Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Η αλήθεια....

Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.

Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.

Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
- Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
- Τη βρήκες, του είπε η γριά.
- Εσύ είσαι η Αλήθεια;
- Ναι.
- Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;

Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. 

Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
- Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από ‘σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
- Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν!

Ώς άνθρωπος, μάθε δέκα αλήθειες...


1. Θα λάβεις ένα σώμα. Μπορεί να σου αρέσει ή να το μισείς, αλλά είναι δικό σου να το κρατήσεις για όλη την περίοδο της ζωής σου.
2. Θα πάρεις μαθήματα. Είσαι γραμμένος σε ένα υποχρεωτικό και πλήρους φοίτησης ανεπίσημο σχολείο που ονομάζεται “ζωή”.
3. Δεν υπάρχουν λάθη, μόνο μαθήματα. Η προσωπική ανάπτυξη είναι μια διαδικασία δοκιμών, λαθών και πειραματισμών. Τα «αποτυχημένα» πειράματα είναι μέρος της διαδικασίας τόσο όσο είναι και τα πειράματα που τελικά «πέτυχαν».
4. Τα μαθήματα επαναλαμβάνονται μέχρι να τα μάθεις. Ένα μάθημα θα σου παρουσιαστεί με διάφορες μορφές, μέχρι να το μάθεις. Όταν θα το έχεις μάθει, μπορείς να προχωρήσεις στο επόμενο.
5. Η μάθηση δεν τελειώνει ποτέ. Δεν υπάρχει καμία περίοδος της ζωής σου που δεν περιλαμβάνει μαθήματα. Αν είσαι ζωντανός, αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μαθήματα.
6. Το “εκεί” δεν είναι καλύτερο μέρος από το “εδώ”. Όταν το “εκεί” έχει γίνει “εδώ”, απλά θα αποκτήσεις ένα άλλο “εκεί” που θα μοιάζει πάλι καλύτερο από το “εδώ”.
7. Οι άλλοι άνθρωποι είναι απλώς καθρέφτες σου. Δεν μπορείς να αγαπήσεις ή να μισήσεις κάτι σχετικά με ένα άλλο πρόσωπο εκτός και αν αντανακλά κάτι που αγαπάς ή μισείς στον εαυτό σου.
8. Το τι θα κάνεις την ζωή σου, εξαρτάται από εσένα. Έχεις όλα τα εργαλεία και τους πόρους που χρειάζεσαι. Τι τι θα κάνεις με αυτά εξαρτάται από εσένα. Η επιλογή είναι δική σου.
9. Οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα σου. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα της ζωής βρίσκονται μέσα σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να παρατηρήσεις, να ακούσεις και να εμπιστευτείς.
10. Θα τα ξεχάσεις όλα αυτά.

Ήξερε μόνο να παίρνει...

Ένα ηλιόλουστο πρωινό, αποφάσισε ο Αριστείδης να κάνει έναν όμορφο περίπατο, κατά την θάλασσα.
 Καθώς πλησίαζε στη προκυμαία άκουσε φωνές και είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο να χειρονομεί και να τρέχει πάνω κάτω.

Πλησίασε πιο κοντά και είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κατά λάθος στο νερό.
Όπως δεν ήξερε κολύμπι, κτυπούσε πανικόβλητος χέρια και πόδια, χανόταν μέσα στο κύματα και όποτε κατόρθωνε να βγάλει λίγο το κεφάλι του καλούσε μισοπνιγμένος σε βοήθεια.
Οι άνθρωποι έσκυβαν όσο μπορούσαν πάνω από το νερό και του φώναζαν:
- Δώσε μας το χέρι σου! Δώσε μας το χέρι σου!
Τίποτα αυτός! Σαν να ήταν κουφός συνέχιζε να χτυπιέται.
Οι άνθρωποι όλο και πλήθαιναν γύρω του και του φώναζαν όλο και πιο δυνατά:
- Βρε άνθρωπε, δεν ακούς; Δώσε μας το χέρι σου! Θα πνιγείς!
Τίποτα αυτός.

