Ας δούμε κατ' αρχάς ποιοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες
Είναι αλήθεια ότι υπήρχε και υπάρχει μεγάλος φιλελληνισμός στην Ευρώπη, ιδίως μεταξύ των μορφωμένων ανθρώπων, οι οποίοι γοητευμένοι από την κλασική αρχαιότητα και τους κλασικούς συγγραφείς πλέκουν εγκώμια για τον ελληνικό πολιτισμό.
Δυστυχώς όμως υπάρχει, και μάλιστα πολύ έντονος μισελληνισμός, ο οποίος προωθείται από μεγάλα συμφέροντα που ακούνε στο όνομα της Παγκοσμιοποίησης.
Δεν είναι μόνο απόψει, όπως του Κίσσιγκερ στα νεότερα χρόνια, που ισχυρίζεται ότι τους δημιουργικούς Έλληνες μόνο αν τους χτυπήσουμε στην γλώσσα, την θρησκεία και τον πολιτισμό, τότε θα τους ισοπεδώσουμε και θα τους πολτοποιήσουμε.
Είναι δυστυχώς και πολλοί άλλοι αυτόκλητοι "σωτήρες" της ανθρωπότητας.
Δυστυχώς η υπόθεση ξεκινάει από πολύ παλιά, ίσως μάλιστα και από την δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους με την εισβολή των Βαυαρών σε όλους τους τομείς της εθνικής μας ζωής. Αυτοί "οι σοφοί" από την μια διακηρύσσουν και εκθειάζουν τον Ελληνικό πολιτισμό, από την άλλη τον κουτσουρεύουν, τον περιορίζουν στα δικά τους αναστήματα.
Με την λογική αυτή όσο μικρότερη είναι η Ελληνική ιστορία, τόσο αυτοί αισθάνονται καλύτερα. Και εξηγώ: εφηύραν τον μύθο της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, για να μας πούνε ότι είμαστε όλοι το ίδιο, "Ινδοευρωπαίοι" και ξεχνούν την ιστορία μας, την προϊστορία μας και την μυθολογία μας.
Δυστυχώς νεροκουβαλητές είναι και όσοι έσπευσαν να κάνουν διδακτορικά και masters στις δυτικές πρωτεύουσες, μυήθηκαν σε αυτές τις θεωρίες και ήρθαν αυτοί, που είναι ετερόφωτοι, να φωτίσουν εμάς τους αυτόφωτους, με το πνεύμα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.
Έτσι συρρικνώνουν τα πετάγματα της Ελληνικής Μυθολογίας, εξαφανίζουν ή αμφισβητούν τις ενδείξεις της Προϊστορίας και διαστρεβλώνουν τις αποδείξεις και τα τεκμήρια της ιστορίας μας.
Όμως παρ’ όλα αυτά, η Μυθολογία, η Προϊστορία και η Ιστορία μιλάνε ξεκάθαρα για τις πανάρχαιες ρίζες του Ελληνισμού.
Η Ελληνική Μυθολογία είναι στην πραγματικότητα μορφή Προϊστορίας.
Η Ελληνική πάλι Προϊστορία έχει ισχυρές ενδείξεις και η Ελληνική Ιστορία έχει ακλόνητες αποδείξεις, τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και τα αρχαιολογικά ευρήματα, και συνεπώς δύσκολα μπορούν να την αλλοιώσουν.
Ας αρχίσουμε από την Μυθολογία για ένα πολύ ζωτικό θέμα, την καταγωγή της Ελληνικής φυλής.
Η Ελληνική Μυθολογία είναι τόσο πλούσια και αναφέρεται σε τόσο αρχαίους χρόνους, ώστε να εντυπωσιάζεται κανείς με την φαντασία και την εφευρετικότητα, με την οποία οι Έλληνες περιτύλιξαν πολλά παλαιά γεγονότα, ώστε να φαίνονται απίστευτα.
Σήμερα αν κάποιος δει τα σχολικά εγχειρίδια θα διαπιστώσει ότι εμείς δεν είμαστε αυτόχθονες κάτοικοι του τόπου μας αλλά καταγόμαστε από τους Ινδοευρωπαίους και ακόμα θα δει ότι το αλφάβητό μας είναι αντιγραφή του Φοινικικού (Λογικό είναι αφού στο υπουργείο Παραπαιδειας τα βιβλία τα εγκρίνουν .... Εβραίοι!!!).
Σε αυτό το θέμα υπάρχουν διάφορες θεωρίες.
