Η Πρωτομαγιά, αν και σήμερα εορτάζεται κυρίως ως εργατική αργία, έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Ελλάδα, ενώ η Ορθόδοξη παράδοση την αντιμετωπίζει είτε αδιάφορα είτε ως ευκαιρία για πνευματική αναφορά, απορρίπτοντας τα ειδωλολατρικά στοιχεία.
Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν την έλευση του Μαΐου (που ονομαζόταν Ανθεστηριώνας ή Θαργηλιώνας) ως την "νίκη" του καλοκαιριού κατά του χειμώνα (άρες μάρες κουκουνάρες).
Η γιορτή ήταν αφιερωμένη στην θεά της γεωργίας Δήμητρα και την κόρη της, Περσεφόνη, η οποία επιστρέφει από τον Άδη στην γη, φέρνοντας την ανθοφορία.
Οι νέες κοπέλες στόλιζαν τα μαλλιά τους με λουλούδια και έφτιαχναν στεφάνια (Ανθεσφόρια), που αποτελούν την αρχαία ρίζα του σημερινού Μαγιάτικου στεφανιού.
Σε κάποιες περιοχές, η γιορτή είχε διονυσιακό χαρακτήρα, με έθιμα που συμβόλιζαν την αναγέννηση της φύσης, όπως η αναβίωση του "νεκρού" Διονύσου που "ανασταίνεται".
Στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο, οι νέοι διακοσμούσαν ένα πράσινο κλαδί με λουλούδια, φρούτα και κορδέλες, συμβολίζοντας την γονιμότητα.
Οι ορθόδοξοι πατέρες της εκκλησίας αντιμετωπίζουν την αναβίωση των αρχαίων εθίμων ως "νεοπαγανισμό".
Θεωρούν ότι η αποθέωση της φύσης και τα μαγικά τελετουργικά (όπως το πήδημα πάνω από φωτιές) έρχονται σε αντίθεση με την χριστιανική πίστη.
Το "κέρδος" τους είναι συμβολικό, τελετουργικό κι άνευ ουσίας. Είναι μια προσπάθεια να "εξασφαλίσουν" μια καρποφόρα, ασφαλή και τυχερή νέα σεζόν, συμμετέχοντας στον ρυθμό της φύσης.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, από την αρχαιότητα, πολέμησαν την λατρεία της φύσης ("ειδωλολατρία") και τόνισαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να λατρεύει τον Δημιουργό (Θεό) και όχι τα δημιουργήματά Του (λουλούδια, φύση).
Γενικά η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην Πρωτομαγιά δεν βασίζεται σε κάποια επίσημη απαγόρευση, αλλά στο γεγονός ότι η ημέρα αυτή θεωρείται κοσμική αργία (εργατική πρωτομαγιά) και παγανιστική εορτή.
Τα σοβαρά στοιχεία που καθιστούν την Πρωτομαγιά ξένη προς την Ορθόδοξη παράδοση είναι τα εξής:
Τα έθιμα της ημέρας, όπως το πλέξιμο του στεφανιού, αποτελούν κατάλοιπα της αυθόρμητης λατρείας της φύσης, η οποία θεωρείται πνευματικά άστοχη για έναν Χριστιανό.
Στην ελληνική λαογραφία, ο μήνας Μάιος και ειδικότερα η πρώτη του μέρα συνδέονται με πολλές δεισιδαιμονίες, μάγια και την πεποίθηση ότι είναι εποχή που "πιάνουν" οι μάγισσες, στοιχεία που καταδικάζονται από την Εκκλησία.
Ως εργατική γιορτή, η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε το 1889 ως ημέρα διεκδικήσεων, με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, απέχοντας από το πνευματικό περιεχόμενο των εορτών της Εκκλησίας, αν και υπάρχουν απόψεις ότι έχει συνδεθεί και με θεωρίες συνωμοσίας και με αποκρυφιστικές ομάδες.
Η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε κυρίως ως ημέρα μνήμης της εξέγερσης των εργατών του Σικάγο το 1886 για το οκτάωρο.
Στους ισχυρισμους για την σύνδεση της με τους "Ιλλουμινάτι" οι σιωνιστές απαντούν ότι ανήκουν στην σφαίρα της συνωμοσιολογίας και της "σκοτεινής" αποκρυφιστικής παράδοσης.
