούσα ζωή είναι πορεία. Ας βαδίσωμεν, λοιπόν, καθημερινώς όσον μας επιτρέπει η φύσις μας.
Συναντήσατε ποτέ σας άνθρωπον να κρύβη τα χρήματα του ενώ ευρίσκεται καθ' οδόν; Υπάρχει άνθρωπος ο οποίος κρύβει το χρυσάφι του εις τον δρόμον;
Είπε μου, όταν εισέλθης εις ξενοδοχείον κάθεσαι και στολίζεις το ξενοδοχείον;
Κάθε άλλο. Αντιθέτως, τρως και πίνεις και βιάζεσαι να φύγης·
Η ζωή αυτή είναι ξενοδοχείον. Εισήλθομεν και εδώ θα διέλθωμεν ολόκληρον την ζωήν αυτήν.
Ας προσπαθούμεν να φύγωμεν με καλήν ελπίδα.
Ας μην αφήσωμεν εδώ τίποτα δια να μη τα χάσωμεν εκεί.
Όταν εισέλθης εις το ξενοδοχείον τι λέγεις εις τον υπηρέτην; Πρόσεξε που θα τοποθετήσεις τις αποσκευες μου!
Μην αφήνεις τίποτε εδώ δια να μη χαθή ούτε και το πλέον μικρόν, το πλέον ασήμαντον πράγμα.
Όλα να μεταφερθούν εις το σπίτι μου!
Αυτό πρέπει να κάμνωμεν και εμείς εις την ζωήν αυτήν.
Ας βλέπωμεν την ζωήν αυτήν ως ξενοδοχείον και ας μην αφήσωμεν να μείνη τίποτε εις το ξενοδοχείον.
Όλα ας τα μεταφέρωμεν εις την μόνιμον πατρίδα μας. Είσαι ταξιδιώτης και οδοιπόρος και, μάλιστα, κάτι ολιγώτερον από ταξιδιώτης.
Πώς; να σου είπω:
Ο οδοιπόρος γνωρίζει πότε έρχεται και πότε φεύγει από το ξενοδοχείον, επειδή αυτός ορίζει τον χρόνον που θα εισέλθη και θα εξέλθη.
Εμείς, όμως, εισερχόμεθα εις το ξενοδοχείον, δηλαδή εις την παρούσαν ζωήν, χωρίς να γνωρίζωμεν πότε θα εξέλθωμεν από αυτήν.
Μερικες, μάλιστα, φορες παρασκευάζομεν διατροφες δια πολύν χρόνον, ακόμη και την στιγμήν που μας καλεί ο Δεσπότης πλησίον Του…
Είναι ακαθόριστος η έξοδος.
Η περιουσία δεν είναι σταθερόν πράγμα.
Οι κίνδυνοι είναι πάρα πολλοί και τα κύματα κτυπούν από παντού. Και συ έχεις αφοσιωθή ως τρελός εις πράγματα απατηλά, εις σκιάς; Διατί αφήνεις την πραγματικότητα και κυνηγάς τις σκιές;».
«Πάροικοι», λοιπόν, είμαστε και «παρεπίδημοι» και κανείς δεν γνωρίζει την ημέρα και την ώρα της εξόδου του από την ζωή αυτή.
«Κύριε, διατί μερικοί αποθνήσκουν εις νεαράν ηλικίαν ενώ άλλοι φθάνουν εις βαθύ γήρας;», ερωτά ο αββάς Αντώνιος.
«Και διατί μερικοί ζουν εις πτωχείαν, ενώ άλλοι εις πλούτον; Και πως πλουτίζουν άδικοι, ενώ δίκαιοι άνθρωποι πένονται;
Ήλθε τότε εις αυτόν φωνή λέγουσα:
Αντώνιε, πρόσεχε τον εαυτόν σου, αυτά είναι κρίματα Θεού και δεν συμφέρει εις εσέ να τα μάθης!» (Παράβαλλε Ιώβ 42,1-5. Σοφ. Σολ. 2,1-25. 3,1-8).