Η πρώτη θεωρία παραδέχεται ότι μέχρι 2.000 χρόνια π.Χ. οι κάτοικοι της Ελλάδος, οι Προέλληνες, δηλαδή οι κάτοικοι πριν από τους Έλληνες, αποτελούνταν από διάφορα Πελασγικά φύλα (Δρύοπες, Λέλεγες, Κάρες κ.λπ.) και ότι από το 2.000 π.Χ. και μετά άρχισαν να κατεβαίνουν Ελληνικά φύλα κατά κύματα, Αχαιοί, Ίωνες, Αιτωλοί, Δωριείς, που ανήκαν στην Άρεια φυλή. Υπέταξαν τους ιθαγενείς Πελασγούς και διαμορφώθηκε έτσι ένας ενιαίος εθνογενετικός τύπος, ο Ελληνικός.
Η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι οι Έλληνες δεν κατάγονται από τους Ινδοευρωπαίους, διότι μελέτες, κυρίως ανθρωπολογικές, αποδεικνύουν ότι υπήρχαν στην Ελλάδα πριν από αυτήν την εποχή συμπαγείς πληθυσμοί αποτελούμενοι από νεολιθικούς ανθρώπους. Οι πληθυσμοί αυτοί, οι Πελασγοί, που ήταν ελληνικά φύλα, αφομοίωσαν εθνογενετικώς τους κατά πολύ λιγότερους κατοπινούς επιδρομείς. Έτσι οι ρίζες των Ελλήνων ευρίσκονται στον ελλαδικό χώρο πολύ περισσότερα από 3.000 χρόνια.
Η τρίτη θεωρία, θεωρεί ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η θρυλούμενη κάθοδος των Ελλήνων από τον Βορρά. Οι πρόγονοι των Ελλήνων ζούσαν στα ορεινά της χώρας, ενώ οι Πελασγοί κατοικούσαν στα πεδινά. Κάποτε, λοιπόν, οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, λόγω υπερπληθυσμού, μετακινήθηκαν προς τα πεδινά εδάφη. Η εμφάνισή τους αυτή κακώς εξελήφθη ως κάθοδος νέων φυλών.
Οι Προέλληνες όμως είναι Έλληνες και κανονικά πρέπει να λέγονται Πρωτοέλληνες όχι Προέλληνες. Οι Πρωτοέλληνες λοιπόν είναι αυτόχθονες κάτοικοι της Ελλάδος.
Εξάλλου πάντοτε η αφομοιωτική δύναμη της ελληνικής φυλής ήταν ισχυρή, διότι η Ελλάδα υπέστη εισβολές και κατακτήσεις από διάφορους λαούς και παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες δεν αφομοιώθηκαν, αλλά αντιθέτως αφομοίωσαν τους εισβολείς.
Ακόμη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας το Ελληνικό έθνος διατήρησε τον αμιγή φυλετικό χαρακτήρα του στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία, όπου παρέμεινε ως συμπαγής μειοψηφία μέχρι το 1922. (Αυτό εξάλλου απέδειξαν και οι έρευνες για το DNA των Αρχαιοελλήνων και των Νεοελλήνων από τον καθηγητή της Γενετικής κ. Τριανταφυλλίδη).
"Ο Ινδοευρωπαίος" είναι ένα παραϊστορικό κατασκεύασμα, που έχει γεμίσει την "ιστορία" με χιλιάδες σελίδες και μπαινοβγαίνει στις βιβλιοθήκες, χωρίς, τελικά, να βοηθήσει με την παρουσία του στην λύση προβλημάτων, που σχετίζονται με τις ατελείωτες συζητήσεις για την εθνογένεση, τις εθνικές γλώσσες, την κοιτίδα των πολιτισμών και τον επιμέρους χαρακτήρα των ευρωπαϊκών λαών" υποστηρίζει ο Γ. Χουρμουζιάδης (Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης 26 Νοεμβρίου 1932 - 16 Οκτωβρίου 2013 ήταν Έλληνας καθηγητής αρχαιολογίας και αντιπρύτανης στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο).
Ας δούμε τώρα τους Ελληνικούς θεούς στην Αρχαία Ελλάδα
Οι Ελληνικοί θεοί στην Αρχαία Ελλάδα θα αποτελέσουν πολιτιστικά δημιουργήματα ή συνθέσεις, οι οποίες θα κορυφωθούν αρκετά μετά την Μυκηναϊκή εποχή, στον Όμηρο.
