Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Φοβάμαι

‘’Φοβάμαι Γέροντα’’

‘’ Τι φοβάσαι;’’

‘’ Φοβάμαι τα πάντα.’’

‘’Δηλαδή;’’

‘’Φοβάμαι τις φωνές. Φοβάμαι τις γρήγορες ομιλίες. Φοβάμαι τους ανθρώπους που χαμογελούν ψεύτικα.’’

‘’Τι σκέφτεσαι να κάνεις;’’

‘’Σκέφτομαι να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα.’’

‘’ Μα η ζωή είναι δώρο που σου δίνεται μια φορά.’’

‘’Το ξέρω αλλά φοβάμαι.’’

Τότε ο γέροντας του έδωσε ένα χαρτί.

‘’Τι είναι αυτό;’’

‘’ Το βρήκα πριν πολλά χρόνια σε ένα νεκροταφείο. Μου έδωσε το κουράγιο να ξεπεράσω μια σπάνια αρρώστια. Από τότε το δίνω σε ανθρώπους που έχουν τα ίδια προβλήματα με εσένα.’’

‘’Τι πρόβλημα έχω;’’

‘’Θα σου πω όταν θεραπευτείς.’’

Ο γέροντας βγήκε από τη σκηνή. Ο άντρας πήρε το χαρτί με τα χέρια του να τρέμουν. Άρχισε να διαβάζει προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του.

‘’Σε ένα χώρο που υπάρχουν νεκροί, που αργά ή γρήγορα θα τους συναντήσω και εγώ, θα σας πω τις φορές που γεννήθηκα ξανά. Δεν ξέρω αν είναι πολλές ή λίγες, αλλά είναι αληθινές.

Γεννιέμαι κάθε φορά που ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Γεννιέμαι όταν ακουμπάω το χέρι ενός ετοιμοθάνατου και είναι ακόμα ζεστό. Γεννιέμαι όταν τα χωράφια είναι υγρά μετά από μια βροχή και έτοιμα να ανθίσουν. Γεννιέμαι όταν οι ιδέες κάποιων ανθρώπων, αναζωπυρώνονται με τα χρόνια όλο και περισσότερο.

Γεννιέμαι κάθε φορά που οι πόρτες των διαμερισμάτων παραμένουν ανοιχτές και με ένα πιάτο φαί στη πόρτα. Γεννιέμαι όταν συνειδητοποιώ πως δεν είναι μακριά το τέλος αλλά ούτε και η αρχή για να ένα καινούργιο ξεκίνημα. Το ένα μπλέκεται στο άλλο χωρίς να καταλαβαίνεις τη διαφορά.

Γεννιέμαι κάθε φορά που το όχι μου είναι πιο δυνατό από την πλειοψηφία και ανακαλύπτω τη διαφορετικότητα μου. Γεννιέμαι καθώς συνειδητοποιώ πως οι αλυσίδες που με έχουν δεμένο, δεν είναι τόσο δυνατές όσο νόμιζα.

Γεννιέμαι βλέποντας ανθρώπους να φυτεύουν ξανά δέντρα σε ένα καμένο δάσος. Ίσως γιατί ξέρω πως αν δε καταστρέφεις, δε μπορείς να ανθίσεις πουθενά”.

Ο άντρας βγήκε έξω από τη σκηνή. Ο γέροντας κοιτούσε το γαλανό ουρανό ατάραχος.

‘’Το διάβασα γέροντα.’’

‘’Και τι κατάλαβες;’’

’Ότι θέλω να ξαναγεννηθώ αλλά δε μπορώ.’’

‘’Γιατί;’’

‘’Βλέπω τοίχους παντού. Νιώθω εγκλωβισμένος.’’

‘’Έλα μαζί μου.’’

‘’Φοβάμαι πως δεν υπάρχει χώρος να περπατήσω.’’

‘’Δρόμοι υπάρχουν μόνο για αυτούς που θέλουν να περπατήσουν.’’

‘’Και που θα σε βγάλουν;’’

‘’Όλοι οι δρόμοι σε βγάζουν κάπου, αρκεί να τους περπατήσεις ως το τέλος. Έλα μαζί μου.’’

Άρχισαν να περπατάνε σε μεγάλη ανηφόρα που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού. Γύρω τους υπήρχαν δέντρα, χώμα και το άγγιγμα ενός κρύου αέρα που τους ανατρίχιαζε. Κάθε βήμα του άντρα, ήταν πιο σταθερό από το προηγούμενο. Έπειτα από λίγο, έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι.

‘’Θα μου πεις τι πρόβλημα είχα;’’

‘’Είναι ευχάριστο που χρησιμοποιείς παρελθόν.’’

‘’Δε κατάλαβα γιατί το έκανα αυτό.’’

‘’Το έκανες γιατί θεραπεύτηκες.’’

‘’Τι είχα;’’

‘’Μπέρδεψες το φοβάμαι με το φοβούνται και το δε μπορούν με το δε μπορώ. Προχώρα.’’

Τότε o άντρας κοίταξε γύρω του. Ο ένας δρόμος οδηγούσε στην πόλη και ο άλλος στη κορυφή του βουνού.

‘’Ποιο δρόμο να ακολουθήσω γέροντα;’’

‘’Τον πιο δύσκολο γιε μου. Αυτός αξίζει.’’

‘’Είναι δύσκολο.’’

‘’Είναι ο προορισμός σου.’’

”Έπειτα ο άντρας κίνησε να φύγει. Προτού κάνει δυο βήματα, ο γέροντας του φώναξε.

‘’Πέταξε όσο πιο ψηλά μπορείς, πριν γίνεις χώμα. Αυτό αξίζει.’’

Ο άντρας σε λίγο χάθηκε…

Έχουμε συνηθίσει να ακούμε μεγάλα λόγια.

Κι άλλες φορές να προσπαθούμε να μαντέψουμε πίσω από τους γρίφους. Μαζοχιζόμαστε, επαναπαυόμαστε, συνηθίζουμε, γεμίζουμε το κενό της μοναξιάς μας και έπειτα πάλι από την αρχή.

Κάποιες φορές υπομένουμε γιατί αυτό που ακούμε μας αρέσει. Λόγια που μας ανεβάζουν, που ακούγοντας τα αισθανόμαστε όμορφα. Παρόλο που ξέρουμε ότι είναι προσωρινά, ότι σύντομα θα ξεχαστούν όπως και εμείς για κάποιους ανθρώπους και αυτοί για εμάς.

Δενόμαστε από τα λόγια τους και νομίζουμε ότι είναι πραγματικά κάτι διαφορετικό.
Είναι οι ψεύτικοι άνθρωποι που ασφαλώς και έχουν το λόγο τους για την κατάντια τους και είναι και αυτοί που παίρνουν πρωτοβουλίες, επιβάλλουν τα θέλω τους και δεν ησυχάζουν μέχρι να αποκτήσουν αυτό που θέλουν. Εάν έχουν την μπέσα, μένουν και το δουλεύουν με τον άλλο, εάν όχι τότε ψάχνουν εύκολους τρόπους για να φύγουν. Μην μασάς. Εάν δεις ότι δεν προχωρά μην επιτρέψεις στον εαυτό σου να πέσει στα πατώματα, ούτε και να παρακαλέσει. Πάρε την αξιοπρέπεια σου και προχώρα.