Πάντως πολλές από τις μεγάλες χριστιανικές εορτές έχουν ρίζες σε αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, καθώς η Εκκλησία συχνά επέλεγε να "εκχριστιανίσει" προϋπάρχουσες γιορτές για να διευκολύνει την αποδοχή της νέας θρησκείας.
Οι κυριότερες γιορτές με παρόμοιο υπόβαθρο περιλαμβάνουν:
1. Τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου)
Η ημερομηνία αυτή συνέπιπτε με σημαντικές παγανιστικές εορτές του χειμερινού ηλιοστασίου:
Saturnalia (Σατουρνάλια): Ρωμαϊκή γιορτή προς τιμήν του Κρόνου.
Dies Natalis Solis Invicti: Η ημέρα γέννησης του "Αήττητου Ήλιου".
Yule: Παγανιστική γιορτή των βόρειων λαών για την επιστροφή του φωτός.
2. Το Πάσχα (Pascha)
Αν και η θεολογική βάση είναι το Εβραϊκό Πάσχα, πολλά έθιμα και η ονομασία (σε κάποιες γλώσσες) συνδέονται με την άνοιξη:
Ostara: Γιορτή της εαρινής ισημερίας προς τιμήν της θεάς Εostre (από όπου προέρχεται το όνομα "Easter").
Τα αυγά και οι λαγοί αποτελούν αρχαία σύμβολα αναγέννησης της φύσης.
3. Τα Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)
Συνδέονται με τον αγιασμό των υδάτων, ένα στοιχείο που υπήρχε σε αρχαίες τελετουργίες καθαρμού.
Στην αρχαιότητα υπήρχαν παρόμοιοι εορτασμοί για την επιφάνεια θεών.
Οι λαϊκές παραδόσεις με τους καλικάντζαρους του Δωδεκαημέρου έχουν έντονο δαιμονολογικό και παγανιστικό χαρακτήρα.
4. Την γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου)
Η γιορτή αυτή τοποθετήθηκε κοντά στο θερινό ηλιοστάσιο.
Το έθιμο με τις φωτιές (Κλήδονας) είναι καθαρά παγανιστικό κατάλοιπο ηλιολατρικών τελετών για την δύναμη του ήλιου.
5. Τα αναστενάρια (21 Μαΐου)
Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην Βόρεια Ελλάδα (γιορτή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης).
Περιλαμβάνει την πυροβασία και εκστατικούς χορούς που θεωρείται ότι έχουν ρίζες στις διονυσιακές λατρείες.
6. Τις Απόκριες
Αποτελούν την πιο ξεκάθαρη επιβίωση των Διονυσιακών εορτών (όπως τα Ανθεστήρια), με την χρήση μασκών, την σάτιρα και την κατάλυση των κοινωνικών κανόνων πριν από την νηστεία της Σαρακοστής.
Πολλές από αυτές τις παραδόσεις επιβιώνουν σήμερα ως λαογραφικά έθιμα, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να τονίζει το πνευματικό τους περιεχόμενο απομονώνοντας τις μαγικές ή δεισιδαιμονικές πτυχές τους.
Η Εκκλησία δεν υιοθέτησε αυτά τα στοιχεία τυχαία, αλλά εφάρμοσε μια στρατηγική που ονομάζεται "εκχριστιανισμός". Η λογική πίσω από αυτή την πρακτική έχει τρεις κύριους πυλώνες:
Α. Η Θεωρία της "Παιδαγωγίας"
Οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος) πίστευαν ότι ήταν αδύνατο να ξεριζωθούν απότομα πανάρχαιες συνήθειες αιώνων. Έτσι, προτίμησαν να "βαπτίσουν" τις γιορτές:
Αντί να απαγορεύσουν την γιορτή του Ήλιου (25 Δεκεμβρίου), τοποθέτησαν εκεί την γέννηση του Χριστού, τον οποίο ονόμασαν "Ήλιο της Δικαιοσύνης".
Ο στόχος ήταν να αλλάξει το αντικείμενο της λατρείας, ενώ η μορφή παρέμενε οικεία στον λαό.
Β. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι ο Χριστιανισμός "προσλαμβάνει" τον κόσμο για να τον μεταμορφώσει. Δηλαδή, παίρνει κάτι "γήινο" ή "σκοτεινό" (όπως οι φωτιές ή τα στεφάνια) και του δίνει ένα νέο, ιερό νόημα.