Οι θεοί αυτοί είναι, σε εκπληκτικό βαθμό, δημιουργήματα φτιαγμένα κατ' εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου και επιρρεπείς σε αποκλειστικά ανθρώπινα πάθη.
Αν και υπήρχε τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού, το χάσμα αυτό το δημιούργησαν μόνο οι ανώτερες δυνάμεις του Θεού και η αθανασία Του.
Σ' αυτές τις αριστοκρατικές ιστορίες του Ομήρου οι θεοί τείνουν να εμφανίζονται ως υπεραριστοκράτες που έπαιξαν το ρόλο των ηρώων σ' ένα πιο υψηλό επίπεδο, χάνοντας φυσικά σ' αυτήν την διαδικασία κάτι από την θεϊκή τους φύση.
Σίγουρα πρόκειται για ποιητική κωδικοποίηση των ελευθερίων αισθημάτων και προκαταλήψεων των ανωτέρων ελληνικών τάξεων της εποχής εκείνης, που αντανακλάται στην δημιουργία μιας σειράς θεών σεβαστών από τον λαό, παρόλο που ο τελευταίος αυτός (ο λαός) συνεχίζει και την λατρεία των δικών του ταπεινότερων θεών.
Φυσικά, όλα τα προηγούμενα δεν εξαντλούν την τυχόν θετική σημασία των αρχαιοελληνικών θρησκειών, καθ' αυτές εδώ και εκεί, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.
Είναι λοιπόν εναντίον αυτών των απομυθοποιημένων ομηρικών θεών, που θα εξεγερθεί η ελληνική φιλοσοφική παράδοση των προσωκρατικών κατ' αρχήν, είτε αμέσως, όπως ο Ξενοφάνης, είτε εμμέσως, στα πλαίσια μιας νηφάλιας φιλοσοφικής υπέρβασης του ομηρικού Δωδεκαθέου, υπέρβαση η οποία μυστικά, αλλά σταθερά, διατρέχει μια ολόκληρη χιλιετηρίδα ελληνικής φιλοσοφίας, μέχρι τον Πλωτίνο.
Θα λέγαμε απερίφραστα πως η αρχαία ελληνική φιλοσοφία υπήρξε στην πραγματικότητα μονοθεϊστική σ' όλη της την διάρκεια, πράγμα το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει πως οι φιλοσοφικά καλλιεργημένοι Έλληνες των ανωτέρων τάξεων ζουν συχνά σε μια αξιοσημείωτη ένταση μεταξύ της κοινής λατρείας από την μια και των προσωπικών τους φιλοσοφικών ιδεωδών από την άλλη, με εμφανή φυσικά την πνευματική προτίμηση σ' αυτά τα τελευταία.
Ας δούμε ενδεικτικά μερικούς μόνον από τους κύριους ήρωες αυτής της υπέρβασης
Σημαντική φιλοσοφική μεταστοιχείωση των ομηρικών θεών, προς την κατεύθυνση του μονοθεϊσμού, αντιπροσωπεύει για παράδειγμα στους Ίωνες στοχαστές η έννοια του απείρου του Αναξιμάνδρου.
Ο φιλόσοφος αποδίδει θείες ιδιότητες στο άπειρο, το θέλει άφθαρτο, αγέραστο, αιώνιο, ανώλεθρο. Άπειρο το οποίο αποτελεί το παμπεριεκτικό θεμέλιο του παντός, ενώ τα θεμελιώδη στοιχεία όλων των πραγμάτων οριοθετούνται από την Δίκην και Τίσιν. Την αρμονιστική δηλαδή εξισορρόπηση των όντων μεταξύ τους, στην διάρκεια της ζωής τους στον χρόνο. Διαδικασία κατά την οποία αλληλοσυμπληρώνονται, αντιπαρατιθέμενα και εναρμονιζόμενα.
Όσον αφορά στον μεγάλο στοχαστή Ηράκλειτο, αποειδωλοποιητική είναι επίσης η έννοια του λόγου εδώ. Ο λόγος ο οποίος συνδέει τα αντίθετα σ' ένα συνεχές γίγνεσθαι, χαρακτηριζόμενο ωστόσο από μια λειτουργική διαλεκτική δομική ενότητα, όντως "ξυνός", κοινός δηλαδή ο λόγος, εξ ου και το απόσπασμα 2:
"διό δή έπεσθαι τω ξυνώ λόγω... του λόγου δε όντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί, ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν".