Κάποια στιγμή, μέσα στο πανικό και την αγωνία που επικρατούσε, επειδή κανείς δεν ήθελε να πνιγεί ο άνθρωπος αυτός, αλλά και κανείς δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, κάποιος πήρε είδηση τον Αριστείδη που παρακολουθούσε ατάραχος τη σκηνή.
Να ο Δήμαρχος, αναφώνησε το πλήθος. Κάντε χώρο να κάνει κάτι. Σίγουρα θα ξέρει αυτός τι να κάνει, σαν άνθρωπος του Θεού που είναι.

Αμέσως τότε, όλοι έκαναν χώρο και ο Αριστείδης έσκυψε στο νερό και κάτι είπε σιγανά στον μισοπνιγμένο. 
Tότε εκείνος, έδωσε το χέρι του και ο Αριστείδης το έπιασε και τον έσυρε έξω.

Οι άνθρωποι έμειναν τότε με ανοιχτό το στόμα.
- Βρε, είπαν! Βρε Δήμαρχέ  μας, καλέ μας Δήμαρχε, τι του είπες του ανθρώπου και σου έδωσε το χέρι σου;
Εδώ, τόση ώρα, εμείς τού φωνάζουμε να μας δώσει το χέρι του και δε το έκανε.
Τώρα γιατί άκουσε εσένα και όχι εμάς;
- Εγώ, δε τού είπα να μου δώσει το χέρι του, απάντησε ήρεμα ο Αριστείδης.
- Τι τού είπες λοιπόν, ρώτησαν οι άνθρωποι περίεργοι.
- Εγώ τού είπα: «πάρε το χέρι μου», είπε ο Αριστείδης.

Ο τρελός...

Με ρώτησες πώς έγινα τρελός.
Να πώς:
Μιαν αυγή, καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί, ξύπνησα από ένα λήθαργο κι είδα
πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει κι είχα φορέσει σ’ εφτά ζωές.
΄Ετρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας: “Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!”
Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν, κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.
Σαν έφτασα στην αγορά, ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε:
“Είναι τρελός!”. Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω. Τότε, για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο, κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου. Και εκστασιασμένος φώναξα: ” Ευλογημένοι, ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!”
΄Ετσι έγινα τρελός.

Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο: λευτεριά και σιγουριά. Τη λευτεριά της μοναξιάς και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν. Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν κάτι υποδουλώνουν μέσα μας..
Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου. Κι ένας κλέφτης ακόμα, όταν είναι φυλακισμένος, είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη.

Ζήσε το όνειρο...

Κάποτε θα φύγω..
Τι είναι αυτό που σε καθηλώνει σε ένα τόπο, σε μια σχέση, σε μια κατάσταση; Είναι φόβος για το άγνωστο; Για το μετά ; είναι η καρδιά σου που είναι κολλημένη σε αυτά που ξέρεις, εκτιμάς και τιμάς; Είναι που δε σου αρέσουν οι αλλαγές; Μήπως είναι ότι ακόμα δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να φύγουν , να απαλλαχτούν, να πάνε μακριά από όλα και όλους και όμως μένουν πάλι πίσω , μένουν πάντα εδώ.

Κάποτε άφησαν τους δούλους ελεύθερους και εκείνοι ξαναγύρισαν. Είναι η σιγουριά που θέλουμε να έχουμε ζώντας σε γνωστά πλαίσια; Ή ακολουθούμε πιστά εκείνο που λέμε μοίρα. Κάποτε έλεγες θα φύγω μα έγινες δέντρο έβγαλες ρίζες που σε κρατούν γερά δεμένο εδώ, τα δε κλαδιά σου θέριεψαν, ξεπέρασαν τις στέγες των σπιτιών και είναι τα μόνα που βλέπουν μακριά. Ατενίζουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και το μπλε βαθύ της θάλασσας. Όλοι οι άνθρωποι θέλουν κάποια στιγμή να φύγουν από κάπου, να αλλάξουν τοπία, παραστάσεις, να αλλάξουν επάγγελμα, σπίτι, συνήθειες, ακόμα και τους ανθρώπους που έχουν δίπλα τους. Κάποιοι όμως σε όλη τη διάρκεια της ζωή τους θέλουν να φύγουν και λένε συνέχεια: κάποτε θα φύγω.. και ονειρεύονται τη φυγή … ποτέ όμως δεν το κάνουν, απλά το λένε ίσως για να το πιστέψουν και οι ίδιοι, ίσως για να νιώσουν καλύτερα.