Το συχνότερο που θα ακούσεις είναι για το «bad timing». Δεν είναι ποτέ όμως θέμα χρόνου, αλλά προσδοκιών, επιθυμιών, θέλω και στόχων. Ίσως, για την επόμενη αγκαλιά. Δεν υπάρχει όριο ηλικίας σε αυτές τις περιπτώσεις όπως πολύ καλά θα έχεις μάθει και από τις εμπειρίες σου.

Το σημαντικό είναι ένα. Όποιος πραγματικά θέλει πάντα βρίσκει τρόπους. Ακόμη και την πιο χαζή δικαιολογία για να φτάσει κοντά στον άνθρωπο που τον ενδιαφέρει.
Μειώνει αποστάσεις και εμπόδια.
Δεν θέλει ούτε να διανοηθεί πως κάποιος άλλος μπορεί να είναι η αιτία που χαμογελά η αγαπημένη του.
Γίνεται κτητικός και τα θέλει όλα όσα την αφορούν δικά του. Εάν δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά, τότε δες την αλήθεια.
Πολύ απλά, δεν τον ενδιαφέρεις πια και αυτός ο άνθρωπος δεν είναι για σένα.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Η αιωνιότητα είναι ποιότητα, δεν είναι ποσότητα

Η διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας στηρίζεται, στο μεγαλύτερο μέρος της, στην επαφή με τους άλλους, στη σχεσιακή αλληλεπίδραση και στην ανταλλαγή ερεθισμάτων, εμπειριών και συναισθημάτων

Σ’ αυτή τη διαδρομή καλό είναι να δίνουμε βάση στην ποιότητα των ανθρώπων που μας περιτριγυρίζουν και όχι στην ποσότητα αυτών.

Το πιο δύσκολο εγχείρημα της εποχής μας, δεν είναι η συναναστροφή μας με ποιοτικούς ανθρώπους, αλλά η αναγνώρισή τους και αυτό το τελευταίο, έχει σχέση με το δικό μας είναι, με το πόσο καλά έχουμε φιλτράρει τις πληροφορίες που δεχόμαστε και κατά πόσον έχουμε σκανάρει το προφίλ του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας. Πώς αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τους ανθρώπους που δίνουν ποιότητα στη ζωή μας;

Το πιο σημαντικό γνώρισμα των ποιοτικών ανθρώπων είναι ότι έχουν μάθει να δίνουν. Η προσφορά στην κάθε της μορφή είναι η πεμπτουσία της ανωτερότητας, της κατάρριψης του εγωισμού, της αγάπης και της αλληλεγγύης.

Ο ποιοτικός άνθρωπος σου δίνει γνώση, θέλει να σου μεταλαμπαδεύσει τη φλόγα του για μάθηση για να γίνεις καλύτερος, σου δίνει συμβουλές που πηγάζουν από τις εμπειρίες ζωής του και θέλει να σε προστατεύσει από τυχόν λάθη, σ’ αγκαλιάζει με πάθος, γιατί σε αγαπά αληθινά και σου το δείχνει χωρίς φόβο.

Θέλει να σε βλέπει ευτυχισμένο, γι’ αυτό προσπαθεί οι στιγμές σου να είναι ευχάριστες και να έχεις να θυμάσαι κάτι όμορφο από αυτές.

Ο άνθρωπος που έχει ως ίδιον χάρισμα την ποιότητα, έχει μάθει να επενδύει. Αυτό σημαίνει ότι αφιερώνει χρόνο στους ανθρώπους που τον ενδιαφέρουν γιατί γνωρίζει, ότι οι σχέσεις των ανθρώπων ωριμάζουν με το πέρασμα των ετών, κάποιες εξελίσσονται, κάποιες καταστρέφονται και κάποιες άλλες αλλάζουν. Το σίγουρο είναι ότι τίποτα δεν μένει ίδιο.

Η μουσική, η τέχνη, η ποίηση, η μαγειρική και οποιαδήποτε άλλη μορφή έκφρασης αποτελούν στοιχεία του ποιοτικού ανθρώπου. Η εμβάθυνση στις σκέψεις σου, η αναμόχλευση με τα συναισθήματά σου τον εξιτάρουν, του κινούν την περιέργεια να τα φέρει στην επιφάνεια, να τα θεριέψει, να τα σεβαστεί, να τα υμνήσει.

Οι ποιοτικοί άνθρωποι σου δίνουν χώρο μέσα τους να αναπτυχθείς και να δεις τη δική τους ψυχή, γιατί έχουν περίσσευμα και δε φοβούνται μήπως το χάσουν. Η ποιότητα της αγάπης τους, διακρίνεται στη συρρίκνωση του εγωισμού τους και στην ανιδιοτέλεια.

Να σου πω και ένα μυστικό; Συνήθως έχουν περάσει ένα διάστημα μοναχικότητας αυτοί οι άνθρωποι, όχι απαραίτητα μοναξιάς, αλλά έχουν συνειδητοποιήσει ποιος είναι ο σκοπός τους στη ζωή και είναι τόσο αποφασισμένοι να ζήσουν όμορφες στιγμές που το μόνο που αποζητούν είναι να τις μοιραστούν.

Έχουν κι ένα κουσουράκι, είναι συνήθως τελειομανείς και αγωνίζονται να κάνουν και εσένα τέλειο. Ναι, ξέρω… μην τους παρεξηγείς! Κράτησέ τους κοντά σου, γιατί αυτή είναι η απόδειξη της αγάπης τους.

Η ποιότητα δεν κρύβεται στην τιμή, όταν αναφερόμαστε στον άνθρωπο, αν έχει πάει σε ιδιωτικά ή δημόσια σχολεία, αν ντύνεται με επώνυμα ρούχα ή αν βάφεται με επώνυμα καλλυντικά, αν συχνάζει σε ακριβά εστιατόρια ή μένει μόνο σε ξενοδοχεία πολλών αστέρων.

Η ποιότητα του ανθρώπου βρίσκεται στην παιδεία που τον κάνει άνθρωπο, στην υπομονή να καλλιεργεί αενάως τον εαυτό του, στην επιμονή να κάνει τον κόσμο καλύτερο, στην αποφασιστικότητα να επιτυγχάνει τους στόχους του χωρίς να ρίχνει άλλους απ’ τη θέση τους, στην πίστη στο μαζί, στο σεβασμό της μοναδικότητας του κάθε ατόμου και στη διπλωματία που χρησιμοποιεί για να κάνει τον εχθρό του να φαίνεται ακόμη πιο μικρός, χωρίς να εμπλέκεται σε ανούσιες συγκρούσεις.