Αν ο λόγος είναι κοινός, τότε φρόνηση και φιλοσοφία σημαίνει ακριβώς η κοινωνία με τον λόγο αυτό, συμφωνία με τον λόγο, εις τρόπον ώστε σοφία είναι το βίωμα της ενότητος, παρά το γίγνεσθαι και εντός του γίγνεσθαι.
Η έννοια του λόγου στον Ηράκλειτο πλησιάζει την έννοια του Θεού, ενός Θεού φυσικά ενδοκόσμιου και υπερβατικού συνάμα, κτιστο‐άκτιστου θα λέγαμε σε θεολογική γλώσσα και ωστόσο ενός και μόνου.
Είναι αξιοσημείωτος ωστόσο ο πρώιμος αποφατισμός. Ο Ηράκλειτος εφαρμόζει τον αποφατισμόν αυτό για να περιγράψει αυτόν τον λόγο ως Θεόν, λόγου χάρη στο απόσπασμα 67:
"ο θεός ημέρη ευφρόνη, χειμών θέρος, πόλεμος ειρήνη, κόρος λιμός ταναντία άπαντα: ούτος ο νους, αλλοιούται δε οκώσπερ πυρ, οπόταν συμμιγήι θυώμασιν, ονομάζεται καθ' ηδονήν εκάστου" ,
δηλαδή ο Θεός είναι μερόνυκτο, χειμωνοκαλόκαιρο, ειρηνοπόλεμος, πείνα‐χόρταση, αλλοιώνεται όπως η φωτιά, όταν ανακατεύεται με διάφορα μυρωδικά, ονομάζεται ανάλογα με την μυρωδιά του καθενός από αυτά.
Ούτε ίχνος λαϊκής θρησκείας ή ειδωλολατρίας δεν βρίσκεται εδώ, ενώ διατυπώσεις, όπως η παραπάνω, φαίνονται σαν να αναζητούν μια θεολογία εντελώς ανέφικτη φυσικά στα πλαίσια της αρχαιοελληνικής μονιστικής κοσμολογικής οντολογίας, μια θεολογία λοιπόν διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών στον Θεό.
Όμοια μ' αυτή που αναπτύχθηκε μέσα σε όλως διάφορες οντολογικές βιβλικές προϋποθέσεις, διάκρισης κτιστού και ακτίστου, από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.
Μπορούμε βεβαίως να συνεχίσουμε με τον Παρμενίδη, ένα φιλόσοφο της Κάτω Ιταλίας, το μεγάλο στοχαστή του Είναι, ο οποίος συχνά στην ιστορία της φιλοσοφίας φαίνεται να αντιπαρατίθεται στο ηρακλείτειο γίγνεσθαι, δεν διαφέρουν όμως οι δύο ως προς το ότι και οι δύο επιχειρούν την κατανόηση της μιας και αμετάβλητης απόλυτης αλήθειας.
Στον Παρμενίδη η αλήθεια αυτή είναι το Ον, ως λογικό και οντολογικό θεμέλιο του παντός, προικίζεται ξανά με τα χαρακτηριστικά του ομηρικού Θεού (295/8, 1‐14),
"ως αγένητον εόν και ανώλεθρον εστιν, ούλον, μονογενές και ατρεμές, ηδέ τέλειον".
Φυσικά στην οντολογική αυτή προσέγγιση που θέλει το Ον θεμέλιο νόημα και αλήθεια όλων των πραγμάτων, μη δυνάμενη βεβαίως να διακρίνει απολύτως ακόμη το Ον από αυτά, συναντούμε την ίδια απόλυτη φιλοσοφική υπέρβαση κάθε ειδωλοποιημένης του μυθικής εκδοχής, όπως ακριβώς στον Ηράκλειτο.
Υπέρβαση που θα συνεχιστεί στον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο, όπου όμως εδώ την θέση του θεμελιώδους όντος κατέχει ο νους. Φυσικά και εδώ ο νους δεν είναι ακόμα απολύτως χωρισμένος από τον κόσμο, μετέχει στη σχηματοποίηση του, πλην όμως αποτελεί την φυσική και μεταφυσική του αιτία και όχι ανθρωποπαθές είδωλο θεού.