Παράδειγμα: Το αυγό από σύμβολο γονιμότητας των αρχαίων, έγινε σύμβολο του κενού Τάφου και της Ανάστασης.
Γ. Η Διάκριση "Λατρείας" και "Εθίμου"
Η επίσημη θέση της Εκκλησίας διαχωρίζει την Δογματική Πίστη από την Παράδοση (Λαογραφία):
Ανέχεται τα έθιμα (π.χ. το μαγιάτικο στεφάνι ή τον Κλήδονα) ως "λαϊκά δρώμενα", αρκεί να μην θεωρούνται από τους πιστούς ως θρησκευτικά μυστήρια.
Όταν όμως ένα έθιμο αγγίζει την μαγεία ή την δεισιδαιμονία (π.χ. τα Αναστενάρια), η Εκκλησία συχνά παίρνει αποστάσεις ή τα καταδικάζει ως "ειδωλολατρικά υπολείμματα".
Γιατί όμως η Πρωτομαγιά παραμένει "στο στόχαστρο";
Ενώ τα Χριστούγεννα "απορροφήθηκαν" πλήρως, η Πρωτομαγιά παρέμεινε "αβάπτιστη" για δύο λόγους:
Δεν συνδέθηκε ποτέ με κάποιο κεντρικό εκκλησιαστικό γεγονός.
Η φύση της (έμφαση στην σαρκική χαρά, την μέθη και την βλάστηση) θεωρείται ότι προάγει μια "υλιστική" θεώρηση της ζωής που έρχεται σε σύγκρουση με την ασκητική φύση της Ορθοδοξίας.
Όσον αφορά το μαγιάτικο στεφάνι δεν θεωρείται "επικίνδυνο" με την έννοια της άμεσης απαγόρευσης, αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία το αντιμετωπίζει με επιφύλαξη επειδή συνδυάζει παγανιστικά κατάλοιπα με δεισιδαιμονίες που αγγίζουν τα όρια της μαγείας.
Συγκεκριμένα, οι λόγοι που το καθιστούν πνευματικά "επίφοβο" είναι ότι σε πολλές περιοχές, το στεφάνι δεν είναι απλώς διακοσμητικό. Συνοδεύεται από αντικείμενα όπως σκόρδο (για το μάτι), αγκάθια (για τους εχθρούς) ή τσουκνίδες. Αυτή η χρήση του ως "μαγικού φυλακτού" για προστασία του σπιτιού έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πίστη στην πρόνοια του Θεού.
Η Εκκλησία ανησυχεί (δεν φοβάται) μήπως ο πιστός διολισθήσει σε μια μορφή φυσιολατρίας, ξεχνώντας τον Κτίστη (Θεό) για χάρη της κτίσης.
Το γεγονός ότι το στεφάνι φυλάσσεται μέχρι τις 24 Ιουνίου (του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα) για να καεί στις φωτιές, θεωρείται καθαρά παγανιστική τελετουργία κάθαρσης και μαντείας που δεν έχει καμία θέση στη χριστιανική ζωή.
Επειδή η Πρωτομαγιά συμπίπτει συχνά με την περίοδο του Πάσχα, η έμφαση στην "αναγέννηση της φύσης" μέσω του στεφανιού μπορεί να επισκιάσει το νόημα της Ανάστασης του Χριστού, που είναι η μόνη αληθινή αναγέννηση για τον χριστιανό.
Στην πράξη, η Εκκλησία το ανέχεται ως λαογραφικό έθιμο, αλλά προειδοποιεί όταν αυτό αρχίζει να θεωρείται απαραίτητο για την "τύχη" ή την "προστασία" του σπιτιού, υποκαθιστώντας την προσευχή και τα μυστήρια.
Την 1η Μαΐου γιορτάζουν ο Προφήτης Ιερεμίας, ο Ιερομάρτυρας Βατάς, και οι Οσιομάρτυρες Ακάκιος, Ευθύμιος και Ιγνάτιος.
Η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μια ορθολογική κοινωνία χωρίς θαύματα, και η επιστροφή στα παγανιστικά έθιμα είναι μια επιστροφή σε σκοταδιστικές δοξασίες.