Έχουν έντονα ανεπτυγμένο το κριτήριο της αισθητικής. Και δεν εννοώ ότι ελκύονται από όμορφους ανθρώπους εξωτερικά, αλλά είναι καλαίσθητοι, προσεγμένοι, φινετσάτοι και απεχθάνονται τη μετριότητα. Τους αρέσουν τα θεάματα που έχουν να προσφέρουν κάτι πέραν της ψυχαγωγίας, αυτά που δίνουν τροφή σε μυαλό και ψυχή.

Εκπέμπουν ένα κύρος με τη στάση τους, είναι αξιοσέβαστοι και στέκονται πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Δε σχολιάζουν με κίτρινη διάθεση, δεν μπαίνουν στη διαδικασία δημιουργίας ίντριγκας, δεν αποζητούν την επιβεβαίωση μέσω της μείωσης των άλλων και δεν είναι ο εαυτός τους το επίκεντρο του κόσμου τους.

Η ποιότητα των ανθρώπων που μας περιβάλλουν μπορεί να αναβαθμίσει την καθημερινότητά μας, από την επιλογή ενός καλού κόκκινου κρασιού, μέχρι την επιλογή συντρόφου.

Αναζήτησε λοιπόν, αυτούς τους ανθρώπους που κάνουν τις στιγμές σου τόσο όμορφες και ουσιαστικές που να τους αξίζει μία θέση στην καρδιά σου.

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Kαλοσύνη χωρίς όρια

Μιά φορά κι έναν καιρό, σε μιά πόλη ζούσε μιά φτωχή κοπέλα. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης που γνώριζαν την κοπέλα μιλούσαν με υπερηφάνεια για εκείνη, και πως ποτέ δεν είχαν δει καλύτερο άνθρωπο απ’ εκείνη.

Όλοι έλεγαν, ακόμα, πως τόση ήταν η δύναμη της καλοσύνης της στα έργα και στα μάτια της, που και ο πιο κακός άνθρωπος όταν την συναντούσε, ήταν αδύνατο να μην αλλάξει, να μην γίνει ό,τι και πριν.

Έλεγε πάντα πώς όταν κι ένας μονάχα άνθρωπος δυστυχεί, πονά, αδικείται, τότε όλο το κορμί της ανθρωπότητας είναι άρρωστο και μπορεί να πεθάνει.

Η κοπέλα της ιστορίας μας πέθανε ξαφνικά και όπως ήταν φυσικό και δίκαιο, επειδή στη ζωή της ήταν τόσο καλή, πήγε στον Παράδεισο. Εκεί, κάποιος γεροντάκος άγιος, την υποδέχτηκε με μεγάλες τιμές, γιατί ακόμα και οι ψυχές, που είχαν μάθει βέβαια τα της ζωής της, την θαύμαζαν και την αγαπούσαν. Για να την τιμήσουν λοιπόν, σκέφτηκαν να της δείξουν τα μέρη του Παραδείσου, όπου οι ψυχές των καλών ανθρώπων απολάμβαναν την μακαριότητα της ανταμοιβής τους.

Η κοπέλα μας δέχτηκε την πρόταση του γεροντάκου με χαρά.
Έτσι άρχισε το μακρύ ταξίδι στα μέρη του Παραδείσου και η κοπέλα είδε πράγματα που ποτέ της δεν είχε φανταστεί. Ήταν πρωτόγνωρα συγκινημένη. Όταν όμως η περιήγηση πήγαινε προς το τέλος της, άρχισε να δείχνει σκεφτική και στεναχωρημένη.

Ο γεροντάκος – άγιος, το παρατήρησε κι ένιωσε άσχημα, γιατί η κοπέλα, που είχε υπάρξει στην κάτω ζωή της σαν τόσο καλός άνθρωπος, έπρεπε τώρα πια, εδώ στον Παράδεισο να είναι πάντα ευτυχισμένη.
«Ποια σκέψη συννέφιασε το πρόσωπό σου;» ρώτησε.
«Σκέφτομαι την κόλαση. Εκείνους που ζουν μέσα της. Άγιε, σε παρακαλώ ας πάμε ως εκεί».
«Μα…», είπε ο γεροντάκος. «Αυτό που ζητάς είναι δύσκολο. Και ασυνήθιστο. Χρειάζονται ένα σωρό διαδικασίες».

Η κοπέλα δεν μίλησε. Μόνο η θλίψη χαράκωσε το πρόσωπό της.
«Τέλος πάντων. Θα δω τι μπορεί να γίνει μ’ αυτή την παράξενη επιθυμία σου», είπε μην αντέχοντας να βλέπει έτσι την κοπέλα, ο γέροντας. «Αύριο. Ίσως αύριο μπορέσουμε να πάμε κατά κει».
Την άλλη μέρα η επιθυμία της κοπέλας εκπληρώθηκε.

Σαν έφτασαν στην κόλαση, τα μάτια της κοπέλας είδαν πράγματα φριχτά. Εκατομμύρια ψυχές κολασμένων υπέφεραν μαρτύρια που ξεπερνούσαν κάθε αντοχή. Κάθε σκοπιμότητα δικαιοσύνης.

Η ψυχή της κοπέλας έσφιξε από συμπόνια. Τα μάτια της άρχισαν να δακρύζουν.
«Και μέχρι πότε θα κρατήσει αυτό το μαρτύριο;» Ρώτησε με φωνή σβησμένη.
«Για πάντα», είπε ο Άγιος.
«Για πάντα;» ρώτησε κατάπληκτη, γεμάτη φρίκη εκείνη.
«Ναι, για πάντα».
«Δηλαδή δεν υπάρχει καμία ελπίδα, κανένας τρόπος να σταματήσει αυτό το μαρτύριο;»

«Όχι, δεν υπάρχει».
«Μα αυτό είναι ακατανόητο. Πως είναι δυνατόν η Δικαιοσύνη να είναι υπέρτερη αξία από την Αγάπη;» ψιθύρισε η κοπέλα.

Ο γεροντάκος βλέποντας τη θλίψη και την απορία της, είπε: «Δηλαδή υπάρχει ένας τρόπος, αλλά αυτός είναι μόνο θεωρητικά δυνατός».
«Ποιος;» ρώτησε η κοπέλα. «Ποιός;»
«Να πάρει κάποιος τη θέση τους».
«Την παίρνω εγώ», είπε η κοπέλα.

Και τίναξε την κόλαση στον αέρα!

Λένε πως τότε, για πρώτη φορά, ο άνθρωπος είδε ένα μικρό μέρος της απεραντοσύνης του Θεού.

Πως πήρε μια λέξη από τη Σιωπή Του.

Η χήρα μάνα και το καλάθι

Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, άπ’ τον καημό της αποφάσισε να το σπουδάσει.

Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου, αξίωσέ με εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου». Έτσι με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει το γιό της γιατρό.

Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιός-γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που είχε πιά γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.

Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιό της και του λέει: «Σήκω, γιέ μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου. Ο γιατρός όμως της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.

Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιός της, ο γιατρός, τη ρώτησε: «Ε μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα;» Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει: «Γιε μου, το πρωί δεν με άκουσες να ρθείς μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι να μου φέρεις νερό. «Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα ’χεις χαμένα»; λέει εκείνος. «Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, του απαντάει εκείνη, κι ο,τι θέλει ας γίνει».

Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο. «Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το ’δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός. «Ευχαριστώ, γιέ μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι όπως σου το ’δωσα»; Απαντάει η μάνα. «Έ ναί, μόνο που είναι βρεγμένο». «Βλέπεις λοιπόν, γιέ μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το ’δωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το ’φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη άπ’ τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω.

Τότε κατάλαβε ο γιατρός ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφίαν του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…» κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.

Γράψε την επόμενη σελίδα του βιβλίου της ζωής σου

Όλοι γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να αφήσουμε, να δωρίσουμε ή να πετάξουμε πράγματα με τα οποία έχουμε δεθεί, γιατί μας θυμίζουν χαρούμενες στιγμές και αγαπημένους ανθρώπους αλλά και τραύματα του παρελθόντος.
Τα συρτάρια, τα γραφεία, οι ντουλάπες μας ξεχειλίζουν από αντικείμενα που αρνούμαστε να αποχωριστούμε ακόμη κι αν μας είναι άχρηστα πλέον. Φωτογραφίες, κάρτες, αποκόμματα εισιτηρίων, περιοδικά, ρούχα, όπως το φθαρμένο και με τρύπες μπλουζάκι μας που αρνούμαστε να αποχωριστούμε γιατί είναι το «αγαπημένο» μας…

Είμαστε προσκολλημένοι σε όλ’ αυτά γιατί μας δίνουν μία αίσθηση ταυτότητας την οποία φοβόμαστε να χάσουμε. Είμαστε επίσης προσκολλημένοι στο παρελθόν μας, στον πόνο μας και από την οθόνη του μυαλού μας περνούν ξανά και ξανά τα λάθη που έχουμε κάνει, ο θυμός μας, οι επιθυμίες μας, οι σχέσεις του παρελθόντος, η ανησυχία και ο φόβος μας. Αντιστεκόμαστε σε ότι συμβαίνει και δεν είναι ακριβώς αυτό που επιθυμούμε, σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τα σχέδια που έχουμε επιμελώς οργανώσει, ξεχνώντας πως η ζωή έχει τον τρόπο της να μας προσφέρει αυτά που χρειαζόμαστε ακόμη κι όταν ούτε οι ίδιοι δε γνωρίζουμε τι χρειαζόμαστε.

Πιστεύουμε πως, όσο περισσότερο αντιστεκόμαστε σ’ αυτό που δεν μας αρέσει και δεν θέλουμε, τόσο διαχωρίζουμε τον εαυτό μας απ’ αυτό, πως μεγαλώνουμε την απόσταση μεταξύ μας, αλλά κάνουμε λάθος. Η αντίσταση είναι μία μορφή ταύτισης, όσο περισσότερο αντιδρούμε τόσο δυναμώνει το κομμάτι μέσα μας που δεν θέλει να δεχτεί το ένα ή τα άλλο. Στην πραγματικότητα η αντίσταση μας «προστατεύει» από το να γνωρίσουμε τα βάθη της ύπαρξής μας.

Το να αφήσουμε πίσω την ταυτότητά μας και όλα τα γνωστά και οικεία είναι πολύ δύσκολο, αλλά ταυτόχρονα είναι απελευθερωτικό γιατί παραιτούμαστε από την αντίσταση και τη σύγκρουση. Το να κατανοήσουμε πως η στιγμή είναι ο δάσκαλος και να παραδοθούμε σε οτιδήποτε συμβαίνει την συγκεκριμένη στιγμή μας προσφέρει τη δυνατότητα να επινοήσουμε ξανά τον εαυτό μας και να βρούμε την βαθιά κρυμμένη αλήθεια μας.

Το να ζούμε ανάμεσα στο «όχι πια» και στο «όχι ακόμα» μόνο θλίψη και άγχος μπορεί να μας προσφέρει. Ο αληθινός εαυτός μας είναι το μονοπάτι που ενώνει τις δύο πραγματικότητες, αυτό που έχει υπάρξει κι αυτό που θα υπάρξει. Ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε «Μήπως όλα συμβαίνουν για να μας διδάξουν το πώς να αφυπνιστούμε;» «Μήπως μας προκαλούν να στραφούμε μέσα μας και να βρούμε την υπέρτατη συγχώρεση, αγάπη, αποδοχή και δημιουργικότητα;»

Η κάθε στιγμή μας προσφέρει μία ευκαιρία να αφήσουμε κάτω τις βαριές αποσκευές του παρελθόντος και να ελαφρύνουμε και να νιώσουμε ελεύθεροι και ήρεμοι. Έτσι δημιουργούμε χώρο ώστε να γραφτεί η επόμενη σελίδα του βιβλίου της ζωής μας. Κι ας μην ξεχνάμε πως η ζωή είναι απόλυτα ικανή να φροντίζει τον εαυτό της όταν απομακρύνουμε το εγώ από το δρόμο της.

Η ηλικία της αγάπης

930μ.Χ, ο Σόλωνας βρίσκεται σκυμμένος πάνω από ένα τσουκάλι ανακατεύοντας με μεγάλη προσοχή και εστίαση. Τα χείλη του κουνιούνται, κι αν κάποιος τον πλησιάσει θ’ ακούσει τις ακατάληπτες λέξεις που ψιθυρίζει. Το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο και τα λευκά, μακριά μαλλιά και γένια του μαρτυρούν πολλά χρόνια ζωής. Ίσως περισσότερα απ’ όσα δικαιούται…

Ρίχνει, με μία κίνηση θεατρική, λίγους σπόρους στο τσουκάλι και συνεχίζει να ανακατεύει για λίγα λεπτά ακόμη, με το βλέμμα γεμάτο προσδοκία. Τίποτα… Οι ώμοι του πέφτουν και κάθεται κουρασμένος και απογοητευμένος σ’ ένα ξύλινο σκαμπό. Το βλέμμα του κοιτάζει, χωρίς να βλέπει… Άλλη μία αποτυχία… Προσπάθειες χρόνων άκαρπες. Δεν έχει καταφέρει ακόμη να βρει το τελευταίο συστατικό που του λείπει για να ολοκληρώσει το ελιξίριο της νεότητας. «Θα πεθάνω χωρίς να το έχω πετύχει» σκέφτεται αποκαρδιωμένος.