Μια τέτοια έκθεση βεβαίως δε θα μπορούσε να αφήσει έξω τον Ξενοφάνη, τον αποφατικό θεολόγο του 6ου προχριστιανικού αιώνα, του οποίου θα μπορούσαμε να διαβάσουμε μερικά επίσης αποσπάσματα από το έργο του·
"ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα είναι επαίσχυντα και αξιοκατάκριτα στους ανθρώπους, την κλοπή, την μοιχεία και την απάτη μεταξύ τους...
Αλλά οι θνητοί νομίζουν ότι οι θεοί γεννιούνται και έχουν φορέματα και φωνή και σώμα, σαν το δικό τους.
Οι Αιθίοπες λένε ότι οι θεοί τους είναι πλακουτσομύτηδες και μαύροι, οι Θράκες ότι οι δικοί τους θεοί είναι γαλανομάτηδες και κοκκινοτρίχηδες.
Αλλά αν και τα βόδια και τα άλογα ή τα λιοντάρια είχαν χέρια ή μπορούσαν να σχεδιάσουν με τα χέρια τους και να κάνουν τα έργα που κάνουν οι άνθρωποι, τα άλογα θα απεικόνιζαν τους θεούς αναλόγως, τα βόδια σαν βόδια και θα έκαναν το σώμα τους σαν το δικό τους.
Ένας θεός υπάρχει, ο μέγιστος ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους, καθόλου όμοιος με τους θνητούς στο σώμα ή στο πνεύμα".
Φαίνεται καθαρά εδώ ένα είδος θεολογικού αποφατισμού, ο οποίος δεν θέλει να πλησιάσει το Είναι του Θεού, σε κανένα από τα κτιστά όντα:
"πάντα μένει (ο Θεός) στο ίδιο μέρος και δεν κινείται καθόλου, ούτε άλλωστε ταιριάζει σ' αυτόν να μετακινείται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά χωρίς κόπο, με την σκέψη του νου του σείει τα πάντα, βλέπει, σκέφτεται και ακούει ολόκληρος".
Πρόκειται για θεολογικές διατυπώσεις οι οποίες είναι προχωρημένες για την εποχή τους και θα έλεγα και για το δυτικό Μεσαίωνα ίσως. Λέγει ο Σκόφιλντ* ότι ο ξενοφάνειος αυτός θεός διαθέτει κάτι σαν σώμα, αφού εντελώς ασώματη ύπαρξη ήταν τότε αδιανόητη, πλην όμως, παρά ταύτα, ως προς τις ανθρώπινες θεολογικές επινοήσεις το Είναι του παραμένει υπερβατικό.
Δεν χρειάζεται καν να μιλήσει κανείς για τον απολύτως υπερβατικό πλατωνικό θεό, που ταυτίζεται με το επέκεινα της ουσίας, το Εν της "Πολιτείας" (ΣΤ', 509ab), το οποίο ως αμήχανο κάλλος είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, παρέχοντας το είναι σε όλα τα όντα,
"και τοις γινωσκομένοις τοίνυν, μη μόνον το γινώσκεσθαι φάναι υπό του αγαθού παρείναι, αλλά και το είναι τε και την ουσίαν, υπ' εκείνου όντως προσείναι ουκ ουσίας όντος του αγαθού, αλλ' έτι επέκεινα της ουσίας, πρεσβεία και δυνάμει υπερέχοντος".
Το αγαθό είναι επέκεινα της ουσίας, παρόλο που θεμελιώνει την ουσία των όντων.
Η παράδοση αυτή φυσικά θα αναληφθεί με εξαίρετο τρόπο από τον Πλωτίνο· εδώ το Εν είναι άκρως υπερβατικό και ακόμη περισσότερο θα λέγαμε και από τον Πλάτωνα, μια και εδώ πλέον υπάρχουν σαφείς ιουδαιοχριστιανικές επιρροές.
Έτσι λοιπόν το Εν εδώ παραμένει εντελώς αδιαφοροποίητο, δεν νοεί, δεν βλέπει εαυτό (VI, 7,39· 7,41) δεν υπάρχει ούτε λόγος ούτε αίσθηση ούτε επιστήμη του.
Δεν παράγει καν τον εαυτό του (VI, 8,10), κυρίως όμως δεν μας επιθυμεί, "ημίν ουκ εφίεται" (VI, 9,8). Το επιθυμούμε μόνο εμείς και μάλιστα "εξ ανάγκης" (VI, 9, 9).