Βαρέθηκαν να ζουν νεκροί, στης απονιάς τον τόπο
Θέλουν να ανοίξουν τα φτερά, να βρουν καινούριο στόχο
Η μιζέρια τους κυριεύει, κάθε μέρα πιο πολύ
Και η θλίψη τους ποτίζει δηλητήριο την ψυχή
Η ζωή τους περιμένει κάπου αλλού σε άλλο τόπο
Και χαρά θα βρουν εκεί σίγουρα με κάποιο τρόπο.

Και όμως πάλι εδώ, για πάντα εδώ.. Κάποτε θα φύγω λένε..και φωτίζει το πρόσωπό τους. Κάποτε θα φύγω λένε… για να πάρουν δύναμη για να βγάλουν πέρα με τις δύσκολες καταστάσεις που περνάνε..Ναι έτσι είναι … κάποτε θα φύγουν… τότε όμως θα είναι η μοναδική φορά που θα θέλουν να μείνουν…

Πέρα από αυτό που νομίζουμε, από αυτό που ζητάμε απελπισμένα, πέρα από αυτό που λέμε ότι θέλουμε υπάρχει και μια άλλη αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ζούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να ζήσουμε. Η μεμψιμοιρία, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, μας διακατέχει ! Μοιρολογούμε λοιπόν για τη ζωή μας, θέλουμε να ξεφύγουμε από καταστάσεις και όμως πώς να ξεφύγουμε από τα θέλω μας, από τον ίδιο τον εαυτό μας; Γιατί πραγματικά δεν υπάρχει δε μπορώ αλλά δε θέλω. Αναβάλουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι. Έτσι και εδώ, γιατί όποιος θέλει δε λέει κάποτε αλλά τώρα! Και δεν το λέει απλά και μόνο αλλά το πράττει κιόλας.

Αν θέλεις πραγματικά να φύγεις, μη λες κάποτε θα φύγω, άνοιξε τα φτερά και πέτα εκεί που θες. Τώρα δεν είσαι δέντρο πια, τώρα δε βλέπουν μόνο τα κλαδιά σου τη θάλασσα και τον ουρανό αλλά ΕΣΥ! τώρα δεν έχεις ρίζες παρά μόνο φτερά, τώρα πετάς ελεύθερα και μακριά από όλα και όλους. Επιθύμησε το αυτό που λες ανύπαρχτο. Η χειρότερη μορφή δουλείας είναι εκείνη στον ίδιο μας τον εαυτό. Στα πραγματικά μας θέλω που εμείς οι ίδιοι δεν τα πραγματοποιούμε και τα καταπιέζουμε στα βάθη της ψυχής μας. Είμαστε αλυσοδεμένοι σε αυτό που λέμε ότι λέμε ότι δε μπορούμε να ξεφύγουμε, σε αυτό που λέμε ανύπαρχτο.
Μη λες λοιπόν κάποτε θα φύγω… και πας να το ονειρευτείς… μόνο φύγε! Φύγε τώρα! Δώσε στο όνειρο σου σάρκα και οστά. Ζήσε το όνειρο.

Οι φωτοδότες του κόσμου

Άνθρωποι που έχουν μια αγκαλιά που όταν ανοίγει, μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο!
Τους ξεχωρίζεις από το βλέμμα.
Το χαμόγελο φαίνεται να έχει μετατοπιστεί από το νότιο στόμα τους εκεί, μέσα στα μάτια. Δε στρέφεται στον ουρανό, μα στέκεται στα γήινα και πονεμένα. Βουρκώνει, ενώ η ψυχή χαμογελάει σε κάθε βασανισμένο “ευχαριστώ” που θα τους απευθύνουν.