Από την άλλη άκρη της καλύβας ακούγεται ένας θόρυβος, απαλός αλλά συνεχής. Σηκώνεται και πάει προς τον πάγκο, που είναι γεμάτος από διάφορα εργαλεία, σκεύη και υλικά. Στην σκοτεινιά, ένα απαλό φως διακρίνεται και ο Σόλωνας αναζητά την πηγή του. Ανακαλύπτει μία μικρή πέτρα, σχεδόν θαμμένη κάτω από κουτάλες, μπουκαλάκια κι αποξηραμένα φυτά. Την παίρνει στα χέρια του και τη νιώθει να πάλλεται στον ρυθμό της ανθρώπινης καρδιάς και να αναδύει θερμότητα. Κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον διαπερνά και νιώθει την καρδιά του ν’ αλαφρώνει, κι ένα φως, γεμάτο ζωή, να γεμίζει ολόκληρο το σώμα του και να φωτίζει κάθε γωνιά της ύπαρξής του.

«Τι χρειάζεσαι;» Η ερώτηση έρχεται από παντού, από το νου, την καρδιά, την κοιλιά, τα χέρια του… Ζητάει επιτακτικά απάντηση. Τινάζει λίγο το κεφάλι του για να διώξει το μούδιασμα και απαντά «Την αιώνια νιότη».

«Τι είναι τόσο σημαντικό στη νιότη ώστε να την επιδιώκεις;»

«Η ορμή, η δύναμη, η ενεργητικότητα, η αθωότητα, η ελαφρότητα, τα όνειρα, οι προσδοκίες, η ζωή» απαντά και η φωνή του ίσα που ακούγεται.

«Είσαι διατεθειμένος να κάνεις τα πάντα για να την αποκτήσεις;»

Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του Σόλωνα ρυτιδιάζει ακόμη περισσότερο, αν και θα έλεγε κάποιος πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Μετά από σκέψη απαντά «Ναι, δεν μπορώ άλλο να υπομείνω το βάρος που με κάνει να σέρνομαι στη γη».

«Αλήθεια Σόλωνα, δεν έχεις βρει άλλον τρόπο ν’ απελευθερωθείς από αυτό το βάρος;». Ο Σόλωνας θα ορκιζόταν πως η φωνή ακούστηκε λίγο ειρωνική….

«Για σκέψου λίγο» τον προέτρεψε.

«Η νιότη είναι ζωή» απάντησε αυτός αμυντικά, «είναι ελαφρότητα, χαρά, πτήσεις πάνω από βουνά και κοιλάδες, χορός στους αγρούς, αναζήτηση χωρίς φόβο… Ζω στο μισοσκόταδο, σέρνοντας το σαρκίο μου, με το φόβο πως η κάθε μέρα μπορεί να επιφέρει τον θάνατό μου».

«Θυμάσαι μήπως πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με τον θάνατο κι έπαψες ν’ ασχολείσαι με τη ζωή;»

Ο Σόλωνας πάγωσε, μνήμες άρχισαν να επιτίθενται σαν κοράκια στο θολωμένο του μυαλό. Τόσος πόνος, τόσος θάνατος, τόσο αίμα… Χρόνια τα απωθούσε και τώρα εμφανίστηκαν όλα μπροστά του, τα έβλεπε, τα μύριζε, τα άγγιζε… Ξέσπασε σε κλάματα, σωριάστηκε στο βρώμικο πάτωμα τρέμοντας και κουλουριάστηκε. Τα δάκρυα ακολουθούσαν τα ρυάκια των ρυτίδων του και κατέληγαν στο χιλιοφορεμένο πουκάμισό του, που μετά από λίγο μούσκεψε τελείως.

Έμεινε ώρες έτσι, ίσως και μέρες. Δεν ένιωθε τον χρόνο, δεν ένιωθε τίποτα πέρα από πόνο, βυθισμένος στον γκρίζο κόσμο του. Η θερμότητα της πέτρας έγινε πολύ έντονη στην παλάμη του, σχεδόν τον έκαψε. Την ένιωσε να τον τραβάει, την ακολούθησε και βγήκε στο φως.

«Πως νιώθεις, λοιπόν, τώρα» ρώτησε η φωνή με συμπόνοια.

Σήκωσε το κεφάλι του και ανακάθισε. Κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του στάθηκε στο φως που έμπαινε από τα βρώμικα παράθυρα, αχνό αλλά παρηγορητικό. Στάθηκε στα πόδια του κι έκανε μερικά βήματα, ένιωσε να κινείται ανάλαφρα, το βάρος δεν υπήρχε πια. Ένιωθε συναισθήματα που για χρόνια του ήταν απρόσιτα. Ένιωθε ήρεμος, ένιωθε ειρήνη.

«Πόσο σημαντική είναι η νιότη του σώματος για σένα, τώρα, Σόλωνα;»

«Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ» είπε κοιτώντας την πέτρα στο χέρι του. «Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες πως η ψυχή και η καρδιά είναι πάντα νέες, πως ο πόνος δεν είναι μονόδρομος, πως υπάρχει επιλογή. Έψαχνα τη νιότη γιατί είχα χάσει τη ζωή μου. Βλέπω καθαρά τώρα, πως όταν ο πόνος δεν καταλαμβάνει χώρο μέσα μου, τον καταλαμβάνει η αγάπη».

«Έχει ηλικία η αγάπη Σόλωνα; Γερνάει η αγάπη;»

«Η αγάπη είναι πέρα και πάνω από τον χώρο και τον χρόνο» είπε ο Σόλωνας. «Το είχα ξεχάσει… Είχα ξεχάσει πως είναι να ζεις πραγματικά. Αν είχα αγγίξει τη ζωή με όλες μου τις αισθήσεις, αν είχα ζήσει, έστω και για λίγες μέρες, σ’ αυτά τα χρόνια, δεν θα με απασχολούσε η νιότη…»

«Ποιος είσαι Σόλωνα;»

«Είμαι η ζωή, η νιότη, είμαι ο οίκος στον οποίο κατοικεί η αγάπη, ο οίκος στον οποίο κατοικεί η οικογένειά μου. Δε με άφησαν αυτοί, εγώ τους άφησα… Τώρα όμως, τους ξαναβρήκα. Τώρα επανενωθήκαμε και η καρδιά μου γαλήνεψε…»

«Είσαι το μήνυμα Σόλωνα, πρόσφερε τον εαυτό σου στον κόσμο».

Οι ξεχωριστοί άνθρωποι

Τους πιο ξεχωριστούς ανθρώπους, εκείνους που συνεχίζουν να ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά, τους αναγνωρίζεις συνήθως απ’ το βλέμμα… «έχουν στα μάτια ένα πέπλο θλίψης.

Έχουν τη μελαγχολία αποκοιμισμένη στην άκρη των χειλιών τους, έχουν το ύφος ανθρώπου που κάτι ψάχνει απελπισμένα. Το ονείρεμα είναι κουραστικό, δεν είναι για τον καθένα. Είναι για τους θαρραλέους όπως η θάλασσα και η αγάπη».