Παρά ταύτα όμως υπάρχει στον Πλωτίνο μια κολοσσιαίας σημασίας λεπτομέρεια, για το δεύτερο σκέλος αυτής της εισήγησης, υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα ταύτισης του υπερβατικού Ενός με το ανθρώπινο υποκείμενο, γεγονός που αποτελεί την φιλοσοφική πηγή έκτοτε κάθε νεοειδωλολατρίας για τον Δυτικό κόσμο.
Πράγματι στην έκτη Εννεάδα του Πλωτίνου (VI, 9,11) και μετά από μια περιπέτεια απέκδυσης του πραγματικού ψυχοσωματικού εαυτού, το ανθρώπινο νοερό εγώ ταυτίζεται με το "Εν" ("εν άμφω") χωρίς βέβαια να το περιλαμβάνει, γινόμενο όμως και αυτό, όπως και εκείνο, επέκεινα της ουσίας.
Για πρώτη φορά, το ανθρώπινο υποκείμενο γίνεται επέκεινα της ουσίας, ταυτιζόμενο με το Εν. Πρόκειται για μια κορυφαία στιγμή του ανθρωπίνου στοχασμού, με καταλυτικές συνέπειες για όλη την νεώτερη πνευματική Ιστορία.
Μέσω του Αυγουστίνου οι θέσεις αυτές θα περάσουν στην Δύση, εκχριστιανισμένες, δίνοντάς μας ένα υποκείμενο θεμελιωμένο στην αντίληψη πως ο άνθρωπος είναι στην ουσία του ψυχική βούληση για δύναμη, ένα είδος δευτέρου απολύτου, που σιγά‐σιγά συγγενεύει ως προς την ουσία του με το θείο απόλυτο. Συγγενεύοντας δε με το θείο απόλυτο, σιγά‐σιγά το αντιλαμβάνεται κατ' εικόνα του.
Ο άνθρωπος είναι στην ουσία του ψυχή βουλόμενη, εκπληρώνει επομένως την ουσία του βουλόμενος την κυριαρχία πάνω σ' ότι δεν είναι ψυχικό, πάνω στην ιστορία, πάνω στο σώμα κατ' αρχήν, πάνω στην κοινότητα, και το είναι του εκφράζεται πρώιμα ήδη στον Αυγουστίνο, μ' ένα τρόπο που πολύ αργότερα ο Νίτσε, αντιστρέφοντας βέβαια τους πόλους, θα ονομάσει βούληση για δύναμη.
Δύο λοιπόν είναι οι μεγάλες και τρομερές συνέπειες αυτής της φιλοσοφικής πρωτοειδωλολατρίας.
Η πρώτη είναι ο νεώτερος υποκειμενισμός, γνωστός κυρίως στην εκδοχή που έφερε στο προσκήνιο ο Καρτέσιος, ως ψυχικό, αποσυνδεδεμένο του σώματος και της κοινότητος, Εγώ, το οποίο δεν χρειάζεται παρά μόνο την ισχύ του πνεύματός του προκειμένου να είναι όντως. Πρόκειται γι' αυτό που ένας μεγάλος κοινωνιολόγος, ο Νόμπερτ Ελλίας, περιέγραψε ως
"χωρίς εμείς εγώ".
Είναι ένα υποκείμενο το οποίο είναι αποσυνδεδεμένο από ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράδοση ή κοινότητα ή κάτι το οποίο θα το συνέδεε με τον πραγματικό κόσμο. Είναι το υπερεξηρμένο, αποσυνδεδεμένο εγώ, το οποίο συναντούμε στους μεταφυσικούς στοχασμούς του Καρτέσιου και ολοκληρώνεται με την φαινομενολογία στον 20ό αιώνα. Το ίδιο το φροϋδικό Εγώ κατάγεται από τέτοιου είδους διαπιστώσεις, αν και στη συνέχεια έλαβε κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες, (κυρίως με το Λακάν), εκδοχές.
Ο Καρτέσιος είναι ιδιαίτερα σημαντικός επειδή πραγματοποιεί μια στροφή, η οποία καθιστά το νεώτερο δυτικό υποκειμενισμό πολύ πιο ανθρωποκεντρικό από τον αρχαίο και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Εδώ πια η αλήθεια του υποκειμένου δεν βρίσκεται έξω του, στο "Εν" ή στον Θεό, αλλά στην αυτοβεβαίωσή του, στον στοχασμό του που σκέφτεται το Εν ή τον Θεό, το υποκείμενο είναι η σκέψη του Ενός, όχι η ταύτιση του Ενός με το υποκείμενο αλλά απλώς και μόνο η σκέψη ως συμπερίληψη του Ενός μέσα στην έννοια του υποκειμένου.