Μπορεί να δουλεύουν για τρεις κι εξήντα, μπορεί οι τσέπες τους να είναι τρύπιες, αλλά η καρδιά παραμένει γεμάτη. Έχουν μια αγκαλιά που όταν ανοίγει, μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο, τους γνωστούς και τους αγνώστους, τους φτωχούς κι αδικημένους, κάθε αδέσποτο γατί και σκυλί που θα το φέρει η μοίρα στο διάβα τους.

Ποτέ δεν θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήταν πολύ απασχολημένοι με τις σκέψεις και τα χαμογελαστά απογεύματα. Τα όνειρα να φτιάξουν τον εαυτό τους με τρόπο που θα υπηρετεί τους άλλους. Όχι τα αφεντικά και τους δυνατούς, αλλά εκείνους που έχουν ανάγκη ένα ξένο χέρι να τους χτυπήσει φιλικά τον ώμο.

Είναι αδέρφια των κατατρεγμένων. Έμαθαν από μικροί να παραχωρούν τη θέση τους στους γηραιότερους, την ώρα των ασφυκτικών πηγαινέλα του αστικού λεωφορείου.

Να δίνουν τα ψιλά τους στους κουρελιασμένους ταλαίπωρους που κάθονταν στις γωνιές της πόλης, γονατισμένοι από τη φτώχεια και τη ζωή.

Να κουβαλάνε τις τσάντες των γιαγιάδων έξω από το σούπερ μάρκετ μέχρι την πόρτα του σπιτιού τους, μα να φεύγουν δίχως να απολαύσουν το ευχολόγιο.

Να ζυγίζουν καταστάσεις και να επιλέγουν αυτό που θα κάνει την ψυχή τους πιο ανάλαφρη. Όχι για να κερδίσουν μια θέση στον αμφίβολο ουρανό, αλλά για να κοιμούνται τις νύχτες με τη σκέψη ότι έκαναν εκεί έξω κάποιον λιγότερο δυστυχισμένο.

Κάποιοι είναι καλλιτέχνες. Κάποιοι άλλοι είναι οι ίδιοι το έργο τέχνης που έπλασε η καρδιά τους. Απελπίζονται με την αδικία και τη μάχονται ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων.

Δεν γκρινιάζουν για τη βροχή, ούτε προσδοκούν τα καλοκαίρια. Τα φθινόπωρα ανασαίνουν με όλη τους τη δύναμη το νοτισμένο χώμα μέχρι να ματώσει η μύτη. Το χειμώνα περπατούν με βήμα χορευτικό μέσα στο χιονιά και γελάνε δυνατά όταν οι νιφάδες λιώνουν στο πρόσωπό τους.

Την άνοιξη γεμίζουν τα μπαλκόνια γλάστρες και μέσα από το φύλλωμα βρίσκουν τη θέα τους στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας σχεδόν μαγική. Τα καλοκαίρια μαζεύουν κοχύλια και τα χαρίζουν στα παιδιά της γειτόνισσας. Συνεννοούνται με τα παιδιά καλύτερα από όσο με τους ενήλικες.

Οι παλάμες τους είναι μαγεμένες. Αγγίζουν και γιατρεύουν, χαϊδεύουν και δίνουν κουράγιο, χτυπάνε στην πλάτη κι ενθαρρύνουν προσπάθειες. Έχουν δυο χέρια, το ένα μονίμως προτεταμένο σε όποιον το καλεί από ανάγκη.

Έχουν και φτερά. Αν ήθελαν θα τα άνοιγαν να ταξιδέψουν πρόωρα σε ένα κόσμο που τους ταιριάζει περισσότερο, αλλά έχουν πολλή δουλειά εδώ. Όρισαν για τον εαυτό τους μια αποστολή.

Να σιδερώνουν τσαλακωμένες αξιοπρέπειες, να σπέρνουν δεξιά κι αριστερά ακριβοθώρητα χαμόγελα, να φτιάχνουν ένα ξέφωτο που όλοι θα ήθελαν να ξαποστάσουν γυρνώντας από τη δουλειά.