Οι άνθρωποι αυτοί είναι συχνά μελαγχολικοί και χαμένοι στις σκέψεις τους. Ψάχνονται συνεχώς, αποζητούν να μάθουν τον εαυτό τους, τους γύρω τους, τον κόσμο, τη ζωή. Δε φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα τα συναισθήματά τους και να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους. Θέλουν να ζήσουν. Αληθινά, έντονα, αυθεντικά, με πάθος, με μαγεία και αναζητούν συνταξιδιώτες στην ιδανική αυτή πορεία, που έχουν φανταστεί.

Είναι συνήθως αρκετά ονειροπόλοι, έχουν μια ιδεατή εικόνα της πραγματικότητας και της ζωής τους και προσπαθούν με κατωφερείς νοητικές διεργασίες να την εφαρμόσουν στα πράγματα. Γι’αυτό προσπαθούν να ελέγξουν όσο το δυνατόν περισσότερο το περιβάλλον τους, υπεραναλύοντας συχνά καταστάσεις. Δύσκολα συμβιβάζονται με το μέτριο, το εύκαιρο, το περιστασιακό, προτιμούν να απέχουν παρά να βρίσκονται σε μια κατάσταση που δεν τους γεμίζει. Προτιμούν να περιπλανιούνται απ’το να βρίσκονται σε ένα ασφαλές τέλμα.

Γι’αυτό θέτουν συνεχώς ερωτήματα, δε φοβούνται τις αλλαγές, αντίθετα, τις επιδιώκουν-καμιά φορά και σε υπερβολικό βαθμό με αποτέλεσμα να χάνονται. Αμφισβητούν και αναθεωρούν καταστάσεις, δε χωράνε σε καλούπια ,δε μπορούν να στριμωχτούν σε μονοδιάστατους κόσμους με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας, σε ένα συνεχές ψυχολογικό μορατόριουμ. Έχουν δυσκολία στις δεσμεύσεις γιατί νιώθουν ότι τους περιορίζουν. Ο μεγαλύτερός τους φόβος είναι ότι θα βαρεθούν και έχουν έντονες τάσεις φυγής.

Και αυτός ο φόβος ίσως σχετίζεται αρκετά με τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες τους, που αποκλίνουν από τον κύριο κορμό των άλλων, κάνοντάς τους να νιώθουν ότι «κανείς δεν τους καταλαβαίνει». Έχουν συναισθηματικές διακυμάνσεις, βιώνουν έντονο άγχος και συχνά μοναξιά. Μπορεί να βρίσκονται με μια παρέα αλλά νοητικά και συναισθηματικά να απουσιάζουν και να μη νιώθουν κανένα δέσιμο αλλά, αντίθετα, κενό.

Ποια είναι η λύση για αυτούς τους ανθρώπους-αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει; H πρώτη είναι να ακολουθήσουν τη συμβατική οδό, να πάνε με το ρεύμα. Συνήθως βέβαια σε τέτοια πλαίσια οι άνθρωποι αυτοί υποεκτιμώνται. 

Η λύση είναι η επίμονη-και συχνά επίπονη-αναζήτηση ανθρώπων με παρόμοιο προσανατολισμό. 

«Είσαι ένα έργο τέχνης. Δε θα σε εκτιμήσουν όλοι, αλλά όσοι σε προσέξουν, θα σε θυμούνται για πάντα».

Συνέχισέ το!

Πριν από χρόνια ένας σπουδαίος γιατρός ταξίδευε με την οικογένειά του στην έρημο με ένα τροχόσπιτο. Ξαφνικά, μετά από ένα απότομο τράνταγμα, το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά στο πλάι του δρόμου. Λάστιχο στον μπροστινό δεξί τροχό. Τα δίδυμα έχουν τρομάξει, η γυναίκα του προσπαθεί να τα ηρεμήσει. «Μην ανησυχείτε», τους λέει, «θα βάλω τη ρεζέρβα και θα συνεχίσουμε». Πράγματι, αλλάζει το λάστιχο με μεγάλο κόπο.

Είχε 40 βαθμούς θερμοκρασία. Μπαίνει στο αυτοκίνητο και διαπιστώνει πως τα δίδυμα συνεχίζουν να κλαίνε. Η γυναίκα του έχει απελπιστεί. Ο γιατρός της λέει: «Κάνε υπομονή, σε 50 χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο και θα σταματήσουμε». Ξαναβγαίνει στο δρόμο, δεν προλαβαίνει όμως να κάνει πάνω από 50 μέτρα και ένας θόρυβος, ίδιος με πριν, τον αναγκάζει να φρενάρει απότομα. Βγαίνει και τι να δει; Και το άλλο λάστιχο σκασμένο.

Τα δίδυμα έχουν τρομάξει πολύ και κλαίνε πια με λυγμούς. Ο γιατρός είναι απελπισμένος και η γυναίκα του από τον πανικό της βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και ούτε ένα αυτοκίνητο δε φαίνεται στον ορίζοντα. Ο γιατρός όσο περνά η ώρα καταλαμβάνεται από έναν απίστευτο φόβο, όχι τόσο για τον ίδιο όσο για την οικογένειά του.
Έχουν περάσει δύο ώρες, όταν στο βάθος φαίνονται τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Ο γιατρός σαν τρελός με τα χέρια ψηλά τρέχει στη μέση του δρόμου να σταματήσει τον περαστικό για να ζητήσει βοήθεια. Το αυτοκίνητο πλησιάζει και φρενάρει. Είναι ένα μεγάλο αγροτικό που στην καρότσα του έχει ένα λυκόσκυλο. Φαίνεται καλό σκυλί. Ο γιατρός πάει στο τζάμι του οδηγού και αντικρίζει ένα μεγαλόσωμο άνδρα με απεριποίητο μούσι. Στο δεξί κάθισμα βλέπει ένα ζευγάρι δεκανίκια.
«Σε παρακαλώ, έχω δύο μικρά παιδιά, έπαθα δύο φορές λάστιχο, βοήθησέ μας», λέει στον άγνωστο οδηγό. «Και τι θες να κάνω;», του απαντάει εκείνος. «Είδα στο χάρτη ότι σε 50 χιλιόμετρα έχει ένα βενζινάδικο. Θα με πας να φτιάξω το λάστιχο;», του λέει ο γιατρός. «Θες να σου δώσω το αυτοκίνητο να πας εσύ, να μείνω εγώ με την οικογένειά σου, να μη μείνουν μόνοι τους στην ερημιά;», ψιθυρίζει ήρεμα ο άγνωστος. Ο γιατρός κοιτάζει άφωνος τον ξένο για τη διάθεσή του να του δώσει το αυτοκίνητο, αλλά και ανήσυχος να τον αφήσει μόνο με την οικογένειά του. Ο ξένος καταλαβαίνει τον προβληματισμό του και του λέει: «Μην ανησυχείς, είμαι καλή παρέα για τα παιδιά. Εσύ να προσέξεις το σκύλο μου που είναι στην καρότσα. Είναι καλό σκυλί αλλά άγριο και έχει μάθει να με προστατεύει.»
Ο γιατρός από το φόβο του, μήπως ο άγνωστος αλλάξει γνώμη, του λέει: «Σύμφωνοι». Εξηγεί την κατάσταση στη γυναίκα του, ενώ ο άγνωστος πηγαίνει στο τροχόσπιτο με τις πατερίτσες. Έχει δύο ξύλινα πόδια. Ο γιατρός δεν περιμένει την αντίδραση της γυναίκας του. Είναι φοβισμένος και απελπισμένος. Φεύγει με το αγροτικό γεμάτος αγωνία και ενοχές.

Πηγαίνει στο βενζινάδικο, φτιάχνει το λάστιχο και παίρνει το δρόμο της επιστροφής με τον ιδρώτα να στάζει από την αγωνία για την οικογένειά του. Μετά από μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έφυγε, φρενάρει απότομα δίπλα στο τροχόσπιτο. Πλησιάζει και αντί για κλάματα, ακούει γέλια.

Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μπροστά στο εξής θέαμα. Ο άγνωστος κάνει γκριμάτσες στα δίδυμα, τα οποία έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι να φάνε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει: «Γεια σου αγάπη μου» Ο γιατρός τους κοιτάζει άφωνος. Ο άλλος δεν περιμένει την απάντησή του, πιάνει τις πατερίτσες του και σηκώνεται μονολογώντας: «Να πηγαίνω κι εγώ». Ο γιατρός τον συνοδεύει έξω και φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, λέει: «Σε ευχαριστώ πολύ, με έσωσες. Πώς μπορώ να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες;»
Ο άγνωστος με τα ξύλινα πόδια τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει:

- «Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Ήμουν στρατιώτης στο Βιετνάμ, όταν έπεσε δίπλα μου μια χειροβομβίδα. Ένας άνδρας, με κουβάλησε στην πλάτη του 5 χιλιόμετρα. Νιώθω πολύ ευτυχισμένος που μου λείπουν μόνο δύο πόδια. Μόνο μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Συνέχισέ το».

-«Ποιο;», τον ρωτάει ο γιατρός. «Το καλό που σου έκανα», του απαντά εκείνος.

Ο γιατρός είναι σήμερα διάσημος για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι οι μοναδικές ικανότητές του ως χειρουργού και ο δεύτερος η φράση «Συνέχισέ το», που έλεγε κάθε φορά που κάποιος χωρίς οικονομική δυνατότητα τον ρωτούσε: «Γιατρέ, τι σου χρωστάω;»

 Να μοιράζεσαι την αγάπη και οπλισμένος μόνο με εμπιστοσύνη για τον διπλανό σου να φροντίζεις να συνεχίζεις το καλό που σου έρχεται στη ζωή.

Σε αρνούμαι σατανά

Eρχεται το τέλος σου μισερέ μυρμηκολέοντα ακάθαρτο, καταχθόνιο, δυσωδιακό πνεύμα, εγωιστή, μισάνθρωπε, υιέ της αυγής, αρχέκακε της βλασφημίας, αρχηγέ της ανταρσίας κι αυτουργέ της πονηριάς:

· Που δεν κατάλαβες, ότι το σύμπαν χωρίς τον Δημιουργό Τριαδικό Θεό σου και Θεό μας, θα ήταν παράλογο.

· Που είσαι τόσο μικρός και τόσο ανόητος, που δεν κατάλαβες, ότι ο Θρόνος ανήκει μόνο στον Αιώνιο Θεό σου και Θεό μας, στον Κτίστη σου και Κτίστη μας.


.  Που, ενώ είσαι τόσο μικρός, ήθελες να γίνεις όμοιος με τον Ύψιστο Θεό.

.  Που ήθελες να υψώσεις τον τιποτένιο εαυτό σου υπεράνω των άστρων του Θεού κι επί τα ύψη τωννεφελών.

.  Που έπεσες από τον ουρανό στη γη και συνετρίβης.

.  Που έγινες καταπατητής των λαών.

.  Που αναταράσσεις τους κυβερνήτες.

.  Που θέλεις να ερημώσεις την οικουμένη.

.  Που θέλεις να καταστρέψεις τις πόλεις και

.  Να κάνεις τη γη να τρέμει.

Σε απαρνούμεθα και φωνάζουμε όλοι οι άνθρωποι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού:

Επιτέλους έρχεται το τέλος σου.
Θα γίνεις α δ ύ ν α μ ο ς και τ’ όνομά σου θα παραμείνει ως συνώνυμο της Υποκρισίας, του ψέματος, της Κακίας, της Τυραννίας, της Αθλιότητος και της Απάτης.

Θα γίνεις πτώμα καταπατημένο και

Θα θαφτείς στον τάφο μόνος σου, εκεί που τα σκουλήκια, σου έχουν ήδη έτοιμο στρώμα και σκέπασμα, στον ίδιο βαθύ λάκκο, που ετοίμαζες για μάς τους ανθρώπους.

Εξαφανίσου μπροστά από κάθε άνθρωπο, αμετΑΝΟΗΤΕ διάβολε, βιαστή της βασιλείας τωνουρανών και δήμιε της Ελευθερίας, της Αγάπης, της Αλήθειας, της Χαράς, της Ζωής, της Γαλήνης, της Ευτυχίας, της Φιλανθρωπίας, της Ελπίδας, της Εντιμότητας και της Δικαιοσύνης.

Γνωρίζεις πολύ καλά - εσύ και οι όμοιοί σου Εωσφόρε - ότι όπως το σκοτάδι δε θα μπορέσει να κρύψει ποτέ το φως, έτσι και το ψέμα δε θα μπορέσει να καλύψει ποτέ την αλήθεια!

O Θεός έδωσε το φως στους τυφλούς, την ακοή στους κουφούς, τη δύναμη στους χωλούς να περπατήσουν σαν το ελάφι, γλώσσα στους μουγκούς και πολλές πηγές νερού στην έρημο.

Θα 'πρεπε να γνωρίζεις, ότι μόνο τα ανόητα όντα περιφρονούν με λόγια κι έργα τον Κτίστη τους και μόνο οι αμετ-ανόητοι πάνε στην κόλαση, εκεί που το σκουλήκι δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει.

Αρχέκακε μηρμηκολέοντα, το πείραμά σου κι οι διεκδικήσεις σου απέτυχαν.
Εδώ είναι η Ελλάδα.
Η αγαπημένη χώρα του Θεού.
Εδώ, μιλάμε και γράφουμε Ελληνικά.
Κι ο Μεγάλος Θεός - ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός - επέλεξε την Ελληνική Γλώσσα και τα χέρια των μαθητών Του, για να γράψει την Καινή Διαθήκη, που μας άφησε.

Εδώ, υπάρχουν ακόμη χριστιανοί, που αγαπούν το Δημιουργό Θεό, με όλη τη δύναμητου μυαλού τους, με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους και με όλη τη δύναμη της διανοίαςτους.

Επιτέλους - ευτυχώς για μας - έρχεται το τέλος σου.