Δεύτερη τρομερή συνέπεια είναι η οντοθεολογία, έτσι όπως την ονόμασε ο Χάιντεγκερ**.
Πρόκειται για την μεγάλη φιλοσοφικοθεολογική ειδωλολατρία της νεωτερικότητας όπου ο Θεός γίνεται μια έννοια του ανθρωπίνου νου, έστω η υψηλότερη, και η έννοια αυτή λειτουργεί σαν είδωλο του Θεού.
Ο Θεός γίνεται η σκέψη του ανθρώπου γι' αυτόν, ή όπως θα έλεγε ο Φόυερμπαχ***, η εικόνα του ανθρώπου.
Πρόκειται γι' αυτόν ακριβώς τον Θεό που κατέρρευσε στην Δύση, τον Θεό των ηθικολόγων και των ευσεβιστών, όπως θα έλεγε ο Νίτσε.
Υποκειμενισμός και οντοθεολογία θεμελιώνονται με την σειρά τους από ένα σμήνος ολόκληρο ειδωλολατρικών, λαϊκών ή στοχαστικών, με κοινό χαρακτηριστικό τους πάντως την αυτονόμηση των κτισμάτων από τον δυσφημισμένο Κτίστη τους και την οικοδόμηση του κοινωνικού επίσης, καταπώς θάλεγε και ο Καστοριάδης****, σ' αυτήν ακριβώς την αυτονομία.
Και οι Ορθόδοξοι επίσης ακολούθησαν σ' αυτό το δρόμο. Μια θεμελιώδης φιλοσοφικοθεολογική έννοια στους ορθοδόξους κύκλους εν προκειμένω, υπήρξε αυτή της Σοφίας.
Η ρωσική θεολογία του 19ου-20ου αιώνα, απ’ τον Σολόβιεφ ως τον Μπουλγάκωφ, υπήρξε στο βάθος μια προσπάθεια αυτόνομης θεμελίωσης του είναι της κτίσεως σε σχέση μ' αυτό του Θεού, χωρίς όμως να καταργεί Αυτόν τον τελευταίο.
Μπορεί βεβαίως η Σοφιολογία να διορθωθεί με βάση την πατερική θεολογία και, ως προς το ότι δεν καταργεί τον Θεό, είναι θεολογικότερη των αναλόγων δυτικών τάσεων, βρίσκεται όμως στην ίδια νεοειδωλολατρική τροχιά, πράγμα το οποίο το απέδειξε, μ' ένα φοβερό τρόπο, και ο σοβιετικός μαρξισμός, ο οποίος εν μέρει κληρονομεί αυτού του είδους την αυτόνομη θεώρηση των κτισμάτων σε σχέση με τον Θεό.
Είναι μια αυτόνομη θεώρηση, διότι ουσιαστικά η έννοια της Σοφίας είναι μια έννοια πανθεϊστική, υπάρχει στον Θεό και υπάρχει στα όντα, και υπάρχει αυτονόμως στα όντα εις τρόπον ώστε να είναι δυνατόν να τα σκεφτεί κανείς σε μια πιο εκκοσμικευμένη εκδοχή, ακόμη και χωρίς τον Θεό.
Άλλα, δε θα πρέπει να παραλείψουμε να κάνουμε, ως χριστιανοί, την αυτοκριτική μας, εφόσον μάλιστα κάθε είδους ειδωλολατρία έχει απολύτως και ριζικώς υπερβαθεί στους κόλπους της ορθόδοξης θεολογίας, με την απόλυτη διάκριση κτιστού και ακτίστου και την θεοπρεπή τους βαθιά κοινωνία, μέσω των ακτίστων ενεργειών, εν Χριστώ, στην Εκκλησία.
Ο Θεός είναι αρρήτως Παρών στην κτίση, χωρίς να συγχέεται αλλά και χωρίς να χωρίζεται από αυτήν.
Το Άγιο Πνεύμα κάνει τον κόσμο σώμα Χριστού, πολλαπλή ενσάρκωση του Λόγου, ανοίγοντας τον, στο αποφατικό μυστήριο και την απροσδιοριστία την δική Του.