Ζούν ανάμεσά μας. Άμα τους πετύχετε εκεί έξω, μην απορήσετε. Μη νιώσετε αμηχανία. Μην τους αποκαλέσετε κορόιδα. Μην τους προτείνετε συνεργασία. Η σωτηρία της ψυχής είναι μια μοναχική διαδικασία, παρότι κουβαλάει στις πλάτες της όλη την οικουμένη.

Όταν γίνετε κι εσείς ένας από αυτούς, ο παράδεισος θα εγκατασταθεί επί γης.

Γρηγορείτε....

Aν θέλετε να μάθετε ξιφασκία στην Ιαπωνία και πάτε σε κάποιον δάσκαλο ξιφασκίας, το πιο πιθανό είναι να σας βάλει για λίγο σε μια αγγαρεία και την ώρα που εσείς θα πλένετε, για παράδειγμα, τα πιάτα, αυτός θα πετάγεται απότομα και θα σας δίνει μια στο κεφάλι.

Εσείς, φυσικά, την επόμενη φορά θα είστε πιο προετοιμασμένοι. Θα τον περιμένετε να βγει από το σημείο άλφα, αυτός, όμως, θα βγαίνει από το βήτα κ.ο.κ. Αφού θα έχουν περάσει εβδομάδες με τον δάσκαλο να παίζει το ίδιο διαρκώς βιολί, κάποια στιγμή αντιλαμβάνεστε πως το καλύτερο είναι να μην είστε καθόλου προετοιμασμένοι, γιατί αν έχετε διαρκώς μια υποψία για το σημείο όπου θα πέσει η επόμενη κατραπακια, θα εστιάζεστε διαρκώς στο, κατά πάσα πιθανότητα, λάθος σημείο και η κατραπακια θα έρχεται τελικά από αλλού. Θα πρέπει να είστε απόλυτα κεντραρισμένοι σε μια κατάσταση αυθόρμητης αντίδρασης.
Αυτό είναι το βασικό μάθημα στην τέχνη της ξιφασκίας.

Ακουσα μια πολύ χαριτωμένη και τρυφερή ιστορία για ένα δάσκαλο της ξιφασκίας κέντο, ο οποίος έλεγε στα αγόρια που είχε κοντά του: «Εγώ θα υποκλιθώ σ’ εκείνον που με οποιονδήποτε τρόπο καταφέρει να με αιφνιδιάσει». Οι μέρες, φυσικά, περνούσαν και οι μαθητές μάταια προσπαθούσαν να αιφνιδιάσουν τον γερόλυκο δάσκαλο τους. Κανείς τους δεν κατάφερνε να τον πιάσει εξ απήνης. 

Μια μέρα, ζήτησε λίγο νερό για να ξεπλύνει τα πόδια του που είχαν βρωμίσει με λάσπες απ’ έξω. Ένα δεκάχρονο αγόρι του έφερε τη λεκάνη για να πλύνει τα πόδια του, το νερό όμως ήταν πολύ ζεστό και ο δάσκαλος του είπε: «Πήγαινε και φέρε το λίγο πιο δροσερό». Το αγόρι επέστρεψε, αλλά αυτή τη φορά με το νερό καυτό και ο δάσκαλος, χωρίς να το καταλάβει, βάζει τα πόδια του στη λεκάνη, τα τραβάει γρήγορα έξω και μετά πέφτει στα γόνατα και υποκλίνεται βαθιά μπροστά στο μικρό αγόρι.

Το αμάρτημα της αβλεψίας, της κατάστασης της μη εγρήγορσης, είναι το αμάρτημα της απώλειας της στιγμής της ζωής, και όλη η τέχνη της μη-πράξης-στην-πράξη είναι η τέχνη της διαρκούς εγρήγορσης. Έτσι, το βίωμα της ζωής θα υπάρχει αδιάλειπτα.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Εσύ που "πεινάς", πάρε ένα βιβλίο, πάρε το όπλο σου

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε. Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε μπροστά σας σ’ άπλετο φως.
Φρόντισαν οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας σε πέτρα. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται να μάθεις.
Έτσι όπως είσαι εσύ μπορείς να μείνεις. Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς, τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.
Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους («Άκουσα πως τίποτα δεν θέλετε να μάθετε») Μάθαινε και τ’ απλούστερα!
Γι’ αυτούς που ο καιρός τους ήρθε ποτέ δεν είναι πολύ αργά! Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ να το μαθαίνεις!
Μη σου κακοφανεί! Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις! Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο! Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε, εξηντάχρονε! Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Ψάξε για σχολείο, άστεγε!
Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε! Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο. Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε! («Εγκώμιο στη μάθηση»)

Σοφία Όσκαρ Ουάιλντ...

Εκτός από σπουδαίος συγγραφέας, δραματουργός και αμφισβητίας, ο Όσκαρ Ουάιλντ θεωρείται ο καλύτερος δημιουργός αφορισμών της σύγχρονης ιστορίας. Οι διάσημοι συλλογισμοί που συμπύκνωνε σε μία και μόνη φράση είναι ανατρεπτικοί και βαθυστόχαστοι μαζί. Ο Άλαν Πέρσι αναλύει τον Ουάιλντ στο βιβλίο 99 μαθήματα σοφίας για μια ευτυχισμένη ζωή εδώ και τώρα, που κυκλοφορεί από τις εκδ. Πατάκη, κι εμείς διαλέξαμε τρία αποσπάσματα για τη ζωή και την ευτυχία.

«Η ΚΑΘΑΡΗ ΚΑΙ ΑΠΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΗ». Η αφετηρία των περισσότερων τριβών μεταξύ των ανθρώπινων πλασμάτων είναι ότι πιστεύουμε πως η αλήθεια μας είναι αλάνθαστη και βρίσκεται πάνω από την αλήθεια κάθε άλλου ανθρώπου. Η στάση αυτή μάς κάνει να φερόμαστε με ακαμψία και να δείχνουμε ελάχιστη συναισθηματική κατανόηση για τους άλλους. Το να βαδίζεις στη ζωή με βεβαιότητες είναι ο καλύτερος τρόπος να καταλήξεις θυμωμένος με όλο τον κόσμο.
Για να καταπολεμήσει τον πειρασμό της μονοσήμαντης σκέψης, ο διάσημος ψυχολόγος Έντουαρντ ντε Μπόνο μάς προτείνει τα παρακάτω εργαλεία για να αναπτύξουμε την παράπλευρη σκέψη: -Να αλλάξουμε την ορθολογική ανάλυση με πρόκληση. Αντί να εκτιμούμε πώς είναι τα πράγματα, ας παίξουμε με το πώς θα μπορούσαν να είναι αν… -Να είμαστε αυθόρμητοι και να «ανοίγουμε τα φράγματα» για να μπαίνουν κάθε είδους ιδέες, όπως συμβαίνει σε μια συνεδρία brain-storming. -Να αφήνουμε κατά μέρος τις παλιές εκτιμήσεις ή κρίσεις, δηλαδή: να παράγουμε ιδέες χωρίς προκαταλήψεις. -Να αποδεχόμαστε όλους τους πιθανούς δρόμους και να αποφεύγουμε τις ετικέτες στην άσκηση της σκέψης.

«Η ΚΑΡΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΡΑΓΙΖΕΙ». Ο Όσκαρ Ουάιλντ αγάπησε με πάθος επειδή ήξερε πως κανένα παιχνίδι δεν συγκρίνεται με το παιχνίδι δύο ανθρώπων που αγγίζονται και γνωρίζονται, δύο πλασμάτων που προσπαθούν να προσεγγίσουν το ένα το άλλο, διακινδυνεύοντας έτσι να πληγωθούν βαθιά. Ωστόσο, όπως επανειλημμένα έλεγε, υπάρχει σ’ αυτά τα βάσανα μια ομορφιά.

Το ίδιο διαβεβαιώνει και ο Τζιάκομο Λεοπάρντι σ’ ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα: Τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς είναι κάποτε τόσο βαθιά που δεν μπορείς εύκολα να τα κατανοήσεις· γι’ αυτόν τον λόγο, οι καλύτερες στιγμές ενός έρωτα είναι όταν σε κυριεύει μια ήρεμη, γλυκιά μελαγχολία· όταν κλαις και δεν ξέρεις γιατί· ότα αβίαστα υποκύπτεις μπροστά σε μια συμφορά χωρίς να ξέρεις ποια είναι· όταν ευφραίνεσαι μ’ ένα τίποτα και χαμογελάς με ακόμα λιγότερα… Μπορεί όταν παραδινόμαστε σε κάποιον που αγαπάμε να εκθέτουμε το πιο ευαίσθητο όργανό μας, δεν πρέπει όμως να φοβόμαστε τον τρελό έρωτα. Ο ίδιος ο Ουάιλντ έλεγε πως ο Θεός μπορεί να μπει μόνο μέσα από μια ραγισμένη καρδιά.

«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ Η ΖΩΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΖΟΥΜΕ». Το δράμα πολλών ζωών είναι η αναμονή για κάτι εξαιρετικό ή διαφορετικό, που θα μας επιτρέψει να ΖΗΣΟΥΜΕ με κεφαλαία. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η παθητική στάση είναι που εμποδίζει τη ζωή που επιθυμούμε επιτέλους να ξεκινήσει. Αυτή η υπαρξιακή στάση εικονογραφείται υπέροχα στο μυθιστόρημα του Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων, όπου ένας αξιωματικός που φιλοδοξεί να φτάσει στη δόξα περιμένει επ’ άπειρον στο φρούριό του την επίθεση κάποιων βαρβάρων που ποτέ δεν φτάνουν. Η λαχτάρα για «αυθεντική ζωή» ξεκινάει από την πρώτη μέρα που εγκαταλείπει το σπίτι του ψάχνοντας για το στοιχειό του: Μόλις έγινε αξιωματικός, ο Τζοβάνι Ντρογκο έφυγε ένα πρωινό του Σεπτέμβρη από την πόλη για το Φρούριο Μπαστιάνι, τον πρώτο του προορισμό.
Έδωσε διαταγή να τον ξυπνήσουν νύχτα ακόμα και φόρεσε πρώτη φορά τη στολή του υπολοχαγού. Μετά, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη κάτω από το φως μιας λάμπας πετρελαίου, χωρίς πάντως να νιώσει τη χαρά που περίμενε. Στο σπίτι βασίλευε βαθιά σιωπή, ακούγονταν μόνο ελαφροί θόρυβοι σ’ ένα διπλανό δωμάτιο: η μητέρα του σηκωνόταν για να τον αποχαιρετήσει. Ήταν η μέρα που περίμενε χρόνια, η αρχή της αυθεντικής ζωής του. Αντί να κλείνεται σ’ ένα φρούριο περιμένοντας να δει πώς θα πάνε τα πράγματα, ο συβαρίτης της ζωής κοιτάζει γύρω του για να γευτεί τους καρπούς κάθε στιγμής.

Ανέβα και πήδα τον τοίχο...

Έρχονται στιγμές που η ζωή σου χτυπά σε τοίχο. Και δεν έχει να κάνει με το αν είσαι απαισιόδοξος ή όχι. Απλά γίνεται… Δε σε ρωτάει, δεν περιμένει από σένα να είσαι έτοιμος να δεχτείς το ντουβάρι. Απλά σου εμφανίζεται. Κρύα και τραχιά επιφάνεια, σκληρή κάτω από την παλάμη που απλώνεις για να ψηλαφίσεις. Αν προλάβεις, δηλαδή, να φρενάρεις.

Γιατί συνήθως με τους τοίχους συστηνόμαστε με το πρόσωπο καθώς πέφτουμε με τα μούτρα… Τοίχος, λοιπόν. Δεν το επέλεξες, δεν τον περίμενες. Σου προέκυψε. Και το πισωγύρισμα δεν είναι επιλογή. Οφείλεις να τον αντιμετωπίσεις. Είναι εκείνα τα κομβικά σημεία στη ζωή που καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις. Μετά από σπουδές, έναν άσχημο χωρισμό, μια