Επιτέλους, έρχεται η αιώνια τιμωρία σου.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Ευχαριστώ

Πόσες φορές είπες ευχαριστώ σήμερα;

Σε σένα Άνθρωπε. Σε σένα και σε μένα απευθύνομαι. Και ερωτώ: «Ένιωσες, αλήθεια, «Ευχαριστώ», για ό,τι καθημερινά σου δίδεται απλόχερα σ’ αυτό το επί γης ταξίδι;»

«Ευχαριστώ». Που αναπνέεις. Που έχεις να τρως. Που μπορείς και τρως. Που έχεις πόδια. Που μπορείς και περπατάς. Που σου’ μάθαν οι δάσκαλοι να διαβάζεις. Που σου’ μαθε η μάνα σου τι πα να πει ζεστή αγκαλιά.

«Ευχαριστώ». Που είδες ένα παιδί να ελπίζει. Που είδες ένα συνάνθρωπο σου να βοηθά έναν άλλο. Που είδες λίγους να πιστεύουν, όταν οι πολλοί έχουν ήδη απελπιστεί.

«Ευχαριστώ». Που σου’ μαθε η γιαγιά σου το πρώτο σου τραγούδι. Που σε πρόσεχε ο παππούς, όταν είχες για πρώτη φορά πυρετό. Που σου σκούπισε τα δάκρυα ο πατέρας, όταν έτρεχες και χτύπησες, μικρός.

«Ευχαριστώ». Που μαύρισαν τα γόνατά σου, από τα παιχνίδια στις αλάνες. Που έμαθες κάθε στενό της παιδικής σου γειτονιάς. Που είχες γειτονιά. Που είχες γείτονες. Που έχεις σπίτι.

«Ευχαριστώ». Που μύρισες τη βροχή. Που άκουσες την καταιγίδα. Που είδες τον ήλιο. Και που γνωρίστηκες με το βασίλεμά του.

«Ευχαριστώ». Που διάβασες ένα ωραίο ποίημα. Που ήπιες ένα ζεστό καφέ. Που πήγες βόλτα δίπλα στην ακρογιαλιά. Που μύρισες τα λουλούδια, μόλις μπήκε η Άνοιξη.

«Ευχαριστώ». Που χαμογελάς. Που χαμογελούν οι αγαπημένοι σου. Που έκλαψες μαζί τους. Που χόρεψες μαζί τους. Που ταξίδεψες μαζί τους. Που ονειρεύεσαι μαζί τους.

«Ευχαριστώ». Που κατάλαβες πως κανένα πρόβλημα, δεν είναι πρόβλημα, αλλά δοκιμασία. Που ενώ νόμισες πως είδες το χείλος του γκρεμού, τελικά τα κατάφερες και πέρασες από πάνω του. Που ενώ ένιωσες να απελπίζεσαι, κατάλαβες πως όλα στο τέλος θα πάνε καλά.

«Ευχαριστώ». Που γνωρίστηκες με το μέσα σου. Και που γνωρίζεσαι ακόμη.

«Ευχαριστώ». Που αγάπησες. Που αγαπήθηκες. Που έπεσες. Που σηκώθηκες. Που φοβήθηκες. Που τόλμησες. Που έζησες. Που ταξίδεψες. Και που ακόμη ταξιδεύεις…

«Ευχαριστώ». Για όσα χτύπησαν την πόρτα σου. Για ό,τι ήρθε. Για ό,τι θα έρθει.

Τίποτα στη ζωή δε βγαίνει με εσαεί-εγγύηση. Τίποτα.  Γι’ αυτό σου και μου λέω, Άνθρωπε. Να νιώθεις «Ευχαριστώ». Όχι να λες, να νιώθεις.

Λένε, ότι στον Παράδεισο υπάρχουν δύο μεγάλα δωμάτια. Στο ένα δουλεύουν πάρα πολλοί άγγελοι και καταγράφουν τα αιτήματα των ανθρώπων πρός τον Θεό. Καταγράφουν ασταμάτητα. Στο άλλο μεγάλο δωμάτιο υπάρχει ένας μόνο άγγελος. Εκεί ο άγγελος αυτός συλλέγει τα ευχαριστώ των ανθρώπων πρός τον Τριαδικό Θεό. Δεν έχει πολλή δουλειά διότι τα ευχαριστώ είναι ελάχιστα.

Με την λέξη «Ευχαριστώ» άς αλλάξουμε τον κόσμο προς το καλύτερο.

Σας ευχαριστώ που διαθέσατε τον χρόνο σας για να διαβάσετε αυτό το άρθρο


Αθόρυβοι άνθρωποι

Υπάρχουν άνθρωποι αθόρυβοι… όχι ήσυχοι, όχι κοιμισμένοι, όχι παραιτημένοι από τη ζωή, απλά αθόρυβοι.

Είναι εκεί, είτε σαν φίλοι, είτε σαν σύντροφοι και στέκουν δίπλα σου απόλυτα, απελπιστικά, αδυσώπητα, αδιαπραγμάτευτα, χωρίς ήχους, επευφημίες, πιέσεις, ζητωκραυγές, εγωισμούς, χωρίς να στο λένε, χωρίς να θέλουν κάτι, χωρίς να περιμένουν κάτι, χωρίς ΗΧΟ.

Είναι άνθρωποι με απαλό βλέμμα, σιωπηλή αγάπη, με αόρατα αγκάθια στα χέρια που θα σε κρατήσουν, θα σε γραπώσουν χωρίς να σε ματώσουν, που αν θυμάσαι τι έκαναν για σένα θα νιώσουν πως δεν το έκαναν σωστά. Μισούν τον ήχο, αυτήν την ανθρώπινη συναισθηματική εγωιστική βαβούρα… μισούν τους βαυκαλισμούς και τους βερμπαλισμούς. Δε θέλουν να τους πεις ευχαριστώ, είναι μια λέξη τσαλακωμένη για αυτούς, θέλουν να τους πάρεις αγκαλιά και να τους σφίξεις, ναι να τους σφίξεις μέχρι να σκάσουν.

Αγαπούν την ησυχία, σε μια κουβέντα, σε μια συμβουλή, σε ένα διαπληκτισμό. Φεύγουν όταν λοιδορείται η ησυχία τους, δεν έχουν θέση. Γενικά αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν θέση πουθενά, δεν εκτιμώνται, δεν είναι για τούτη την γη. Χάνονται. Είναι για λίγους, για αυτούς που λαχταρούν τα λόγια τα αληθινά, που δε στολίζονται με κίβδηλες υποσχέσεις και κολακείες.

Πόσο όμορφο θα ήταν να γνωρίσει κάποιος έναν τέτοιο άνθρωπο, που θα σου διδάσκει:
·         πώς να αγαπάς, χωρίς να πνίγεις,
·         πώς να μαλώνεις, χωρίς να πληγώνεις,
·         πώς να είσαι εδώ, χωρίς να φαίνεσαι,
·         πώς να μη γίνεις, σαν όλους που δίνουν ένα και μιλάνε για εκατό!