Πράγματι, λοιπόν, "ει ήμεν ημείς Χριστιανοί, ουδείς αν είη ειδωλολάτρης", εάν ήμασταν Χριστιανοί, δε θα ήταν κανείς απολύτως ειδωλολάτρης, όπως έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά για να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει όλη αυτή η παράδοση να προσληφθεί όχι αυτοδικαιωτικά ή ιδεολογικά (σαν ένα ακόμη είδωλο‐ το υψηλότερο!) αλλά κενωτικά, υπαρξιακά, ταπεινά και θα έλεγα επίσης δια‐λογικά ως προς όλον αυτόν τον δυτικό και ανατολικό κόσμο που πάσχει σήμερα αναζητώντας εναγώνια το νόημα και την αλήθεια της ιστορίας του.
Υπάρχει στο σημείο αυτό η ανάγκη να ξαναδούμε την παράδοση αυτή και να την ερμηνεύσουμε και διακριτικά και υπαρξιακά, με όλη την πλήρη έννοια, διανοητική και υπαρξιακή, της λέξης ερμηνεία.
Το να θεωρούμε ότι η παράδοση είναι δεδομένη είναι ένα μεγάλο σφάλμα. Η παράδοση κατακτάται, η παράδοση ξαναποκτάται, η παράδοση ανακτάται, δεν είναι η παράδοση επ' ουδενί μια παρακαταθήκη δεδομένη, αλλά μια κολυμβήθρα στην οποία βαπτιζόμαστε. Εάν δεν είναι αυτό το πράγμα η παράδοση, τότε πάρα πολύ δύσκολα είναι δυνατόν να αποφύγουμε την ειδωλοποίησή της, δηλαδή να αποφύγουμε τον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι κατέχουμε τελικά το κλειδί της αλήθειας και της ιστορίας.
Όταν η παράδοση ανακτάται ταπεινά, κενωτικά, καθαρτικά, ερμηνευτικά, τότε βλέπουμε και τα δικά μας όρια μέσα σ' αυτήν και στην περίπτωση αυτή, βεβαίως, διαλεγόμαστε και με τον άλλο και με τον τρόπο αυτό βεβαίως και ο άλλος έχει οφέλη, αλλά και εμείς έχουμε και ιστορική ταυτότητα, αλλά και υπαρξιακή αυθεντικότητα.
Λοιπόν, να μιλήσουμε με όλους, οι οποίοι αναζητούν σήμερα την αλήθεια της ιστορίας τους, στον Δυτικό κόσμο αλλά και κάθε άνθρωπο ο οποίος την αναζητά, παραπατώντας και επαιρόμενος, αυτοαμφισβητούμενος αλλά και αυτοβεβαιούμενος, με το στοχασμό του και την επιθυμία του, που τον δικαιώνουν και τον σπαράσσουν.
Αυτόν τον μέγα και φτωχό κόσμο ο Χριστός τον αγαπά και μας θέλει συμπάσχοντες Κυρηναίους Του και, βέβαια, όχι απλώς και μόνον τιμητές Του.
****************************************
*Ο Σκόφιλντ (C.I. Scofield) ήταν ένας Αμερικανός θεολόγος και ιεροκήρυκας, γνωστός κυρίως για τη δημιουργία της "Μελέτης της Αγίας Γραφής Σκόφιλντ" (Scofield Reference Bible), η οποία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1909.
**Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 26 Σεπτεμβρίου 1889 - 26 Μαΐου 1976) ήταν Γερμανός φιλόσοφος. Υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές αλλά και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα, αφενός για τον ενεργό του ρόλο ως πρύτανης και σύμβουλος σε θέματα παιδείας στη ναζιστική Γερμανία και για τις ρατσιστικές (σύμφωνα με τη γνώμη των επικριτών του) αντιλήψεις του, και αφετέρου για τη βαρύτητα του φιλοσοφικού του έργου, που επηρέασε ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά ρεύματα της σύγχρονης εποχής, τον υπαρξισμό, και γέννησε θερμούς υποστηρικτές και φανατικούς επικριτές.
***Ο Λούντβιχ Αντρέας Φόιερμπαχ (Ludwig Andreas Feuerbach, 28 Ιουλίου 1804 - 13 Σεπτεμβρίου 1872) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και ανθρωπολόγος.
****Κορνήλιος Καστοριάδης (1922–1997) ήταν κορυφαίος Ελληνογάλλος φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής, γνωστός ως ο "στοχαστής της αυτονομίας". Συνιδρυτής της ομάδας "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα" και συγγραφέας του έργου "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας", ανέπτυξε μια ριζοσπαστική κριτική στην μαρξιστική ορθοδοξία και τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό.